
«Υπάρχει πάντα ένας τρόπος — αν είσαι αποφασισμένος».
Άντονι Ρόμπινς, Αμερικανός συγγραφέας
Και τώρα τι κάνουμε;
Η οργάνωση των Ολυµπιακών Αγώνων από μια χώρα ισούται με την πιστή υλοποίηση του «μάνιουαλ» της ΔΟΕ, την πλήρη εναρμόνιση με τον ολυµπιακό χάρτη και την κατά γράμμα εφαρμογή της απαιτητικής σύµβασης «Host City Contract» που υπογράφει η διοργανώτρια πόλη με το ιερατείο της Λωζάνης. Επίσης, με τη συμμόρφωση στους όρους των συμβάσεων της ΔΟΕ με τους παγκόσμιους οικονομικούς κολοσσούς που χρηματοδοτούν τη διοργάνωση ως χορηγοί «Top Sponsors». Τίποτα από αυτά δεν είναι διαπραγματεύσιμο από τη χώρα που αναλαμβάνει τους Αγώνες – και το γνωρίζει εκ των προτέρων.
Όσα ανέλαβε να κάνει η Ελλάδα την 5η Σεπτεµβρίου 1997, εκείνη τη στιγμή ξεπερνούσαν την «εγκατεστημένη ισχύ» της. Αλλά είχε περιθώριο εφτά ετών για να ετοιμαστεί. Αρκεί να έβαζε αμέσως σε κίνηση τις μηχανές της.
Η κακή μέρα από το πρωί φάνηκε με μια κατεξοχήν ελληνική ιδιαιτερότητα: Η Επιτροπή που θα αναλάμβανε το βάρος της διοργάνωσης συγκροτήθηκε… έξι μήνες μετά την ανάθεση! Και το πρώτο ερώτημα, μεταξύ των αρμοδίων, ήταν: «Και τώρα τι κάνουμε;»
Υπήρχαν κάποιες «οδηγίες» στον φάκελο της υποψηφιό- τητας. Αλλά βρέθηκε σε κουτιά –στα γραφεία της Οργανωτι- κής Επιτροπής– πολύ αργότερα. Κανείς δεν τα είχε ανοίξει μετά τον θρίαμβο της ανάθεσης.
Η κυβέρνηση συγκρότησε ∆ιυπουργική Επιτροπή με επικεφαλής τον υπουργό Πολιτισµού Ευάγγελο Βενιζέλο. Η σύνθεσή της θα άλλαζε συχνά στο επόμενο διάστημα.
Παράλληλα συστάθηκε και Εθνική Επιτροπή Ολυµπιακών Αγώνων 2004, υπό την αιγίδα του Προέδρου της ∆ηµοκρατίας Κωστή Στεφανόπουλου. Είχε ευρεία σύνθεση με εκπροσώπηση από κάθε τομέα του εθνικού βίου – αλλά δεν διαδραμάτισε κανέναν ρόλο. Ευτυχώς. Το εγχείρημα δεν ήταν συμβατό με διάχυση αρμοδιοτήτων και ογκώδη σχήματα.
Πολύ σύντομα φάνηκε ότι η προετοιμασία δεν προχωρού- σε και όσοι την ανέλαβαν ήταν μάλλον έξω από το κλίμα των προτεραιοτήτων, αν όχι απλώς ακατάλληλοι.
Με αυτούς τους ρυθμούς, οι συμβατικές υποχρεώσεις της Αθήνας, που είχε εγγυηθεί η κυβέρνηση, δεν μπορούσαν να υλοποιηθούν εγκαίρως και με επάρκεια.
Η Οργανωτική Επιτροπή Ολυµπιακών Αγώνων ΑΘΗΝΑ 2004 ήταν Ανώνυμη Εταιρεία ώστε να μην εξαρτάται από την κρατική γραφειοκρατία. Είχε αυξημένες αρμοδιότητες και πλήρη ελευθερία κινήσεων. Στα χαρτιά τουλάχιστον…
Το πρώτο ∆ιοικητικό Συµβούλιο της εταιρείας –που ήταν και η ηγεσία της Οργανωτικής Επιτροπής– είχε πρόεδρο τον δικηγόρο Στρατή Στρατήγη και διευθύνοντα σύμβουλο τον μάνατζερ επιχειρήσεων Κώστα Μπακούρη. Τα περισσότερα από τα μέλη μετείχαν εξ οφίτσιο – και άλλαζαν όταν έχαναν το αξίωμά τους. Το σχήμα είχε εμφανή προβλήματα συνοχής, λειτουργικότητας αλλά και συνάφειας με αυτό που ανέλαβε. Ωστόσο η κυβέρνηση το διατηρούσε στη θέση του, μέχρι που ξέσπασε η πρώτη κρίση – για έναν απρόβλεπτο λόγο.
Ο πρόεδρος της Επιτροπής σκόπευε να παραστεί στον γάμο της Αλεξίας Γλίξμπουργκ, με τον Ισπανό σύντροφό της, στο Λονδίνο. Οι σχέσεις του με τον πρώην άνακτα υπερίσχυ- σαν, ακόμα και όταν ο Σημίτης τον προειδοποίησε:
«Σας ζητώ να μην ταξιδέψετε στο Λονδίνο. Είσαστε πολιτι- κό πρόσωπο ως εκ της θέσεώς σας και γι’ αυτό κρίνω ότι δεν πρέπει να πραγματοποιήσετε αυτό το ταξίδι. Διαφορετικά σας ζητώ να παραιτηθείτε».
Στις 6 Ιουλίου 1999, ο Στρατήγης έστειλε την παραίτησή του και πήρε το αεροπλάνο για τον γάμο. Πίσω του η κυβέρ- νηση αγκομαχούσε για να αμβλύνει τις εντυπώσεις.
