Μεγάλη Αλβανία, ο μεγάλος ασθενής των Βαλκανίων

Του Διογένη Λόππα

Την ώρα που στα Βαλκάνια ο τριτοκοσμικός εθνικιστικός οίστρος βρίσκεται σε έξαρση, από το Σεράγεβο έως τη Μιτρόβιτσα και από το Γράμμο έως το Τέτοβο, δεν θα έπρεπε να προκαλεί έκπληξη η επισημότητα με την οποία το Αλβανικό κράτος, δια του προέδρου της δημοκρατίας, αγκάλιασε μια έκθεση μίσους και αλυτρωτισμού στο κεντρικότερο σημείο της πρωτεύουσας.  Είναι ιδιαίτερα λυπηρό το γεγονός ότι στη συγκεκριμένη χώρα δεν έδρασαν οι γνωστές -χρυσαυγίτικου τύπου- μειοψηφίες που συνήθως τρέφονται από το μισανθρωπισμό, αλλά ένας πολιτικός που αυτοπροσδιορίζεται ως αριστερός (Ilir Meta).  

Ούτε βέβαια ο »σοσιαλιστής» πρωθυπουργός Edi Rama φρόντισε να αποστασιοποιηθεί, αλλά ακόμα και αν εξαναγκαστεί να το πράξει, αυτό θα γίνει πρώτον λόγω διεθνών πιέσεων και δεύτερον για να βρει ακόμα μια αφορμή να κατηγορήσει τον υπαρξιακό του πολιτικό αντίπαλο, Ilir Meta, ως υπεύθυνο.  Γιατί κατά τα άλλα δεν έχει υπάρξει στο παρελθόν πιο ακροδεξιός πρωθυπουργός από αυτόν (ακόμα και ο δικτάτορας Enver Hoxha υπήρξε περισσότερο μετριοπαθής σε τέτοια ζητήματα).

Όμως η κάποτε ξεχασμένη ιστορία των βαλκανικών εθνικισμών έχει άλλη αφετηρία:  Ήταν το γερμανικό παιχνίδι με τη φωτιά, όταν η γερμανική διπλωματία, μεθυσμένη από το δικό της λανθάνοντα εθνικισμό την επαύριο της επανένωσης, απαιτούσε (demanding στα διπλωματικά) την απόσχιση Κροατίας και Σλοβενίας και κατά συνέπεια τη διάλυση της γιουγκοσλαβικής ομοσπονδίας.  Η γερμανική απληστία, ιδίως όταν συναντήθηκε με τη γνωστή αφέλεια αλλά και το θρυλικό αμοραλισμό της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ, δε σταμάτησε ούτε μπροστά στην απόλυτη ύβρι απέναντι στην Ιστορία, δηλαδή την αλλαγή συνόρων σε ευρωπαϊκό έδαφος και μάλιστα μέσα στην ίδια την μπαρουταποθήκη, με την ανεξαρτησία του Κοσόβου.

Το μεγαλύτερο παράδοξο στην υπόθεση της Γιουγκοσλαβίας είναι ότι όλες (μα όλες) οι πρώην δημοκρατίες που αποτελούσαν την ομοσπονδία αυτή, προσφέρουν γην και ύδωρ για να ενταχθούν στην Ε.Ε.  Δηλαδή για να βρεθούν πάλι μαζί μέσα σε μία ομοσπονδία, χάνοντας de facto όλα όσα για τα οποία υποτίθεται ότι πολέμησαν.  Και δικαίως διερωτάται κανείς, ποιά θα ήταν σήμερα η κατάσταση στα Βαλκάνια, αν δεν είχε προηγηθεί η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας.  Η λογική λέει ότι η Γιουγκοσλαβία θα ήταν σήμερα μέλος της Ε.Ε. και οι όποιες μειονότητες θα απολάμβαναν το ευρωπαϊκό κεκτημένο.

