Κυριακή 23 Απριλίου 2017 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Ο νέος διπολισμός και η τελική αναμέτρηση

Toυ Γ. Λακόπουλου

 Όσοι βλέπουν πέρα από τη μύτη τους αντιλαμβάνονται ότι μια τεράστια ιστορική κλεψύδρα συνδεδεμένη με τη μοίρα της χώρας βρίσκεται ήδη σε λειτουργία: η  Ελλάδα οφείλει να πετύχει κάποιους στόχους -με αντίστοιχες θυσίες- ως τα μέσα του 2018 για να κατοχυρώσει τη θέση της στην  Ευρωζώνη- ως  αναγκαία προϋπόθεση  μέλλουσας ανάκαμψης.

Στο κοινοβουλευτικό σύστημα η διαχείριση αυτών των εκκρεμοτήτων περνάει από τη δράση των κομμάτων, που -οφείλουν να- εκπροσωπούν την κοινωνία, να συνομιλούν μαζί της με ειλικρίνεια και  να διαμορφώνουν τους θεσμούς που θα λειτουργήσουν ως ράγες για το καλύτερο δυνατό μέλλον. Αυτή είναι η αποστολή του πολιτικού  συστήματος.

Η αλλοίωση της Μεταπολίτευσης

Σε μια χώρα που έχει σταθερό κοινοβουλευτικό βίο μόλις τις τέσσερις και κάτι δεκαετίες,  μεγαλύτερο πρόβλημα από την κρίση είναι η στρεβλή λειτουργία του πολιτικού συστήματος. Ο διπολικός χαρακτήρας της  Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας -ένα σύστημα που εδραίωσαν  με αριστοτεχνική πολιτική  πρακτική ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και ο Ανδρέας Παπανδρέου- αφού κλονίσθηκε πριν από μια πενταετία, σήμερα ανασυγκροτείται σε προβληματική βάση. Δεν παρακολουθούμε το “τέλος της Μεταπολίτευσης”, αλλά την αλλοίωσή της που οδηγεί σε  αρρωστημένο διπολισμό.

Στον ένα πόλο συσπειρώνεται το παλιό πολιτικό σύστημα. Αποδεκατισμένο εν μέρει, αλλά ίδιο και απαράλλακτο. Διαμοιρασμένο στο ΠΑΣΟΚ – που κατέρρευσε λόγω της ακρισίας του Παπανδρέου και της  ιδεολογικής διαχείρισης από τον Βενιζέλο και τη Γεννηματά- και στη ΝΔ, που διασώθηκε λόγω της παρουσίας του Καραμανλή που λειτουργεί ως πρόσωπο τελικής αναφοράς- και πέρα από τη παράταξη του.

Πολλά πρόσωπα αυτού του συστήματος παραμένουν στην υπηρεσία των πλέγματος συμφερόντων που  διαμορφώνουν ολιγάρχες, καναλάρχες και λοιποί κρατικοδίαιτοι επιχειρηματίες σε στρατηγικούς τομείς της οικονομίας. Ορισμένοι πολιτικοί άλλωστε έχουν προκύψει ως επένδυση που έκανε η διαπλοκή. Είτε με οικονομικούς πόρους, είτε με την επιμονή προβολή τους από τα μίντια που διαθέτει.

 Σήμερα αυτό το σύστημα δεν έχει την ισχύ που είχε όταν συγκρούονταν με τον Ανδρέα Παπανδρέου, όταν επέβαλε τον Σημίτη, ή όταν επικήρυσσε τον Καραμανλή που αμφισβήτησε ευθέως το  δικαίωμα του να κουμαντάρει τη χωρά δια της χειραγώγησής της πολιτικής με την παράνομη τηλεοπτική ισχύ του.

 Ωστόσο παραμένει ζωντανό. Η παρουσία του Κυριάκου  Μητσοτάκη και τη Φώφης Γεννηματά, επικεφαλής των δυο κομμάτων που το εξέθρεψαν -μέχρι να τα θέσει υπό έλεγχο εκτρέφοντας τα στελέχη τους, αντιπροσωπεύει την αντίστασή του στην απόπειρα περιορισμού του στο φυσικό χώρο του.