Η νέα υπουργός Πολιτισμού Ελισάβετ Παπαζώη επέμενε ότι μετά την παραίτηση το «ΔΣ συνεδριάζει κανονικά και δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα για την προετοιμασία των Αγώνων».
Μόνο προβλήματα υπήρχαν. Και τα ανέδειξαν αστραπιαία τα διεθνή ΜΜΕ. Το ερώτημα «και τώρα τι κάνουμε;» ανανεώθηκε.
Μάνατζερ χωρίς μάνατζμεντ
Ο Στρατής Στρατήγης είχε σύντομη πολιτική παρουσία –με τη ΔΗΑΝΑ που διαλύθηκε το 1993– και ο ιδρυτής της Κωστής Στεφανόπουλος αναδείχθηκε, δύο χρόνια αργότερα, στο ανώ- τατο πολιτειακό αξίωμα της χώρας.
Επικεφαλής της Οργανωτικής Επιτροπής ο Στρατήγης τοποθετήθηκε το 1998 με πρόταση του τραπεζίτη Θ. Καρατζά, που έπεισε τον φίλο του Κ. Σημίτη ότι ήταν κατάλληλος να ηγηθεί του ολυμπιακού εγχειρήματος. Επειδή ήταν… πολύγλωσσος.
Η τοποθέτησή του ερμηνεύθηκε και ως χειρονομία καλής θέλησης προς τον πρόεδρο της Δημοκρατίας, στις σχέσεις του οποίου με το Μέγαρο Μαξίμου υπήρχαν σύννεφα εκείνη την εποχή. Ο πρωθυπουργός προσάρμοζε τις επιλογές του στον δικό του πολιτικό σχεδιασμό: επανεκλογή Στεφανόπουλου και πρόωρες εθνικές εκλογές.
Ο Στρατήγης ανέλαβε –αμισθί– την προεδρία της Οργα- νωτικής Επιτροπής, αλλά πολύ σύντομα οι σχέσεις του με τα περισσότερα μέλη της, και κυρίως με τον Λ. Νικολάου, πέρα- σαν το «κόκκινο».
Μετά την παραίτησή του, ο πρωθυπουργός χρειάστηκε περισσότερες από είκοσι ημέρες για να βρει αντικαταστάτη του. Τελικά κατέληξε στον υποδιοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Παν. Θωμόπουλο, πρόσωπο εμπιστοσύνης του ιδίου, αλλά και του Καρατζά.
Εξαρχής ο νέος πρόεδρος έδειξε ότι δεν ήρθε για να μείνει, διατηρώντας εκ παραλλήλου τη θέση του στην τράπεζα. Επί των ημερών του η ΔΟΕ άρχισε να τρίζει τα δόντια στους Έλληνες διοργανωτές. Ουδείς όμως του απέδωσε ευθύνες, καθώς οι αρμοδιότητές του ήταν περισσότερο διακοσμητικές. Το ισχυρό πρόσωπο της Επιτροπής ήταν ο διευθύνων σύμβουλος Κώστας Μπακούρης. Τεχνοκράτης, εξήντα δύο ετών, γνωστός για τις σχέσεις του με επιχειρηματικά τζάκια, είχε σταδιοδρομήσει σε πολυεθνικές εταιρείες και ανέλαβε να κάνει μια δουλειά που δεν γνώριζε στην ουσία της.

Ο Σημίτης δεν τον γνώριζε προσωπικά, αλλά του τηλεφώνησε στις 15 Ιανουαρίου 1998 και τον κάλεσε στην Αθήνα για να του πει: «Αναζητώ έναν καταξιωμένο manager με διεθνή εμπειρία, που να μην έχει σχέση με την πολιτική και να είναι ακέραιος». Εκεί συνάντησε για πρώτη φορά και τον Στρατήγη. Με μία μόλις ώρα συζήτησης ο πρωθυπουργός τον προσέλαβε διευθύνοντα σύμβουλο – πέντε μήνες από την ανάληψη των Αγώνων. Στις 4 Ιουλίου 2000 θα του έδειχνε την έξοδο.
Η θητεία του κάθε άλλο παρά ανέφελη ήταν, καθώς πολύ συχνά υπήρχαν εντάσεις με υπουργούς. Ο Ανδρέας Φούρας τού καταλόγισε ότι «προσλαμβάνει στελέχη από τον χώρο της ΝΔ και όχι του ΠΑΣΟΚ». Με τον Χρήστο Βερελή ήρθε στα μαχαίρια γιατί δεν προσέλαβε πρόσωπο που του υπέδειξε. «Του είπα: Χρήστο, καλημέρα – και του έκλεισα το τηλέφωνο».
Όσο καλός μάνατζερ και αν ήταν, δεν μπορούσε να υπερη- φανευτεί για τις γνώσεις του στον αθλητισμό και την ελληνική διοίκηση. «Μου πήρε δεκαοχτώ μήνες να βρω γραμματέα και δεν είχα αρμοδιότητες να πάρω αποφάσεις, χωρίς αμέτρητες κρατικές εγκρίσεις», εξομολογήθηκε στους Times.
Καθώς δεν τα πήγαινε καλά ούτε με την πολιτική, αναγκάστηκε να διαψεύσει την εξομολόγησή του για να μην ενοχληθεί η κυβέρνηση. Φτερό στον άνεμο… Σε μια συνεδρίαση της Διυπουργικής Επιτροπής οι υπουργοί τον έβαλαν στη μέση, ζητώντας διευκρινίσεις, και αυτός τους κοιτούσε αμήχανος.
«Επιτέλους ξέρετε ή δεν ξέρετε τι συμβαίνει;» του είπε με ένταση ο Σημίτης – απογοητευμένος με την ιδέα να του ανα- θέσει την Ολυμπιάδα. Τον Ιούνιο του 2000 παραιτήθηκε – και πολλοί το εξέλαβαν ως αποπομπή.
