Τετάρτη 23 Αυγούστου 2017 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Τα μυστικά των εικόνων – η γενιά του ’60

 

Του Μάνου Στεφανίδη

Εγκαίνια Πέμπτη 1η Ιουνίου, 7.30 μ.μ. στο Πολιτιστικό Κέντρο δήμου Αλίμου, Λεωφόρος Ιωνίας 70.

Η γνώση της τέχνης μας, σύγχρονης και παλιότερης, δεν συνιστά απλή πολυτέλεια αλλά πράξη ουσιαστικής αυτογνωσίας. Η τέχνη μας είμαστε εμείς οι ίδιοι, η καθημερινή ζωή μας αλλά κάπως αλλιώς. Δηλαδή η αδιαπραγμάτευτη μας ζωή, με όλες τις αντιφάσεις ή τις αντιξοότητες, αλλά κάπως αλλιώς. Σαν μια μυστική δύναμη να έχει μεταμορφώσει την καθημερινότητα σε μαγεία.

Αυτό είναι ό τι αποκαλούμε τέχνη κι αυτή είναι η αναμορφωτική της δυνατότητα. Κι ας μην ξεχνάμε: Η τέχνη είναι διαλεκτικά αντίθετη προς κάθε μορφή εξουσίας ενσαρκώνοντας η ίδια την ουτοπία της διαρκούς επανάστασης. Κάτι που δεν αντιλαμβάνονται ούτε οι συνδικαλιστές ούτε κι οι γραφειοκράτες της τέχνης. Ούτε βέβαια οι μεταπράτες ή οι διαφημιστές της. Η τέχνη αποτελεί ενδιάθετη γνώση και ως τέτοια δεν χρειάζεται απόδειξη. Είναι τέλος η τέχνη μια τρέλα χωρίς την αρρώστια κατά την επιτυχημένη διατύπωση του πρόωρα χαμένου Γιώργου Λάππα.

Γενικά τώρα μιλώντας η σύγχρονη τέχνη μας εκκινεί στις αρχές του 20ου αιώνα με τις επιβλητικές δημιουργίες του Κωνσταντίνου Παρθένη (1878-1967), του Γεωργίου Μπουζιάνη (1885-1959) και του Φώτη Κόντογλου (1896-1965). Πρόκειται για τρεις δασκάλους που έμμεσα ή άμεσα διαμορφώνουν τη γενιά του ’30, δηλαδή την ελληνοκεντρική καλλιτεχνική έκφραση και ορίζουν την πραγματικότητα,ή αν προτιμάτε,την ουτοπία μιας εθνικής σχολής.

Ο Τσαρούχης, ο Διαμαντόπουλος, ο Εγγονόπουλος, ο Μόραλης, ο Νικολάου, η Λυμπεράκη, ο Μαυροΐδης, ο Κοντόπουλος, η Μελά-Κωσταντινίδη, ο Αστεριάδης, ο Σικελιώτης, ο Βασιλείου, ο Καπράλος, ο Ζογγολόπουλος, ο Λουκόπουλος, ο Σκλάβος, ο Λαμέρας, ο Σπυρόπουλος, Μυλωνά κλπ. είναι τόσο απαστράπτουσες, ατομικές περιπτώσεις όσο και η εξέλιξη των προβληματισμών που διατύπωσαν οι προειρημένοι δάσκαλοι. Με τους δύο ιδιοφυείς αθώους τον Γιαννούλη Χαλεπά (1851- 1938) και Θεόφιλο Χατζημιχαήλ (1873-1934) να αποτελούν τις δύο ανένταχτες εξαιρέσεις που όμως συγκροτούν έναν διαφορετικό κανόνα.

Τον κύκλο των μεγάλων δημιουργών που βρίσκουν το δρόμο τους ανάμεσα στην γενιά του ’30 και τους τρεις προαναφερθέντες δασκάλους της συμπληρώνουν οι περιπτώσεις του Νικόλαου Λύτρα, του Κωνσταντίνου Μαλέα, του Γεράσιμου Στέρη,του Μιχάηλ Οικονόμου και του Γεωργίου Γουναρόπουλου και του Σπύρου Παπαλουκά… Συμβολικά μιλώντας ο Γιάννης Μόραλης εντός της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών και ο Γιάννης Τσαρόυχης εκτός υπήρξαν οι βασικοί δάσκαλοι της λεγόμενης γενιάς του ’60. (Έστω κι αν κάποιοι επιφανείς εκπρόσωποι της αργότερα βιάστηκαν ως «διεθνιστές» οι ίδιοι να καταγγείλουν ως φολκλορικό ή «εθνοκεντρικό» το έργο τόσο του Τσαρούχη όσο και του Μόραλη).