Αντίθετα, σήμερα στην κατακερματισμένη πρώην μεγάλη δύναμη της περιοχής, οι πολίτες των ασήμαντων κρατών που προέκυψαν, μοιάζουν με πολίτες δεύτερης κατηγορίας που θα έδιναν τα πάντα για ένα ευρωπαϊκό διαβατήριο ή για μια βίζα εργασίας στην Ε.Ε., μόνο και μόνο για να απομακρυνθούν από τη μιζέρια, τη διαφθορά και την εκμετάλευση.  Ούτε τελικά μπορεί να πει κάποιος ότι οι ίδιοι οι Γερμανοί ωφελήθηκαν, αφού μπορεί μεν να ξεφορτώθηκαν έναν σοβαρό εμπορικό ανταγωνιστή, όμως τώρα πρέπει να αντιμετωπίσουν τους εθνικισμούς, τις αποθρασυμένες μειονότητες και βέβαια την κάπως βιτριολική άρνηση των Γάλλων να βοηθήσουν στην λύση του προβλήματος δια της ευρωπαϊκής ένταξης.  Έτσι παρακολουθούν απαθείς από τη μία ένα παραδοσιακό βαλκανικό conflict που μοιάζει με βεντέτα ναρκοβαρόνων της Λατινικής Αμερικής και από την άλλη μια παρεμβατική Τουρκία που κερδίζει συνεχώς έδαφος έχοντας ήδη αφομοιώσει τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς, αλώσει τις εμπορικές διεργασίες και εισχωρήσει στις πολιτικές.  

Βλέπουμε δηλαδή ότι η στρατηγική των Γερμανών ως συνήθως δεν είχε καθόλου βάθος, αλλά απλώς υπερίσχησε το εθνισκιστικό πάθος της στιγμής για τη επούλωση ενός ιστορικού τραύματος (διάλυση της Αυστρουγγαρίας) αφήνοντας την καταπολέμηση των διαμόνων που μοιραία αυτό απελευθέρωσε, για ένα μακρινό μέλλον, το οποίο δυστυχώς είναι σήμερα παρόν.  Αυτό θυμίζει ανάλογες επιθετικές κινήσεις των Γερμανών στο παρελθόν, όπως για παράδειγμα ο παραλογισμός της εισβολής στην Πολωνία που πυροδότησε τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο.  

Θυμίζει επίσης αντίστοιχες περιπέτειες της δύσης, όπου το αρχικό αγγελικό σχέδιο διαδέχθηκε σύντομα ένας εφιάλτης επί του πεδίου (Αφγανιστάν, Ιράκ, Συρία, Λιβύη, αραβική »άνοιξη»), όπου σήμερα νοσταλγούμε κάτι μακελάρηδες τύπου Σαντάμ ή Καντάφι, μόνο και μόνο γιατί είχαν τη δυνατότητα να παρέχουν κρατικές δομές εκεί που σήμερα επικρατει (επιοικώς) χάος, με όλα του τα παρελκόμενα, δηλαδή μαζική μετανάστευση, ναρεκεμπόριο, τράφικινγκ, τρομοκρατία, proxy wars, υπισιτισμός.

Η πάγια αλβανική πρόκληση γύρω από την εργαλειοποίηση του Τσάμικου, δεν πρέπει να μας εκπλήσσει, καθώς εντάσσεται μέσα σε αυτό το πλέγμα που περιγράφεται παραπάνω.  Ένα δημοκρατικό σύστημα εκλογών σε συνδυασμό με μια υπανάπτυκτη κοινωνία και μια οικονομία παραδομένη στους ναρκολιγάρχες, οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα σε τρείς βασικές εκτονώσεις:  Μπάλα, τζόγο και εθνικισμό.  Η σύγχρονη Αλβανική ελίτ έχει καλλιεργήσει και τα τρία στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο.  

Δώστε προσοχή στη διαφορά: Αν ένα παρόμοιο θέμα προκύψει σε μια χώρα του πρώτου κόσμου, στη Γερμανία για παράδειγμα, θα καταταχθεί ως γραφικό και θα θαφτεί με συνοπτικές διαδικασίες.  Σε μια χώρα του δεύτερου κόσμου, πχ στην Ελλάδα, θα πάρει μεν διστάσεις, αλλά από την άλλη πλευρά, μια συμπαγής μάζα θα σταθεί απέναντι και η κοινή γνώμη θα μοιραστεί.  Στον τρίτο κόσμο, όπως στην αλβανική περίπτωση, η εθνικιστική υστερία διαπερνάει την κοινωνία και το πολιτικό σύστημα οριζόντια και όποια λογική φωνή τολμήσει να αντικρούσει τον παραλογισμό, κατατάσσεται αυτόματα στους προδότες.

