Ο μυθολογικός ρεαλισμός του Mίμη Ανδρουλάκη

Του Απόστολου Λουλουδάκη

«Don’t look back, μη γυρνάς στις παλιές μέρες, πάψε να ζεις στο παρελθόν τραγουδά ο γερο – μπλουζίστας Τζον Λη Χούκερ. Κι όμως εκεί που αποχαιρετάς το παρελθόν «αυτό αίφνης ξαναγυρίζει, ξαναγίνεται ό,τι ήταν, στο φινάλε ανταμώνει την αφετηρία, στην αρχή του ξαναβρίσκει το τέλος, μα δεν τελειώνει.»

 – Μίμης Ανδρουλάκης, Το χαμένο Μπλουζ

Ο Μίμης Ανδρουλάκης βαθιά πολιτικοποιημένο άτομο με διαδρομή από τα φοιτητικά του χρόνια σε εξωκοινοβουλευτικό γκρουπούσκουλο και μετά σε κοινοβουλευτικά κόμματα, αλλά πάντα να κινείται στις παρυφές του ελληνικού οικονομικού και πολιτικού σχηματισμού, όπως θα έλεγε ένας παλιός ανανήψας σύντροφός του στη μεταπολιτευτική Ελλάδα, όπου κανείς δεν κατάλαβε ότι εφαρμόστηκε αυτό που διαβάζουμε σε ένα έργο της νεότητας των θεμελιωτών του Μαρξισμού:

Κάθε νέα [πολιτική] τάξη η οποία τίθεται στη θέση μιας άλλης που κυριαρχούσε πριν από αυτήν, είναι αναγκασμένη, ήδη για να διεκπεραιώσει το σκοπό της, να παραθέσει το συμφέρον της ως το κοινό συμφέρον όλων των μελών της κοινωνίας, δηλαδή με ιδεατή έκφραση: να αποδώσει στις σκέψεις της τη μορφή της γενικότητας, να την παραθέσει ως την μοναδική έλλογη, γενικά ισχύουσα.”

– Κ. Μαρξ, Φ. Ένγκελς -Γερμανική Ιδεολογία

Εμείς θα μείνουμε στο λογοτεχνικό του έργο, άσχετα που είναι επηρεασμένο από τα προσωπικά του βιώματα, γιατί με το έργο αυτό προσπαθεί να απενοχοποιήσει ένα παρελθόν που άλλοτε είναι δικό του, όπως στην περίπτωση του «Κοκκινου κάβουρα», αφού ήταν συνεχώς δίπλα σε αυτόν τον πράκτορα της ΚΥΠ και φωτογραφιζόταν μαζί του σαν τον επίσης κρητικό μάντη και σοφό Επιμενίδη*  μαζί με άλλα ηγετικά στελέχη ή ίσως να το κάνει αντιστρέφοντας πρόσωπα και καταστάσεις, χωρίς ο αναγνώστης να το αντιλαμβάνεται.

Δεν ξέρω κατά πόσο είναι γνώστης της ιστορίας της γαλλικής λογοτεχνίας και κατά πόσο γνωρίζει ένα γάλλο συγγραφέα τον Michel Butor, που ήταν ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του «Νέου Μυθιστορήματος» (Nouveau Roman), που στο μυθιστόρημά του «Η Τροποποίηση» εκτός από κάποια σπάνια κομμάτια της, είναι γραμμένη στο δεύτερο πρόσωπο του πληθυντικού, γιατί και ο Μίμης Ανδρουλάκης στα μυθιστορήματά του βάζει ως πρωταγωνιστές τους αναγνώστες του, ίσως γιατί τα πρόσωπα των μυθιστορημάτων του δεν έχουν να δώσουν τίποτα, όπως αντίστροφα συμβαίνει  με τους χαρακτήρες στην παγκόσμια λογοτεχνία και έτσι στον αναγνώστη, φαίνεται να ελέγχει  ο συγγραφέας, και φτάνουν μερικές ματιές στις τυπωμένες γραμμές για να νιώσετε πως βρίσκεστε μπροστά σε μια έντονη προτροπή, ένα κάλεσμα παρόμοιο με την αρχική ιδεολογία που υπηρέτησε και τώρα από ένα άλλο μετερίζι υπηρετεί.

Βέβαια και ως πολιτικός στο εσείς απευθυνόταν όταν το τότε πολιτικό σύστημα δεν έβλεπε το εσείς, αλλά κοίταζε και τότε το εμείς.

Στις 20 Ιουνίου 2005 σχετικά με το θέμα για την επιτροπή κεφαλαιαγοράς, κάνει μια αναφορά για γεγονότα που βιώσαμε όντως αργότερα, αλλά ενάντια στο τότε κυβερνών κόμμα που υπηρετούσε, ωσάν να μην έλαβε ούτε ο ίδιος το μήνυμα αφού πάντα γράφει στο δεύτερο πρόσωπο του πληθυντικού, ωσάν να εξαιρεί τον εαυτό του και τους συντρόφους του.