Υποδηλώνει την άρνησή του να μείνει, μακριά από το κράτος και την πολιτική ζωή-  προφανώς γιατί αυτό θα σημαίνει το τέλος του, καθώς δεν είναι σε θέση να λειτουργήσει στο ευρωπαϊκό πλαίσιο που θέτει κανόνες και επιβάλλει κυρώσεις στην παραβίαση τους.

Η διαβόητη ελληνική διαπλοκή -που θέλει την Ελλάδα στην Ευρώπη, αλλά εκτός των κανόνων της – συνεχίζει να συμπεριφέρεται αλαζονικά  φτάνοντας ως το σημείο να προπαγανδίζει -με  δημοσιογράφους και πολιτικούς σε διατεταγμένη υπηρεσία- ότι … δεν υπάρχει διαπλοκή. Με το επιχείρημα μάλιστα ότι αποδείχθηκε στην Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής που ερεύνησε τα δάνεια των κομμάτων και την ΜΜΕ. Ή αν υπάρχει , είναι ο… ΣΥΡΙΖΑ.

Οι φτωχοδιάβολοι της Αριστεράς

Το κόμμα που κυβερνάει  είναι η άλλη πλευρά του υπό διαμόρφωση νέου διπολισμού. Δεν είναι ακριβώς η Αριστερά, καθόσον το ίδιο νόθευσε  αυτή την ιδιότητα συνεργαζόμενο με τον Καμμένο, όχι κάτ’ ανάγκην, αλλά κατ’επιλογήν.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ως πολιτικός εκπρόσωπος της  κοινωνικής βούλησης για ανατροπή  του παλαιού  συστήματος τείνει να ελιχθεί σε παρεξήγηση της ιστορίας. Έχοντας συμπληρώσει δυο χρόνια στην εξουσία, με τη λαϊκή εντολή τρεις φορές υπέρ των διακηρύξεών του, παραμένει στα … προκαταρκτικά.

Όπως σημείωνε πρόσφατα στα ΝΕΑ ο καθηγητής Γιάννης Βούλγαρης, μέσα από μια διαρκή και ατελέσφορη διαπραγμάτευση με τους δανειστές με αποτυχίες και καθυστερημένους συμβιβασμούς ταλανίζεται ανάμεσα στον εθνικολαϊκισμό και τη αδυναμία του να προσανατολιστεί. Είτε προς την “ανασυγκρότηση” της οικονομίας κατά τη κομμουνιστική παράδοση της Αριστεράς, είτε προς την  αναδιοργάνωση της κοινωνίας κατά τις παραδόσεις της σοσιαλδημοκρατίας και της Κεντροαριστεράς.

Ως πόλος παραμένει ένα άμορφο σχήμα που αναδείχθηκε γιατί ο ευφυής και χαρισματικός επικεφαλής του εκμεταλλεύθηκε την πάσα που έκανε ο … αντιμνημονιακός  Αντώνης Σαμαράς.

 Ο Αλέξης Τσίπρας, εκπληκτικός παίκτης με σαγηνευτική σκηνική παρουσία, δεν είναι παρά ένας αμοραλιστής που είχε σπεύσει να προετοιμαστεί την συνύπαρξή του με τον ακροδεξιό λαϊκισμό και τις  ανισορροπίες του Καμμένου. Χωρίς να αντιλαμβάνεται ότι έτσι διολισθαίνει στην πλευρά όσων  ήθελε να καταπολεμήσει και απέναντι στη διαπλοκή βάζε τη φτωχοδιαπλοκή.

Π.χ. η εμπλοκή με την Τράπεζα Αττικής δεν είναι παρά η συνέχιση της προγενέστερης δραστηριότητας αυτής της τράπεζας. Οι προσβάσεις του φτωχοδιάβολου Καλογρίτσα ωχριούν μπροστά στις σχέσεις του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ με τους  επαγγελματίες του είδους που ελέγχουν εφημερίδες, κανάλια,- σόσιαλ μίντια πλέον- και τομείς της οικονομίας. Με όσους δεν επιβιώνουν ως ανταγωνιστικοί επιχειρηματίες, αλλά επειδή απομυζούν το κοινοτικό, το κρατικό και το τραπεζικό χρήμα, δια του ελέγχου του πολιτικού συστήματος.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, κάτω από την αντιφατική ηγεμονία του Τσίπρα και με εμφανές έλλειμμα γνώσης, εμπειρίας και οραματισμών ευρωπαϊκού τύπου-   προσπαθεί να διαμορφώσει  ένα σύστημα επικυριαρχίας του σε μια χώρα υπό διεθνή οικονομικό έλεγχο.

