Ο Αλέξης Τσίπρας, ο ΣΥΡΙΖΑ και η Δημοκρατική Παράταξη: Πώς η κομματική αλαζονεία έφερε την ήττα και το πολιτικό μήνυμα των εκλογών του …2015!

Του Νίκου Λακόπουλου

Οι επαναληπτικές εκλογές για περιφέρειες και δήμους επιβεβαίωσαν και ενίσχυσαν την εικόνα πως οι κομματικές επιλογές του ΣΥΡΙΖΑ έβαψαν τον χάρτη μπλε καθώς πολλοί υποψήφιοι δεν είχαν περάσει καν στον δεύτερο γύρο. Η εξαφάνιση κομμάτων όπως το Ποτάμι, οι Ανεξάρτητοι Έλληνες και η Ένωση Κεντρώων δεν απέφεραν τίποτα για τον ΣΥΡΙΖΑ που ήλπιζε στην πόλωση, αλλά ευνόησαν την Νέα Δημοκρατία.

Κατά τα άλλα η υποχώρηση της της Χρυσής Αυγής -που δεν οφείλεται μόνο στο κόμμα Βελόπουλου μαζί με τον καταποντισμό της Λαϊκής Ενότητας δείχνουν πως το τέλος της εποχής των μνημονίων καθώς οι πρωταγωνιστές τους -όπως ο παλιός ΣΥΡΙΖΑ και οι Ανεξάρτητοι Έλληνες- αποχωρούν από την πολιτική σκηνική σε ένα νέο πολιτικό σκηνικό όπου η Δεξιά στο σύνολο της είναι ενισχυμένη σε πρωτοφανή ποσοστά.

Η Νέα Δημοκρατία κέρδισε στις μεγάλες ηλικίες, ισοψήφησε στους νέους- όπου είχε υπεροχή ο ΣΥΡΙΖΑ και πήρε πρωτιά στους δημόσιους υπαλλήλους, τους συνταξιούχους, τους αγρότες, τις νοικοκυρές, ενώ θριάμβευσε στους ελεύθερους επαγγελματίες (35% με 22%) και την «μεσαία τάξη».

Φαίνεται πως οι δημόσιοι υπάλληλοι προτίμησαν αυτόν που θα τους απολύσει και θα τους μειώσει, οι συνταξιούχοι αυτόν που δεν θέλει την δέκατη τρίτη σύνταξη και τα επιδόματα ή πως ένα μεγάλο μέρος αυτών των ψηφοφόρων προτίμησε να ψηφίσει δεξιά. Ένα μέρος της ψηφοφόρων της Αριστεράς δεν απείχε δυσαρεστημένο, αλλά έτρεξε στην κάλπη να τιμωρήσει τον Τσίπρα, αγνοώντας τον φόβο της δεξιάς.

Η πολιτική αλαζονεία εκφράστηκε πολύ πριν τη νίκη στις εκλογές, από την εποχή του Αλαβάνου και του «Καλώς τα παιδιά» και του «Προτιμώ να πέσω στο τρένο, παρά να συνεργαστώ με  το ΠΑΣΟΚ», όταν ο Λεωνίδας Κύρκος έσκιζε την Αυγή υπέρ ενός «δημοκρατικού μετώπου».

Η «στρατηγική» της Μεγάλης Αριστεράς –ο αριστερός μεγαλοϊδεατισμός- σχεδιάστηκε στα συντρίμια του «υπαρκτού σοσιαλισμού» στον οποίο πίστευαν ο Αλέκος Αλαβάνος και ο νεαρός Αλέξης. Ήδη ο τότε ηγέτης του Συνασπισμού ως Bοναπάρτης σχεδίαζε την εξαγωγή της σε όλη την  Ευρώπη. Το έργο ανέλαβε, ως ηγέτης πλέον της ευρωπαϊκής Αριστεράς, ο Αλέξης Τσίπρας. Μόνο που πλέον δεν είναι διαδηλωτής κατά  της «παγκοσμιοποίησης», αλλά μέσα στα κάστρα του καπιταλισμού- ως εκπρόσωπος μιας καταχρεωμένης χώρας.

Ο ΣΥΡΙΖΑ μεταμορφώνεται σε ένα πολιτικό μόρφωμα που δεν ανήκει στο χώρο της  ανανεωτικής Αριστεράς, αλλά βρίσκει στον χώρο σε ένα πατριωτικό αντιμνημονιακό αγώνα με ιδεολογήματα με στόχο την εξουσία -ακόμα και με την συμπόρευση με την Εκκλησία- όπου η συμμαχία με τον Καμμένο δεν ήταν μια κίνηση τακτικής, αλλά στρατηγική για τη δημιουργία ενός μετώπου που περιλάμβανε και την …Δεξιά..