Έλεγε τότε στη Βουλή:

«… Δεν ξέρω ποιοι θα είναι σε δέκα χρόνια Βουλευτές εδώ μέσα. Δεν ξέρω ποιοι θα πολιορκούν σε δέκα χρόνια το Κοινοβούλιο απ’ έξω: οι εργαζόμενοι, οι νέοι ή οι συνταξιούχοι. Δεν ξέρω από ποιους θα φάμε ξύλο. Και από τους εργαζόμενους και από τους συνταξιούχους. Και από τους δύο θα φάμε ξύλο. Αυτή είναι η σκληρή πραγματικότητα. Διότι σε δέκα χρόνια, όταν η δικιά μου η γενιά σεμνά και ταπεινά θα πάει στο ασφαλιστικό της ταμείο να υποβάλει αίτηση συνταξιοδότησης, αυτό το ανάξιο λόγου συμβάν μπορεί να εξελιχθεί σε μια κοινωνική καταιγίδα, στην πιο προβλέψιμη οικονομική και κοινωνική κρίση. Και αυτή η κρίση που θα ερχόταν σε δώδεκα, δεκαπέντε χρόνια, με τις αποφάσεις που παίρνετε σήμερα θα έρθει κατά τη γνώμη μου σε δέκα χρόνια, ίσως και νωρίτερα.»

http://www.mimisandroulakis.net/oldsite/pages/omilies/09.htm

Έτσι ακόμα και η πολιτική του γραφή συσκοτίζει τα γεγονότα αντί να τα διαφωτίζει και έτσι καθιστά υπεύθυνο είτε τον ακροατή του είτε τον αναγνώστη του, ενώ αυτός μέσα από την δήθεν αποκαλυπτική του γραφή αφήνει όλους εμάς να τον ερμηνεύουμε όχι βάσει των πραγματικών γεγονότων, αλλά βάσει αυτών των γεγονότων που του περιέγραψαν πρόσωπα, που τις περισσότερες φορές αναξιόπιστα, όταν οι πηγές του είναι οι ίδιοι πρωταγωνιστές που φυσικά ποτέ δεν θα έλεγαν την αλήθεια, αφού η αλήθεια τους, θα τους καταδίκαζε. Αυτό το είδαμε με πρόσωπα όπως τον απότακτο λοχαγό Μπόλαρη ή πρόσωπο που υπηρέτησε πιστά τον δικτάτορα Ιωαννίδη να  φαίνεται ο γαμπρός του να  αγοράζει με χρήματα από την Ελβετία την βίλα γνωστού εκδότη.

Στο τελευταίο του πόνημα θα μπορούσε να πρόσθετε επίσης την σχέση του συνδικαλιστή στην επιχείρηση του καταδότη ( ο οποίος αποκαθηλώθηκε στο 13ο συνέδριο του ΚΚΕ) με τον τότε αρχιεπίσκοπο των ενόπλων δυνάμεων όπως και την σχέση του «Προεδρου της «Δημοκρατιας» » του καθεστώτος Ιωαννίδη με Ακαδημαϊκό και από τους ελάχιστους που δεν υπέγραψαν δήλωση μετανοίας στη Μακρόνησο, ως πρόεδρος τότε του ελληνοσοβιετικου συνδέσμου νέων.

Παλιά στις πόλεις και στα χωριά της Ελλάδας τα υποδήματα ήταν ένα είδος πολυτελείας, αλλά υπήρχαν άνθρωποι με τέχνη και μεράκι που έπαιρναν τα δέρματα και τα μεταμόρφωναν σε υπέροχα υποδήματα που ήταν το όνειρο κάθε παιδιού να τα φορεσει. Δεν ξέρω όμως  αν όπως  γι’ αυτό το αποτέλεσμα της πράξης της εργασίας, θα πουν και οι μελλοντικοί κριτικοί της λογοτεχνίας για το λογοτεχνικό του έργο ακόμα και αν το δουν από την σκοπιά του έργου του Jacques Derrida «Ιστορία Ψεύδους» που λέει:

«Δύσκολα θα μπορέσει κανείς να πιστέψει ότι το ψεύδος έχει μια ιστορία. Την ιστορία του ψεύδους ποιος θα τολμούσε να την αφηγηθεί; Και ποιος θα την υποσχόταν ως αληθινή ιστορία; Γιατί αν υποθέσουμε […] ότι το ψεύδος έχει μια ιστορία, θα ήταν περαιτέρω αναγκαίο να μπορεί κανείς να την αφηγηθεί χωρίς να ψευδολογήσει.»

* https://www.avgi.gr/article/10811/8132564/e-kleronomia-tou-epimenide

ΑΠΟ ΤΗ ΝΕΑ ΚΡΗΤΗ