Αποτυγχάνει πρώτα γιατί αδυνατεί να κατανοήσει τους συσχετισμούς στη διαβούλευση με τους δανειστές και χάνει διαρκώς το τάιμινγκ. Ύστερα δεν διαθέτει τη στελέχωση που απαιτεί η σύγχρονη πολιτική.

Οι κυβερνήσεις Τσίπρα -πέρα από τους παρακμιακούς που ήδη εξοβελίσθηκαν-  συγκροτήθηκαν με απαίδευτα, ιδεοληπτικά και προβληματικά πρόσωπα- πλην ελάχιστων εξαιρέσεων.

Στον πυρήνα τους, μια ιδιόμορφη ελίτ-αποτελούμενη από πλουσιόπαιδα: Σκουρλέτης, Τσακαλώτος, Σταθάκης και πριν ο Βαρουφάκης -που  διαχειριζόταν την οικογενειακή περιουσία  και παρέμεναν αριστεροί-  όταν κλήθηκε να κυβερνήσει στράφηκε σ’ αυτό που δίδασκαν στο πανεπιστήμιο: τα δημόσια οικονομικά.  

 Προέβαλαν ως μεγαλύτερο πρόβλημα το χρέος και τα ελλείμματα- όπως ο άσχετος  με τα οικονομικά Παπανδρέου και ο φιγουρατζής Παπακωνσταντίνου- και παράλειψαν την αιτία τους: την παραγωγική ερημοποίηση. Δεν κατανοούν τους όρους της ανάπτυξης και τη φύση των  μεταρρυθμίσεων.

Η καθοδηγητική παρουσία του Δραγασάκη  επιδεινώνει την κατάσταση καθώς ίδιος έχει την “διανεμητική” νοοτροπία του παλαιού ΚΚΕ – στο οποίο για πέντε ψήφους δεν έγινε γενικός γραμματέας.

Η ανθρωπογεωγραφία του ΣΥΡΙΖΑ είναι η αδυναμία του και πήρε δραματικά χαρακτηριστικά μετά την  αποτυχία του Τσίπρα να εμπλουτίσει το  κυβερνητικό σχήμα με πρόσωπα σαν τον Νίκο Χριστοδουλάκη που θα προσέδιδαν τεχνοκρατική αλλά και σοσιαλδημοκρατική ασφάλεια.

Η “κατάληψη” της  ενημέρωσης

Έχουμε, λοιπόν, μια χώρα που αντιμετωπίζει την κλεψύδρα της ευρωπαϊκής της υπόστασης και στο εσωτερικό της αντί να ξεπεταχτούν νέες δυνάμεις με καθαρή ματιά στα πράγματα – αλλά και καθαρό πολιτικό ιστορικό-  ενδυναμώνεται ένας ιδιότυπος διπολισμός.

Από τη μια ετερόκλιτη κυβερνητική συμμαχία με υστέρηση μπροστά σε όσα διαχειρίζεται- από το Μνημόνιο μέχρι ελληνοτουρκικά και το Κυπριακό.

Από την άλλη ένα μέτωπο με στοιχεία συνονθυλεύματος που διαμορφώνουν το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ χέρι χέρι με τους φυσικούς εκπροσώπους της λεηλασίας του εθνικού πλούτου .

Ανάμεσά τους – αλλά με τάση να καταλήξουν στους δυο πόλους τελικά- προσπαθούν να πιαστούν από κάποια χειρολαβή ναυάγια της πολιτικής. Πρώην υπουργοί του ΠΑΣΟΚ  κυρίως, που δεν έχουν να προσφέρουν παρά  το καλοζωισμένο σαρκίο τους και το σκοτεινό ιστορικό τους – που γίνεται εύκολα στόχος στους εχθρούς όχι μόνο της ανάκαμψης αλλά και τη δημοκρατικής τάξης.

Δίπλα τους σούργελα σαν τον Λεβέντη, και στυλίστες  της αφασίας σαν τον Θεοδωράκη. Αλλά στη γωνιά καιροφυλακτεί το τέρας της ακροδεξιάς που αντέχει καθώς τρέφεσαι με τις σάρκες του παλιού πολιτικού συστήματος, σε ένα κλίμα διευρυμένου αντικοινοβουλευτισμού και σε εκκόλαψη αντιευρωπαϊσμού.