Αντικαταστάθηκε από τον Π. Συναδινό, που είχε συνάφεια με το θέμα, αλλά δεν επρόκειτο να μακροημερεύσει. Είχε προ- ηγηθεί η παραίτηση Θωμόπουλου μετά τις εκλογές της 9ης Απριλίου της ίδιας χρονιάς και η ανάληψη της προεδρίας της Επιτροπής από τη Γιάννα Αγγελοπούλου, έναν μήνα αργότερα. Ο Μπακούρης πλήρωσε για τις καθυστερήσεις. Αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν αντελήφθη ότι τον ταύρο τον πιάνεις από τα κέρατα, πριν σε πιάσει αυτός. Ο ίδιος στο βιβλίο του Ακή- ρυκτος πόλεμος, που εξέδωσε το 2014 στις εκδόσεις Παπα- δόπουλος, ήταν αρκετά ψύχραιμος στις αξιολογήσεις του για πρόσωπα και πράγματα.
Ο ίδιος ο Μπακούρης αργότερα παρουσίασε –σε βιβλίο– την εμπειρία του ως «οδύσσεια ενός πολιτικά αχρωμάτιστου και διεθνώς καταξιωμένου τεχνοκράτη-μάνατζερ στο κακοτράχαλο έδαφος της ελλαδικής πραγματικότητας, με την οποία αρνήθηκε να συμβιβαστεί». Μάλλον αιφνιδιάσθηκε όταν, όπως σημειώνει, διαπίστωσε ότι είχε να αντιμετωπίσει «πολιτικές πιέσεις, μικροπολιτικές σκοπιμότητες, προσωπικές ίντριγκες, παιχνίδια οικονομικών συμφερόντων, καθημερινές τριβές και αντιστάσεις».
Κρίνοντας πάντως ότι και ο ίδιος «επιτέλεσε σημαντικό έργο, θεμέλιο της επιτυχημένης διεξαγωγής των Αγώνων», παρέμεινε θερμός θιασώτης των Αγώνων και απογοητεύτηκε που δεν αξιοποιήθηκαν μετά την επιτυχία τους: «Η Ολυμπιάδα του 2004 ήταν ένα στοίχημα με το μέλλον μας που εγκα- ταλείφθηκε μεσοστρατίς – αλλά αποτελεί και το σύμβολο μιας εθνικής πρόκλησης που παραμένει ανοιχτή…»
Κατά την υπογραφή του συμβολαίου του, είχε δίπλα του τον Ελβετό δικηγόρο του και μετά την απομάκρυνσή του προέκυπτε ότι του οφείλονται κάπου τετρακόσια εκατομμύρια δραχμές ως αποζημίωση. Τελικά πήρε τα μισά, κατά τις πληροφορίες της εποχής. Επέστρεψε στις επιχειρήσεις της οικογένειας Στασινόπουλου, μάλλον με καλύτερες αμοιβές από αυτές της ΑΘΗΝΑ 2004.
Για ένα διάστημα ανάμεσα στις αλλαγές ηγεσίας, ο Σημίτης τοποθέτησε σε κεντρικό ρόλο, ως αντιπρόεδρο του Θωμό- πουλου, τη Νίκη Τζαβέλα – που θα αποχωρούσε τελικά λίγο πριν από την παραίτηση Μπακούρη. Δεν τα πήγαιναν καλά. Όταν η ίδια ενημέρωσε τον πρωθυπουργό ότι δεν της δίνει αρμοδιότητες, ο Σημίτης τού είπε: «Δώσε της κάτι ώστε να σταματήσει να παραπονιέται».
Η Τζαβέλα είχε επαφές με επιχειρηματίες και τον πολιτικό κόσμο και διετέλεσε βουλευτής της ΝΔ, πρόεδρος του ΟΑΕΔ επί Μητσοτάκη και αντιπρόεδρος του Ιδρύματος Λάτση, αλλά και ευρωβουλετίνα με το ΛΑΟΣ του Γ. Καρατζαφέρη, το 2009. Είχε καλές προθέσεις, αλλά δεν μπορούσε να διαχειριστεί μια τόσο απαιτητική διοργάνωση.
Ως τον Μάρτιο του 2000, ούτε η κυβέρνηση ούτε η Οργα- νωτική Επιτροπή είχαν συναίσθηση του κινδύνου που απει- λούσε τη χώρα. Έπρεπε να έρθει στην Αθήνα ο Σάμαρανγκ, για επιθεώρηση, για να το συνειδητοποιήσουν.
Ο επικεφαλής της ΔΟΕ επιβεβαίωσε με ποιους έμπλεξε, όταν του προγραμμάτισαν να δει μια έκθεση στην Παλιά Βου- λή, και, πηγαίνοντας, τη βρήκε… κλειστή. Η επίσκεψη κατέληξε στην περίφημη «κίτρινη κάρτα». Στις 20 Απριλίου 2000, σε συνεδρίαση της ΔΟΕ στη Λωζάνη παρόντος του Κ. Μπακού- ρη, ο Σάμαρανγκ έβγαλε επίσημα την κίτρινη κάρτα: «Θα σας πάρουμε τους Αγώνες».
Θα ήταν η απόλυτη καταστροφή.
Πού είσαι, Γιάννα…
Το σοκ στη χώρα και τη διεθνή κοινότητα, με τη διαπίστωση της αδυναμίας που είχε η Ελλάδα να διοργανώσει τους Αγώνες, ακολούθησαν αποκαλύψεις για τα κενά, τις καθυστερήσεις και την άγνοια –ή ακόμα και την αδιαφορία– που κυριάρχησαν μετά τη θριαμβευτική ανάληψη των Αγώνων.
Ίσως η πιο χαρακτηριστική υστέρηση ήταν η ελλιπής ενημέ- ρωση της κοινής γνώμης, με αποτέλεσμα να καλλιεργούνται εύ- κολα συγχύσεις. Πολιτικές σκοπιμότητες και εξωθεσμικές παρεμ- βάσεις αποδυνάμωναν τον ρόλο της Οργανωτικής Επιτροπής.