Για πρώτη φορά μετά από παλιές –αιματηρές- δεκαετίες ο πολιτικός συναισθηματισμός κι ένας συγκινησιακός πολιτικός λόγος εμπλέκονται με τον τυχοδιωκτισμό της  εποχής Ζαχαριάδη στα όρια του τσαρλατανισμού, όπως απέδειξε η κωμωδία του Όχι.

Η αντιμνημονιακή «στρατηγική» προσφερόταν για πολιτική κατανάλωση, αλλά δεν αποτελούσε πολιτικό πρόγραμμα σε ένα αγώνα που δεν ξέραμε αν ο ο εχθρός ήταν οι Γερμανοί,  οι Τούρκοι -πολλοί θυμήθηκαν το Κούγκι- και οι …Πέρσες τους οποίους ανέλαβε να αντιμετωπίσει ο Πάνος Καμμένος.

Το πολιτικό κιτς –με ηρωίδες σαν  την Κωνσταντοπούλου  και την Ραχήλ Μακρή- αναπτύχθηκε στο έδαφος της αμορφωσιάς με ένα ανιστόρητο  κι ανεκδιήγητο τρόπο. Ώσπου ο ΣΥΡΙΖΑ -με την αντιμνημονιακή –άλλα ΄ντ άλλων- έπεσε στη φάκα που είχε στήσει για τους αντιπάλους του.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατάφερε να συσπειρώσει ποτέ στην πραγματικότητα παρά ένα ποσοστό 17-27% που στις εκλογές του έδινε ένα 35-36% και χάρη στο μπόνους των 50  εδρών και με δεκανίκια  σχημάτισε μια κυβέρνηση με τον Πάνο Καμμένο στη λογική του «Γοργοπόταμου» -που όμως αν είχε βάση αφορούσε την συμμαχία με τη Νέα Δημοκρατία κι όχι τους ΑΝΕΛ -η οποία άλλωστε του πρόσφερε στήριξη μπροστά στο Grexit.

H συμμαχία με τον Καμμένο αποκάλυψε πως ο ΣΥΡΙΖΑ θεωρούσε μεγαλύτερο εχθρό του το ΠΑΣΟΚ που οι ψηφοφόροι του ανέδειξαν τον Αλέξη Τσίπρα σε ηγέτη τους. Ένα μοναδικό φαινόμενο όπου ένα κόμμα του 4% -ιδεολογικός αχταρμάς χωρίς πολιτικό πρόγραμμα- όχι μόνο αγνοεί την εκλογική του βάση, αλλά την περιφρονεί όταν κατεβάζει στις δημοτικές εκλογές στελέχη από τη νεολαία του εκβιάζοντας την να τους ψηφίσει για να μην έρθει η Δεξιά -άλλων εποχών που πλέον δεν υπήρχε.

Η δικηγόρος με το ψηλό τακούνι και ο γιατρός με τη γραβάτα που κατέβηκαν για πρώτη φορά σε διαδηλώσεις έστειλαν νωρίς ένα μήνυμα ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είχε διαρρήξει την σχέση του με τα κοινωνικά στρώματα που τον έφεραν στην κυβέρνηση, όχι επειδή δεν έχει ταξική συνείδηση, όπως έλεγε ο Σκουρλέτης, αλλά επειδή είχε ταξική συνείδηση και κινδυνεύει σε λίγο να έχει συνείδηση, αλλά να μην έχει …τάξη.

Παρόλα αυτά ο Αλέξης Τσίπρας που έβλεπε τις δημοσκοπήσεις που το 2017 του έδιναν 10% να ανεβαίνει στο 24% μπορούσε να κερδίσει έναν υποδεέστερο αντίπαλο ή να φέρει ένα μεγαλύτερο ποσοστό σε ένα πράγματι ντέρμπι. Πριν αποφασίσει να επιβάλλει την Νοτοπούλου για δήμαρχο. Πριν βγουν οι φωτό για τα κότερα και πριν η προοδευτική συμμαχία είχε να παρουσιάσει την Κατερίνα Παπακώστα, την Έλενα Κουντουρά και δυο-τρία στελέχη του ΠΑΣΟΚ που μάλλον κανένας δεν θυμάται το όνομά τους.

Προφανώς στις εκλογές ηττήθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ -και πιο συγκεκριμένα ο Πολάκης- και όπως δείχνει η διαφορά ανάμεσα στις ευρωεκλογές και τις αυτοδιοικητικές -που οι υποψήφιοι του ΣΥΡΙΖΑ σφαγιάστηκαν με ποσοστά πάντως από …4%. Ωστόσο ο Αλέξης Τσίπρας παραμένει ο ηγέτης ενός δημοκρατικού μετώπου που δεν κατάφερε να συγκροτήσει έχοντας υποτάξει την κυβέρνηση στο κόμμα.