Όταν τώρα στην Ελλάδα ασχολούμαστε με το ζήτημα αυτό, οφείλουμε να είμαστε πολύ προσεκτικοί, καθώς είναι ένα θέμα που γενικά ευαισθητοποιεί τον δυτικό κόσμο και παράλληλα τρέφει το γερμανικό εθνικιστικό υποσυνείδητο, καθώς εμπίπτει στους ευσεβείς πόθους της γερμανικής διπλωματίας για τα Βαλκάνια (θυμηθείτε μόνο ποιες ήταν οι πρώτες γεωπολιτικές διευθετήσεις της γερμανικής διοίκησης όταν κατελήφθη η Ελλάδα).  Και στις εποχές που η Γερμανία έχει αυξημένη επιρροή και δύναμη στην Ευρώπη, τέτοια θέματα είναι καυτά, απαιτούν πολύ λεπτούς χειρισμούς και δεν πρέπει ποτέ να αντιμετωπίζονται με αφέλεια ή ως μεμονωμένα γεγονότα, αφού κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει αν τελικά η υιοθέτηση της έκθεσης από το επίσημο αλβανικό κράτος οφείλεται στην μπουνταλοσύνη του ασταθούς κ. Meta ή ενσωματώνει κάποιο είδος προβοκάτσιας από κέντρα (όχι απαραιτήτως κρατικές οντότητες) στο Βερολίνο ή στην Άγκυρα.  

Μια κλασική παγίδα στην οποία δεν πρέπει να πέσει ούτε η ελληνική διπλωματία, ούτε οι γραφιάδες που αναλύουν το ζήτημα είναι η λεγόμενη »συλλογική ευθύνη».  Κάτι τέτοιο εξοργίζει τους Ευρωπαίους και αυτόματα ρίχνει νερό στο μύλο των εθνικιστικών κύκλων της Αλβανίας.  Πρέπει να καταλάβουμε ότι οι Τσάμηδες δεν ευθύνονται συλλογικά για τα εγκλήματα που κάποιοι ιδιώτες διέπραξαν στην Ήπειρο.  Πρόκειται για Έλληνες πολίτες οι οποίοι στην πλειοψηφία τους έπεσαν στην παγίδα και στις υποσχέσεις των κατακτητών (Γερμανών και Ιταλών) και προσπάθησαν να δημιουργήσουν οντότητες εντός του ελληνικού κράτους.  Στη συνέχεια οι περισσότεροι εγκατέλειψαν τα χωριά τους (όχι όλοι) για να αποφύγουν τη βέβαιη τιμωρία ή ακόμα και πράξεις αντεκδίκησης οι οποίες ήδη είχαν αρχίσει να λαμβάνουν χώρα.

Δεν πρέπει δηλαδή να μας διαφεύγει ότι οι άνθρωποι αυτοί, από τη στιγμή που ως σύγχρονοι Ευρωπαίοι που προσπαθούμε να οικοδομήσουμε μια κοινωνία του πρώτου κόσμου δεν ενδιαφερόμαστε για το θρήσκευμα των συμπολιτών μας, λίγο διέφεραν από τους ολόδικούς μας δωσίλογους, πολλοί από τους οποίους όχι μόνο δεν τιμωρήθηκαν, αλλά οι απόγονοί τους κοσμούν την πολιτική σκηνή του σήμερα.  Άρα λοιπόν υποχρέωση δική μας είναι να εξετάσουμε την κάθε περίπτωση ξεχωριστά, ως άτομο απέναντι στο νόμο, τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα και σε καμία περίπτωση να μην εμπλακούμε σε ένα ανύπαρκτο Τσάμικο ζήτημα, καθώς το σύγχρονο σύστημα αξιών δεν αναγνωρίζει τη συλλογική ευθύνη και καθώς δεν υφίσταται νομικά μειονότητα Τσάμηδων, ώστε με τον τρόπο αυτό να απολαμβάνει διαφορετικού είδους προνόμια.

Μια άλλη πολύ σημαντική παράμετρος είναι ότι οι πρωταγωνιστές των σκοτεινών εκείνων γεγονότων δε βρίσκονται εν ζωή σήμερα και όσοι βρίσκονται ανήκαν στην κατηγορία των ανηλίκων, συνεπώς δε φέρουν καμία ευθύνη.  Άρα σήμερα έχουμε να κάνουμε με νομικά ζητήματα των απογόνων τους, κυρίως όσον αφορά περιουσίες που οι οικογένειές τους εγκατέλειψαν κατά τη φυγή τους.  Συνεπώς η ελληνική θέση πρέπει να αποφεύγει να βασίζεται πάνω στις βιαιοπραγίες μελών αυτής της κοινότητας για να δικαιολογεί την όποια καταστολή υπήρξε και να επισημαίνει ότι αν υπήρξαν πράξεις αντίθετες από τα ανθρωπιστικά ιδεώδη εις βάρος της, αυτές έγιναν από ομάδες μη ελεγχόμενες από το επίσημο ελληνικό κράτος, το οποίο ανέκτησε τον πλήρη έλεγχο της περιοχής και εγκαθίδρυσε εκ νέου δομές, αρκετά αργότερα.