Ένας εθνικός στόχος που απαιτούσε ευρύτατη συναίνεση και βαθιά συνειδητοποίηση του μεγέθους του εγχειρήματος –αλλά πρωτίστως διαχειριστικές ικανότητες– περνούσε στο περιθώριο.
Η κυβέρνηση έκρινε, τελικά, ότι η Οργανωτική Επιτροπή με τον Στρατήγη, τον Θωμόπουλο, ή τον Μπακούρη –πέρα από τις διαθέσεις τους– δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στην αποστο- λή της. Δεν ήταν φορέας οράματος, που θα ξεπερνούσε τους εσωτερικούς διαχωρισμούς, υπέρ της κοινής προσπάθειας.
Από το φθινόπωρο του 1997 ως την άνοιξη του 2000, οι αρμόδιοι δεν κατάφερναν να καταστήσουν την προετοιμασία προ- τεραιότητα των πολιτικών, οικονομικών, πολιτιστικών, αθλητικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων που απαιτούσε η διοργάνωση. Ο Στρατήγης, μετά την αντικατάστασή του, έκανε δηλώσεις απαξιώνοντας το διάδοχο σχήμα. Θεωρούσε ότι όσοι πήραν τη
θέση του ήταν κατώτεροί του. Δεν το ξεπέρασε ποτέ.
Το 2018, σε βιβλίο του –Αστυγραφία, Εκδόσεις Παπαδόπουλος– βγάζει για την Αγγελοπούλου «χολή», του τύπου:
«Θα υπήρχαν άλλες, σαφώς καλύτερες, επιλογές για τη θέση, αν δεν την είχε επιβάλει ο Σάμαρανγκ».
Ακόμα και όταν πολλά χρόνια αργότερα της ανατέθηκε η διοργάνωση της επετείου του 1821, η δυσφορία του έγινε απρέπεια: Ο δημοσιογράφος Κ. Τσαούσης παρουσίασε μια ανάρτηση του Στρατήγη στο Protagon.gr: «Λάθος η επιλογή της κυρίας Αγγελοπούλου επικεφαλής της Επιτροπής “Ελλάδα 2021”. Η κ. Α είναι ικανή και εργατική δημοσιοσχετίστρια και είχε προσφέρει τις σχετικές υπηρεσίες της και στον κ. Τσίπρα ως σύμβουλός του».
Οὐκ ἐᾷ με καθεύδειν. Οι επιτυχίες της το 1997 και το 2004 δεν του ήταν αρκετές. Με δεκαέξι χρόνια καθυστέρηση της απέδιδε ότι «δεν ανέδειξε το εκπαιδευτικό υπόβαθρο των Ολυμπιακών Αγώνων». Ακόμη δεν είχε καταλάβει ο –μακαρίτης πλέον, και ευπρεπής κατά τα λοιπά, δικηγόρος– τι του είχαν αναθέσει… Εντελώς αντίθετη νοοτροπία και συμπεριφορά από αυτή του Κ. Μπακούρη.
Άλλοι παράγοντες της «αστικής Αθήνας» απλώς κρατού- σαν αποστάσεις. Ο ίδιος δημοσιογράφος αναφέρει ότι o Χρήστος Λαμπράκης ζήτησε από το συντακτικό προσωπικό του «να γίνει ρεπορτάζ και, κυρίως, να ερωτηθεί “η κυρία” για τα σχέδια των στενών συνεργατών της, αλλά και για τις δικές της προσωπικές προθέσεις».
Ορατές συγκρούσεις της Γιάννας με το Συγκρότημα Λαμπράκη πάντως δεν υπήρξαν. Πλην μίας περίπτωσης που η Χρήστου Λαδά έκανε μια δημοσιογραφική απρέπεια –επιχειρηματικού χαρακτήρα– κατά του Θ. Αγγελόπουλου, αλλά στη συνέχεια τη μάζεψε…
Για να επιστρέψουμε στο σοκ που προκάλεσε η αυστηρή προειδοποίηση Σάμαρανγκ στην κυβέρνηση, ο Κώστας Λαλιώτης πρότεινε να επιστρέψει η «ομάδα της νίκης». Ήδη από τη Λωζάνη, η ΔΟΕ ζητούσε επειγόντως να αναλάβει τη σωτηρία της διοργάνωσης η Γιάννα Αγγελοπούλου.
Υπό το κράτος της διεθνούς δυσφορίας για το επικείμενο ναυάγιο, ο πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης –την ανάγκη φιλοτιμία ποιούμενος– της πρόσφερε την ηγεσία της Οργανωτικής Επιτροπής.
Πρακτικά, κρεμάστηκε πάλι από τους Αγγελόπουλους, για να σωθεί και ο ίδιος από τη συμφορά που θα τον έβρισκε, αν η ΔΟΕ απέσυρε οριστικά την εμπιστοσύνη της από την Αθήνα.
Είχε όμως ήδη χαθεί πολύς χρόνος…
Μια πρόταση εν αναμονή
Η αλήθεια είναι ότι τον Κώστα Σημίτη είχε απασχολήσει και νωρίτερα το ενδεχόμενο της επιστροφής Αγγελοπούλου. Αλλά δυσκολευόταν να το προτείνει, αφού δεν της είχε ζητήσει, έστω για τους τύπους, να αναλάβει τη διοργάνωση όταν έφερε τους Αγώνες στην Αθήνα. Άσχετα αν η ίδια δεν θα το δεχόταν εκείνη τη στιγμή…
Από την άνοιξη του 1998, είχε επιδιώξει επαφή με τους Αγγελόπουλους και σε μια από τις επισκέψεις του στο Λονδίνο ως πρωθυπουργός πήγε, με τη σύζυγό του, στο σπίτι τους. Στον πύργο τους, για την ακρίβεια.