Στην πορεία του χρόνου ξεκινώντας από το 24% ή όποιο ποσοστό πάρει στις εθνικές εκλογές μπορεί να αθροίσει τα ποσοστά των κομμάτων που εξαϋλώθηκαν και την φθορά μιας κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας -που πρέπει να φέρει «καλές δουλειές», αλλιώς θα πέσει πριν εκπνεύσει η τετραετία. Να διεκδικήσει το δικό του 1981 σε ένα ραντεβού με την Ιστορία που δεν ήρθε ακόμα. Ο Τσίπρας δεν είναι απερχόμενος πρωθυπουργός, αλλά και ο ερχόμενος που δεν συνετρίβη, αλλά έζησε -κατά τον Γιάννη Δραγασάκη- μια …»ζωογόνο ήττα».

Με άλλα λόγια οι εκλογές έθεσαν το αίτημα της δημοκρατικής συμπαράταξης ανάμεσα στην νεοκομμουνιστική Αριστερά και την σοσιαλδημοκρατία, τους Οικολόγους πράγμα που κατάλαβε ο Αλέξης Τσίπρας, αλλά δεν υλοποίησε γιατί δεν μπορούσε να αποχωρισθεί τον Πολάκη και ταυτίστηκε μαζί του.

Έχει τέσσερα χρόνια να πάρει αναλύσει το μήνυμα των εκλογών, αλλά κυρίως να πάρει έστω και καθυστερημένα το μήνυμα των εκλογών του …2015 -που δεν ήταν ούτε να σκίσει τα μνημόνια, ούτε να φέρει την Αριστερά -του προπερασμένου αιώνα- στην κυβέρνηση.

Η εξαφάνιση των κομμάτων της κρίσης μαζί με την ήττα του ΣΥΡΙΖΑ -μαζί με τις φιγούρες του Λαφαζάνη και του Λεβέντη- δείχνουν πως το μήνυμα των εκλογών δεν είναι ακριβώς η παλινόρθωση των «Σαμαροβενιζέλων» όπως υπαινίσσεται η φαντασίωση «πρώτη φορά κυβέρνηση Αριστεράς».

Είναι η ανανέωση του πολιτικού συστήματος με νέα σύγχρονα κόμματα και στην ιδεολογική αναμέτρηση -την οποία έχασε ο ΣΥΡΙΖΑ- ηττήθηκε μια Αριστερά ξεπερασμένη με εμμονές και προκαταλήψεις, σκουριασμένες ιδέες και οπισθοδρομικές αντιλήψεις.

Προφανώς ένα μέρος της Αριστεράς προτίμησε να πάει στον Μητσοτάκη παρά να υποστεί τον Πολάκη -μαζί με όσα εκφράζει-  κι αυτό το βασικότερο μήνυμα σε όσους κατάλαβαν μπαίνουμε σε μια νέα «μεταμνημονιακή» εποχή, αλλά δεν φρόντισαν να τους συμπεριλαμβάνει.

Κατά τα άλλα πράγματι οι εκλογές κατέγραψαν μια ήττα που δεν είναι το τέλος του πολέμου κι ίσως αυτό που ηττήθηκε είναι ο στρουθοκαμηλισμός κι η αντίληψη πως έχουμε ένα πλεονέκτημα που μόνοι μας έχουμε πάρει. Η απόλυτη δικαίωση του «αν η αλήθεια δεν συμφωνεί μαζί μας, τόσο χειρότερο για την αλήθεια».

Ο Αλέξης Τσίπρας έμαθε πως δεν είναι αήττητος και πως δεν πρέπει να υποτιμά τον αντίπαλο. Ο σοφός λαός δεν τον οδήγησε όμως σε καμιά συντριβή, όπως θέλουν τα πληρωμένα παπαγαλάκια. Του είπε απλώς αυτό που έγραψε πριν από πολλά χρόνια ο Μπέρτολ Μπρεχτ: «Πάψε να νομίζεις ότι σε προορίζουν για πρόεδρο. Πρέπει να αλλάξεις συμπεριφορά, αν θέλεις να σε ανέχονται στην κουζίνα».

Ο Μητσοτάκης που θριαμβολογεί όχι τόσο επειδή νίκησε, όσο επειδή έχασε ο Τσίπρας, θα βρεθεί σύντομα απέναντι σε όσα υποσχέθηκε και τις «καλοπληρωμένες δουλειές»- αφού ένας ηγέτης δεν κρίνεται από την αντιπολίτευση, αλλά από την κυβέρνηση και το μέλλον του δεν έχει κριθεί ακόμη. Θα κριθεί τώρα που κατάφερε -να γίνει- κατά την δική του έκφραση… διοικητής περιπτέρου. 

To περίπτερο αυτό εύκολα γοητεύεται, εύκολα απογοητεύεται και πάντα τιμωρεί και εκδικείται…