Αυτός ο ανατριχιαστικός διπολισμός λειτουργεί σε ένα μιντιακό περιβάλλον που διαμορφώνεται πλέον από ενημέρωση από περίεργα συμφέροντα και ανυπόληπτα πρόσωπά.  Υπάρχει πράγματι “ κατάληψη της  ενημέρωσης”, αλλά όχι από το Τσίπρα, όπως διατείνονται οι φλούφληδες του συστήματος Μητσοτάκη, αλλά από παράγοντες με ποινικές εκκρεμότητες.

Το σύστημα ενημέρωσης  οδηγείται σε έκπτωση, αν ληφθεί υπόψη ποιοι κυριαρχούν σήμερα στο χώρο που κυριαρχούσαν ο Χρήστος Λαμπράκης και η Ελένη Βλάχου. Η  κατάληψη του από γκρίζα συμφέροντα οδηγεί σε πρακτικές υποκόσμου τις οποίες ήδη νομιμοποιεί μια  συγκεκριμένη ρητορική εκ μέρους τους.

Η τελική αναμέτρηση

Ο Τσίπρας δεν ευθύνες για την κρίση -είναι δημιούργημα των προκατόχων του. Ευθύνεται όμως γιατί δεν μπόρεσε να την υπερβεί με βάση τις αρχές της Αριστεράς και αντ’ αυτού επιχειρεί να εδραιώσει την παρουσία του με τα μέσα που χρησιμοποίησαν οι προηγούμενοι.

Η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ που οδήγησαν στο γκρεμό αντί να ανανεωθούν και να προχωρήσουν, συσπειρώνουν τα πιο τυχοδιωκτικά στοιχεία της χώρας, όσους πλούτισαν από την διαφθορά και την ανομία και λειτουργούν σαν ασπίδα της διαπλοκής στην αναμέτρησή της με το σύστημα Τσίπρα.

Αυτός ο διπολισμός θα απολήξει κάποια στιγμή σε τελική αναμέτρηση στα μαρμαρένια αλώνια των εκλογών. Θα είναι  μονομαχία Τσίπρα -Μητσοτάκη και όχι πολιτική αντιπαράθεση.

Ο σημερινός Πρωθυπουργός, με την επικοινωνιακή του ανωτερότητα  και την  ισχύ του κράτους θα  εκμεταλλευτεί το ότι ο ίδιος δεν έχει προσωπική εμπλοκή σε σκάνδαλα ενώ ο αντίπαλος του έχει σκελετούς σε ντουλάπες.

Ο πρόεδρος της ΝΔ θα αντιπαρατάξει τη συμμαχία του με το παλιό που του εξασφαλίζει μιντιακή υπεροπλία, για να καρπωθεί τη  φυσιολογική αποστροφή των πολιτών σε όσους κυβερνούν στη μνημονιακή περίοδο.

Αυτή η αναμέτρηση θα γίνει τυχοδιωκτικά, με κινηματογραφικό τρόπο και σε τεντωμένο σκοινί, ενώ το καντήλι της χώρας θα τελειώνει με το τέλος του Μνημονίου: αν δεν καταφέρει να ζει με τα λεφτά της  παραμένοντας όμως στην Ευρωζώνη -άρα να φτωχύνει και άλλο,  μέχρι αυτά που παράγει να επαρκούν για υπέρβαση της κρίσης- θα καταλήξει μια ανατολίτικη περιφέρεια.

Σ’ αυτή την αναμέτρηση είτε θα επικρατήσει ένας από τους δυο μονομάχους -οπότε οι ξένοι θα έχουν συνομιλητή, είτε προκύψει ακυβερνησία -αν οι μετεκλογικοί συσχετισμοί δεν θα διαμορφώνουν βιώσιμη κυβέρνηση. Και τότε να δούμε που θα κρυφτούν οι καραγκιόζηδες που πυροβολούν τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

Υπάρχει όμως και το χειρότερο: η επέλαση της ακροδεξιάς. Με τη λογική που προέκυψε και η επέλαση της Αριστεράς: αφού ως τώρα όλοι μας κρέμασαν,τι χειρότερο θα πάθουμε; Σ’ αυτή την περίπτωση η τελική αναμέτρηση θα ισούται απλώς με το τέλος.