Εκεί, μετά από διάφορες περιστροφές –και αφού έδειξε κάτι… φακίρικα κόλπα στα παιδιά τους–, ζήτησε από την οι- κοδέσποινα να αναλάβει… αντιπρόεδρος της Οργανωτικής Επιτροπής. Με αρμοδιότητα τις… διεθνείς σχέσεις – χωρίς να μετακινηθεί από την Αγγλία. Απίστευτο! Πρότεινε θέση νούμερο 2, στη γυναίκα που κέρδισε τους Αγώνες, ως νούμερο 1!
Δεν πρέπει να αισθάνθηκε άνετα, όταν η Αγγελοπούλου τού είπε ευγενικά, αλλά ψυχρά: «Δεν θα δεχθώ τίποτε που να μη μου δίνει την απόλυτη ευθύνη για τις αποφάσεις». Και η συνάντηση έληξε άδοξα.
Τις μέρες του θορύβου λόγω της αποπομπής Στρατήγη, η Αγγελοπούλου δέχτηκε στο Λονδίνο προσωπικό τηλεφώνημα από τον πρωθυπουργό.
Αφού εξομολογήθηκε την ανησυχία του για τη βραδυπορία της Οργανωτικής Επιτροπής και την «απαράδεκτη» επιμονή Στρατήγη να παραστεί στον γάμο της Αλεξίας –που «εξέθετε την κυβέρνηση»– της ζήτησε μια ασυνήθιστη χάρη: να μην παραστεί ούτε η ίδια σε αυτόν τον γάμο!
Αιφνιδιάστηκε, αλλά κατάλαβε ότι τα πράγματα είχαν ζορίσει για τον πρωθυπουργό. Δεν του απάντησε, αλλά τελικά του έκανε τη χάρη. Ψυχανεμιζόμενη ότι κάτι θα της ζητήσει, του έδωσε χρόνο. Στον γάμο πήγε μόνο ο Θόδωρος Αγγελόπουλος.
Η παράκληση του Σημίτη προς την Αγγελοπούλου να θυσι- άσει μια κορυφαία κοινωνική σχέση της είχε στην ούγια αυτό που θα έλεγε κάποιος «εθνικό συμφέρον» και ταυτόχρονα ήταν αναγκαστική προσγείωση για τον ίδιο.
Δεχόταν από παντού πιέσεις να της αναθέσει τη διοργάνωση. Αλλά αποπέμποντας τον Στρατήγη, πώς να συνεχίσει με την ίδια, αν την έβλεπαν στον ίδιο γάμο… Γι’ αυτό δεν της έκανε ευθέως πρόταση. Περίμενε να ξεχαστεί η «βασιλική τελετή» και να ηρεμήσουν τα πράγματα – αλλά οι εξελίξεις με την παρέμβαση Σάμαρανγκ τον προλάβαν.
Ίσως έπαιξε ρόλο και ότι από το θέρος του 1998 εξέταζε το εν- δεχόμενο να προσφύγει σε πρόωρες εκλογές το φθινόπωρο του 1999. Για να αξιοποιήσει το κύμα της χρηματιστηριακής ευφορί- ας και την περίοδο των τετράπαχων αγελάδων στη Σοφοκλέους. Θα τις έκανε, αν δεν τον προλάβαινε ένα τσουνάμι: ο με- γάλος σεισμός στην Αττική. Τελικά, μεταφέροντας τις εκλογές για τις 9 Απριλίου του 2000, έφυγε το άγχος για ενδεχόμενο κομματικό κόστος από την επανασύνδεση της κυβέρνησής του με την Αγγελοπούλου. Εκών άκων πλέον μπορούσε να ανακοινώσει την επιστροφή της.
Πρέπει να σημειωθεί ότι, παρότι η χώρα επρόκειτο να ενταχθεί τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς στην Ευρωζώνη, ο Σημίτης λίγο έλειψε να χάσει εκείνες τις εκλογές από τον ανερχόμενο Κώστα Καραμανλή.
Κανείς δεν μπορεί να υπολογίσει τι είδους συνέπειες θα υπήρχαν στην ολυμπιακή προετοιμασία. Πάντως, σε μια συ- ζήτηση στη Βουλή, λίγο μετά την πρόσκληση της Γιάννας από τον Σημίτη, ο αρχηγός της ΝΔ επικρότησε –δίκην διεκδίκησης της πατρότητας– την πρωθυπουργική πρωτοβουλία.
Έτσι οι περισσότεροι συμπεραίνουν ότι την Αγγελοπού- λου θα καλούσε και η κυβέρνηση Κώστα Καραμανλή. Αν μη τι άλλο γιατί μετά τη βόμβα Σάμαρανγκ καμιά κυβέρνηση δεν είχε περιθώρια για νέα πειράματα.
Σε κάθε περίπτωση, εκείνη τη στιγμή δεν υπήρξε ούτε ένας που να μην αναγνώριζε ότι, αν υπήρχε πιθανότητα να σωθούν οι Αγώνες, αυτή βρισκόταν στα χέρια της γυναίκας που τους έφερε…
Εν τω μεταξύ, ήδη από την πλευρά της η Αγγελοπούλου, μετά το αγχωμένο τηλεφώνημα Σημίτη, είχε διαβάσει σωστά το μήνυμα και είχε αρχίσει να παρακολουθεί συστηματικά την προετοιμασία, που έβαινε προς αποτυχία.
Τελικά, με καθυστέρηση εννέα μηνών από την επικοινω- νία για βολιδοσκόπηση του Έλληνα πρωθυπουργού μαζί της, πήρε την πρόσκληση της ανάληψης ευθυνών που φαίνονταν ασήκωτες. Το ερώτημα ήταν πόσο δίκιο περιέκλειε η παροιμία «ποτέ δεν είναι αργά».