Κατά την προσωπική μου γνώμη, οι απόγονοι των Τσάμηδων θα πρέπει να ενθαρρυνθούν από το Ελληνικό κράτος να επιστρέψουν στην Ελλάδα και να ανακτήσουν την Ελληνική ιθαγένεια, την οποία δικαιούνται ως γηγενείς, αφού βέβαια οι ίδιοι δεν φέρουν καμία ευθύνη για τα εγκλήματα που διέπραξαν οι πατεράδες και οι παππούδες τους.  Θα πρέπει επίσης να τους δοθεί η δυνατότητα να διεκδικήσουν αποζημιώσεις, εάν η περιουσία τους δημεύθηκε, να τους παραχωρηθεί το δικαίωμα να προσφύγουν σε δεύτερο και τρίτο βαθμό εάν εμπίπτουν στην κατηγορία των ειδικών δικαστηρίων, αν δηλαδή η περιουσία τους δημεύθηκε βάση δικαστικής απόφασης περί δωσιλογισμού και στη βάση αυτή να επιτευχθεί μια συνολική συμφωνία με την Αλβανία, εν όψει και της πιθανής έναρξης των ενταξιακών διαπραγματεύσεων, στην οποία θα εξολοθρεύεται κάθε σκέψη περί αλλαγής συνόρων, αλύτρωτων εδαφών και ανύπαρκτων καταπιεσμένων μειονοτήτων.  

Αναφέρομαι δηλαδή σε μια λύση στη βάση της οποίας οι Τσάμηδες θα λογίζονται ως άτομα,  Έλληνες πολίτες, που για κάποιο λόγο αποδήμησαν και όχι ως κάποια εν δυνάμει μειονότητα εθνικών ή θρησκευτικών χαρακτηρηστικώ ή ως αλλοδαποί (οπότε εμπίπτουν στο εμπόλεμο και στις μεσεγγυήσεις).  Πολύ κοντά σε μια τέτοια συμφωνία βρέθηκαν οι δύο χώρες κατά τη σαρωτική θητεία Κοτζιά στο εξωτερικών.  Είναι αλήθεια και το έχω επιβεβαιώσει και από την άλλη πλευρά, ότι ο άνθρωπος που έλυσε το γόργιο δεσμό του Μακεδονικού και που έφτασε μια ανάσα από μια δίκαιη λύση του Κυπριακού, θα είχε τελειώσει και με το Αλβανικό, αν στο τέλος δεν επικρατούσαν οι εκατέρωθεν εθνικισμοί βαλκανικού τύπου, στο πρόσωπο του δικού μας κ. Καμμένου (το μεγαλύτερο λάθος του κ. Τσίπρα) και ενός ανερμάτιστου Κοσοβάρου που αντικατέστησε τον μετριοπαθή κ. Bushati στο αλβανικό υπουργείο των εξωτερικών.

Από όλη αυτή τη φασαρία με την έκθεση αλυτρωτισμού έξω από το προεδρικό μέγαρο της Αλβανίας, αυτό που παραγματικά αφήνει μια πολύ πικρή γεύση, δεν είναι οι Τσάμηδες, το ζήτημα των οποίων μπορεί άμεσα να λυθεί με ανθρωπιστικά κριτήρια στη βάση της σύγχρονης νομολογίας, αλλά η επιμονή των εθνικιστών της Αλβανίας, που όπως και οι συμπάσχοντές τους στα διάδοχα κράτη της γιουγκοσλαβικής ομοσπονδίας,  αναζητούν χαμένες πατρίδες στη Σερβία (Κόσοβο), στη Βόρεια Μακεδονία (Τέτοβο), στο Μαυροβούνιο (Ulqin) και στην Ελλάδα (Ήπειρος).  Η σπουδή τους μάλιστα να επιδείξουν την ανωμαλία αυτή, παρά το γεγονός ότι προσπαθούν να προσαρμοστούν στα κριτήρια ένταξης της Ε.Ε., δείχνει ότι κάποιος τους ενθαρρύνει.  Θα ήταν λυτρωτικό να μάθουμε ποιός θέλει να μετατρέψει την ταλαίπωρη αυτή χώρα στο μεγάλο (ψυχ)ασθενή των Βαλκανίων.