Πάντως, με ιστορικούς όρους μιλώντας, και μακριά από τα πάθη της εποχής ή τους αναπόφευκτους καλλιτεχνικούς ανταγωνισμούς η γενιά του ’30 υπερασπίστηκε την ιθαγένεια και την ταυτότητα ενώ η γενιά του ’60 όντας ανδρωμένη στις μεταπολεμικές, καλλιτεχνικές συνθήκες διεκδίκησε το διεθνές καλλιτεχνικό λεξιλόγιο και εν πολλοίς κατέκτησε το ενδιαφέρον του παγκόσμιου κοινού. Χαρακτηριστικά είναι τα παραδείγματα της Χρύσας, του Γιάννη Κουνέλλη, του Κανιάρη, του Τάκι, του Λουκά Σαμαρά κλπ.

Στην παρούσα έκθεση παρουσιάζουμε ενδεικτικά καλλιτέχνες που γεννήθηκαν ανάμεσα στο 1920 και το 1940, ωρίμασαν στην περίοδο της δικτατορίας και έκτοτε πρωταγωνίστησαν στην ελληνική καλλιτεχνική σκηνή και όχι μόνο. Αναφέρομαι στις περιπτώσεις του Γιάννη Γαΐτη, του Παναγιώτη Τέτση, του Θανάση Τσίγκου, του Δανιήλ, του Δημήτρη Περδικίδη,του Ηλία Δεκουλάκου, του Δημοσθένη Κοκκινίδη, του Νίκου Κεσσανλή, του Παύλου,του Κώστα Τσόκλη, του Χρίστου Καρά (οι τέσσερις τελευταίοι γεννήθηκαν το 1930) και των λίγο νεότερων Δημήτρη Μυταρά, Σωτήρη Σόρογκα, Αλέκου Φασιανού, Βασίλη Σπεράντζα, Μπίας Ντάβου κλπ. Πρόκειται για δημιουργούς που σφυρηλάτησαν την σύγχρονη ευαισθησία μας, που » εικογράφησαν» το συλλογικό μας παραμύθι ως κοινωνίας με έργα που ισορροπούν ανάμεσα στο τοπικό και το διεθνές, το δράμα της εθνικής μας ιστορίας και τις κοσμοϊστορικές ανακατατάξεις που συγκλόνισαν μεταπολεμικά τον πλανήτη. Τέλος την χαρά του έρωτα και το πένθος του θανάτου.

Την χαρά της έκφρασης αλλά και το πένθος που γεννιέται από την αδυναμία να εκφραστούμε εγκλωβισμένοι σε μιαν μονοδιάστατη παιδεία και έναν τεχνοκρατικό τρόπο ζωής. Την έκθεση κλείνει συμβολικά ένας νεότερος καλλιτέχνης, ο Χρήστος Αντωναρόπουλος που ζει και δημιουργεί στον Άλιμο ως μια χειρονομία προς το μέλλον, τις νέες ιδέες, τα νέα υλικά, τις νέες τεχνολογίες. Αλλά και ως πρώτη συμβολή για την δημιουργία μιας σύγχρονης Πινακοθήκης για την οποία έχει δεσμευτεί η δημοτική αρχή.

Οι παρουσιαζόμενοι πίνακες συγκροτώντας μιαν κατ´ αρχήν αισθητικοϊδεολογική ενότητα υπερασπίζονται ατομικές ιδιοσυγκρασίες ή όνειρα αλλά εκφράζουν συγχρόνως και γενικότερες ανάγκες ή επιθυμίες. Κατ’ουσίαν περι -γράφουν μέσα από σύμβολα, συνειρμούς ή οπτικά συμφραζόμενα το πρόσωπο μιας Ελλάδας που όσο κι αν αλλάζει, υπό περιπτώσεις, παραμένει βασανιστικά το ίδιο. Γιαυτό μίλησα στην αρχή για την δυνατότητα αυτογνωσίας που μας χαρίζει η τέχνη. Ίσως την ύστατη μας ευκαιρία για αυτογνωσία. Αρκεί να έχουμε τη διάθεση να δούμε…