Διάσωση εν πτήσει
Την άνοιξη του 2000, το ζεύγος Αγγελοπούλου ήταν απασχολημένο πρωτίστως με τις επιχειρήσεις του. Έτσι το μόνο που δεν περίμεναν την ώρα που δειπνούσαν μετά την όπερα στο Σάλτσμπουργκ της Αυστρίας –που είχαν πάει για Σαββατοκύριακο–, ήταν το τηλεφώνημα της Λένας Ζαχοπούλου από την Αθήνα: «Θέλει να σας μιλήσει ο πρωθυπουργός».
Κάλεσε τον Κώστα Σημίτη και όταν του είπε πού την πετυχαίνει, πρώτα «ζήλεψε» και μετά ρώτησε –με τον τυπικό, άχρωμο, τρόπο του…– «πότε σχεδιάζουν» να βρίσκονται στην Ελλάδα! Δεν είχαν τέτοια σχέδια, αλλά, αν υπήρχε λόγος, θα το έκαναν.
«Ελάτε στο Μαξίμου τη Δευτέρα το βράδυ, που τα πράγματα είναι πιο ήσυχα και θα έχουν φύγει οι κάμερες και οι δημοσιογράφοι».
Όταν πήρε τον Σάμαρανγκ, της είπε: «Βρίσκονται κοντά στην κόκκινη κάρτα και είναι στο έλεός σου. Ο Σημίτης σε χρειάζεται και θα συμφωνήσει σε οτιδήποτε ζητήσεις. Αλλά σε εξορκίζω, να τα πάρεις γραπτά».
Του απάντησε: «Δεν οργανώνονται Ολυμπιακοί Αγώνες σε τέσσερα χρόνια». Αλλά όταν δέχτηκε να τους κάνει να γίνονται, γραπτές εγγυήσεις δεν ζήτησε – και το μετάνιωσε.
Γνώριζε ότι πολλοί είχαν ασκήσει πιέσεις για την επιστροφή της: η ΔΟΕ, οι χορηγοί, τα τηλεοπτικά δίκτυα, η αθλητική οικογένεια, τα ΜΜΕ, υπουργοί. Αλλά και η ελληνική κοινωνία, όπως προέκυπτε από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Κάπως έτσι βρέθηκε τη Δευτέρα 8 Μαΐου 2000, εκτός προγράμματος, στο Μέγαρο Μαξίμου.
Ο πρωθυπουργός την υποδέχτηκε με το χαμόγελο της αμηχανίας – που τον χαρακτήριζε σε αυτές τις περιπτώσεις. Και άρχισε τη συζήτηση σαν να ήταν κάποιος… τρίτος: ανίχνευε αν θα δεχόταν την πρόταση να επιστρέψει – σε έναν ρόλο που… δεν της είχε αναθέσει όταν έπρεπε!
«Μου προτείνετε να αναλάβω την ευθύνη της ολυμπιακής προσπάθειας;» τον ερώτησε ευθέως – δύο φορές.
Λύθηκε η γλώσσα του και της πρόσφερε την προεδρία της Οργανωτικής Επιτροπής. Με τη διαβεβαίωση ότι η κυβέρνηση θα στήριζε με κάθε τρόπο τις προσπάθειές της.
Θα είχε πλήρεις εξουσίες και ουδείς υπουργός θα της δημιουργούσε προσκόμματα, όπως στην περίοδο της διεκδίκησης. Πρακτικά της ζητούσε να αναλάβει επιχείρηση διάσωσης εν πτήσει.
Ίσως η δεινή θέση του Σημίτη δεν θα την επηρέαζε, αν δεν ήταν και δεινή θέση της χώρας. Υπήρχε πράγματι το ενδεχό- μενο να μετακινήσει η ΔΟΕ τους Αγώνες από την Αθήνα.
Είχε βρει και πού: Το Σίδνεϊ είχε ήδη έτοιμες τις εγκαταστά- σεις για τη διοργάνωση του 2000, που είχε αναλάβει για το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς. Η επανάληψη το 2004 θα ήταν παιχνίδι για τους Αυστραλούς.
Για την Ελλάδα θα ήταν εξευτελισμός.
Αρχή με αναταράξεις
Στις 9 Μαΐου του 2000 η ελληνική κυβέρνηση επισημοποίησε τον διορισμό της Γιάννας Αγγελοπούλου ως πρώτης γυναίκας στον πλανήτη που βρέθηκε επικεφαλής οργάνωσης Ολυμπιακών Αγώνων. Υπό τις επευφημίες των «Αθανάτων» και τα θετικά σχόλια των διεθνών και ελληνικών ΜΜΕ.
Ως τα μέσα του θέρους του 2000 η προσωπογραφία της Επιτροπής ΑΘΗΝΑ 2004 άλλαξε, με νέα πρόσωπα τον Κώστα Λιάσκα και τον Σπύρο Καπράλο, ενώ ήδη είχε ενταχθεί στην Επιτροπή ο Μάρτων Σίμιτσεκ, που αναδείχθηκε σε «άνθρωπο-Ολυμπιακοί Αγώνες» και Νο 2, μετά την Αγγελοπούλου.
Όλοι εκθείαζαν την απόφαση του πρωθυπουργού. Αλλά για την ίδια υπήρχε μια εκκρεμότητα που έπρεπε να διευθετη- θεί άμεσα: να αρθεί η προηγούμενη ανακοίνωση του Χουάν Αντόνιο Σάμαρανγκ ότι η ΔΟΕ σκέφτεται να αφαιρέσει τη διορ- γάνωση από την Αθήνα.
Δεν ήταν απλό. Η ΔΟΕ και ο επικεφαλής της εμπιστεύονταν την Αγγελοπούλου και τους συνεργάτες της στην Επιτρο- πή Διεκδίκησης, που επανήλθαν. Αλλά έπρεπε να πειστούν εμπράκτως ότι η Ελλάδα ήταν σε θέση να ολοκληρώσει την προετοιμασία μετά τον χρόνο που χάθηκε. Ως τότε το φάντα- σμα της απόσυρσης θα παρέμενε.
Ήταν το πρώτο που έπρεπε να διαχειριστεί η Γιάννα με- ταβαίνοντας στην Αυστραλία για την έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων του Σίδνεϊ, κομίζοντας και δείγματα προόδου. Προετοιμάστηκε επαρκώς, αλλά οι επιφυλάξεις στην ολυμπιακή κοινότητα δεν εξέλειπαν. Ιδίως από όσους παρατήρησαν ότι δεν τη συνόδευε ο Έλληνας υπουργός Πολιτισμού Θεόδωρος Πάγκαλος, που ήταν αρμόδιος για τους Αγώνες από την πλευρά της κυβέρνησης. Έπρεπε να απαντά σε κριτικές, χωρίς να έχει πολιτική στήριξη, επί του πεδίου.
Εκείνες τις μέρες έγινε μεγάλη προσπάθεια στον εξοπλισμένο με σύγχρονη τεχνολογία χώρο που ενοικίασε η Επιτροπή απέναντι από το ξενοδοχείο της ΔΟΕ για να παρουσιαστεί σε κάθε μέλος της ΔΟΕ η πρόοδος της Αθήνας, αλλά και η αποφασιστικότητα της νέας Οργανωτικής Επιτροπής.
Οι ανοιξιάτικοι φόβοι της Αγγελοπούλου ότι στην πρώτη στροφή την περίμενε κρίση επιβεβαιώθηκαν με την αιφνίδια άρνηση του Πάγκαλου να πάει στο Σίδνεϊ. Η απουσία του αδυνάτιζε την προσπάθειά της να πείσει ότι η ολυμπιακή προετοιμασία της Αθήνας μπήκε στις ράγες της.
«Δεν είναι ανάγκη να πάμε όλοι στο Σίδνεϊ και έχω πολύ σοβαρές δουλειές στην Αθήνα», δικαιολογήθηκε με το πομπώδες ύφος του ο υπουργός, που μία εβδομάδα πριν ήταν καλεσμένος των Αγγελόπουλων στη Βερόνα, σε όπερα του Βέρντι.
Υπό την πίεση των ΜΜΕ επιβεβαίωσε ότι είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τη Γιάννα Αγγελοπούλου για «διάφορα θέματα που την απασχολούν». Διευκρινίζοντας: Στην κυβέρνηση δεν υπήρξε θέμα παραίτησής του.
Ωστόσο, όταν η αποστολή επέστρεψε από την Αυστραλία, υποχρεώθηκε να παραδώσει το Υπουργείο Πολιτισμού στον Βαγγέλη Βενιζέλο, που το διατήρησε ως τον Μάρτιο του 2004, οπότε και ηττήθηκε το κόμμα του στις εκλογές.
Η συμβολή του υπήρξε αποφασιστική και οι θετικές αναφορές του για το επίτευγμα του 2004 υπό την Αγγελοπούλου συνεχίζονται μέχρι σήμερα, προβάλλοντας ως υπόδειγμα τη δουλειά που έγινε τότε.
Η συνέχιση της συνεργασίας της Αγγελοπούλου με τον Πάγκαλο θα ήταν αδιανόητη, μετά το «χουνέρι» της απουσίας του. Ο ίδιος δεν το έβλεπε έτσι: «Εγώ με την κυρία Αγγελοπούλου έχω παλαιότατη φιλία, η οποία συνεχίζεται και θα συνεχίζεται και μετά το τέλος των Ολυμπιακών Αγώνων».
Για την πρόεδρο της Οργανωτικής Επιτροπής ήταν μήνυμα από τα παλιά. Δεν σκόπευαν όλα τα μέλη της κυβέρνησης να συντονιστούν με τον πρωθυπουργό στην υποστήριξη του έργου που ανέθεσε στην Αγγελοπούλου.
Μαζί τους και άλλοι. Τον Οκτώβριο του 2000, υπήρξε πρόωρη και επεισοδιακή απομάκρυνση από την Οργανωτική Επιτροπή του Κώστα Λιάσκα. Συγκρούστηκε με τον υπουργό ΠΕΧΩΔΕ Κώστα Λαλιώτη για τους τεχνικούς συμβούλους στα δημόσια έργα υποδομής των Αγώνων. Η Αγγελοπούλου ζήτησε την παραίτησή του και ο πρωθυπουργός την επικύρωσε.
Τον Δεκέμβριο του 2000 παραιτήθηκε ο Π. Συναδινός και τη θέση του ως διευθύνοντος συμβούλου πήρε ο Γιάννης Σπανουδάκης. Στο επόμενο διάστημα θα γίνονταν και ακόμα κάποιες αντικαταστάσεις στην Οργανωτική Επιτροπή.
Ορισμένες αναγκαστικά, επειδή υπήρχαν μέλη εξ οφίτσιο. Η αποχώρηση του Γιάννη Σγουρού, που αντικαταστάθηκε από τη θέση του Γενικού Γραμματέα Αθλητισμού, ήταν απώλεια για την Επιτροπή. Είχε καλή χημεία με την Αγγελοπούλου, ήταν αφοσιωμένος στην ολυμπιακή υπόθεση και γνώριζε την αθλητική πραγματικότητα της χώρας.
Εν τω μεταξύ η κατάσταση ήταν πάντα στο κόκκινο. Για παράδειγμα, το Ολυμπιακό Χωριό και 18 αθλητικές εγκαταστάσεις βρίσκονταν ακόμη στα χαρτιά. Και σε λίγο –μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001 στις ΗΠΑ– ανέβηκε δραματικά ο πήχης στα θέματα ασφαλείας, με αντίστοιχο κόστος και περίπλοκες προϋποθέσεις.
Στο οργανωτικό πεδίο, κρίσιμες διεθνείς συνεργασίες βρίσκονταν στον αέρα και απειλούσαν την προετοιμασία. Όπως η διαπραγμάτευση των εθνικών χορηγικών προγραμμάτων. Ενώ το αμερικανικό τηλεοπτικό δίκτυο NBC καθυστερούσε την πρώτη δόση για τα τηλεοπτικά δικαιώματα, επιφυλασσόμενο για την τύχη των Αγώνων.
Ήδη είχε καθυστερήσει η διεξαγωγή του διεθνούς διαγωνισμού ο οποίος ανέδειξε την ISB του Μανόλο Ρομέρο –που είχε εμπειρία προηγούμενων διοργανώσεων– ως πλειοδότρια. Διεξήχθη μόλις τον Μάιο του 2000, και η Αγγελοπούλου έπρεπε να περιμένει ως τον Νοέμβριο για να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες της σύμβασης για την παραγωγή και μετάδοση του σήματος των Αγώνων.
Η Οργανωτική Επιτροπή –έχοντας διασφαλίσει έσοδα τριπλάσια του κόστους– συνέστησε με την ISB την Αθηναϊκή Ολυμπιακή Ραδιοτηλεοπτική ΑΕ, για καλύτερο συντονισμό στον σχεδιασμό και έλεγχο στο αποτέλεσμα.
Για κάποια θέματα, που καθυστερούσαν, η Αγγελοπούλου έπρεπε να αποφασίζει μόνη της. Ο Σημίτης ήθελε ειλικρινά να πέτυχει, αλλά δεν τα έβαζε με τους υπουργούς που ολιγωρού- σαν. Το είχε εξηγήσει: Ήταν οι «άνθρωποί» του.
Όταν πήρε την κατάσταση στα χέρια της, αντιμετώπισε τη χρονοτριβή, ενοποιώντας λειτουργικά την, πενταμελή πλέον, Οργανωτική Επιτροπή με το προσωπικό επιτελείο της.
Ως το τέλος του 2000, όλοι οι εμπλεκόμενοι είχαν καταλάβει ότι πλέον η ορχήστρα διευθύνεται από έναν. Για την ακρίβεια από μια – και τα σκυλιά δεμένα…Ήταν αυτό που είχε ανάγκη η διοργάνωση για να ξεκολλήσει από το τέλμα.
Στην κόψη του ξυραφιού
Όταν επέστρεψε η Αγγελοπούλου –με τη διοργάνωση να βαδίζει στα βράχια–, έπρεπε να αντιμετωπιστούν από την αρχή ακόμα και στοιχειώδη θέματα.
Ανάμεσα στα άλλα, οι προκάτοχοί της είχαν μεταφέρει την έδρα της Επιτροπής από το Ζάππειο σε ένα ανεπαρκές και ακατάλληλο κτίριο, σε σημείο της πόλης με κυκλοφοριακή συμφόρηση: Αλεξάνδρας και Κηφισίας.
Ένα διεθνές σουπερμάρκετ στο ισόγειο παραβίαζε, με τις επιγραφές του, τους συμβατικούς κανόνες προστασίας του σήματος των Αγώνων.
Ήταν περισσότερο σοβαρό από όσο έδειχνε, όταν έχεις να κάνεις με τη ΔΟΕ, που περιφρουρεί με αυστηρότητα το σήμα της και τα εμπορικά δικαιώματα των χορηγών της.
Χρειάστηκε ειδική προσπάθεια και αγώνας δρόμου για να μετακομίσει η έδρα στη Νέα Ιωνία, ώστε η Επιτροπή, στην πλήρη ανάπτυξή της, να λειτουργήσει με άνεση. Στο επόμενο διάστημα, προσπαθώντας να βρει λύσεις, δημιουργήθηκαν κρίσεις ακόμα και στις σχέσεις της με τον πρωθυπουργό, που ενίοτε έδειχνε να χάνει την αίσθηση του κατεπείγοντος.
Υποσχέθηκε διευκολύνσεις και απόλυτη εξουσία στην Επιτροπή. Τυπικά τις εκχώρησε, αλλά η κυβερνητική γραφειοκρατία είχε άλλη γνώμη, χωρίς συνέπειες.
Έπρεπε να τον συναντάει προσωπικά κάθε φορά για να εξασφαλιστούν εγκρίσεις δαπανών, κάθε είδους άδειες, ή ακόμα και αποφάσεις για τρέχουσες διευθετήσεις.
Κάποια στιγμή ο Σημίτης –θεωρώντας ενδεχομένως ότι όλα έχουν τακτοποιηθεί– έφτασε να της μεταφέρει, μέσω του γραφείου του, ότι «ήταν απασχολημένος», όταν τον αναζήτησε επειγόντως.
Για να βγει στο τηλέφωνο και να δεχτεί να συναντηθούν, απείλησε ότι θα μιλήσει στους δημοσιογράφους που έκαναν ρεπορτάζ έξω από το Μέγαρο Μάξιμου.
Όλα έδειχναν να κινούνται στην κόψη του ξυραφιού, με εμπόδια που δεν έπρεπε να υπάρχουν και τη μετακίνηση υποχρεώσεων στον χρόνο – που δεν υπήρχε.
Με αποφασιστικότητα –και την παραίτηση στην τσέπη– επέβαλε να αλλάξουν μετά τη δομή της Επιτροπής και τα πρόσωπα, ο προϋπολογισμός και οι ρυθμοί. Να εκπονηθούν σχέδια ενημέρωσης της κοινής γνώμης και κινητοποίησης του κράτους –με ειδικές συμβάσεις– Μνημόνια συνεργασίας της Επιτροπής, ανά υπουργείο. Και κυρίως να επισπευσθούν οι απαιτούμενες ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις.
Τελικά ο πρωθυπουργός έδειξε την αποφασιστικότητα που χρειαζόταν για να αλλάξει το κλίμα στην κυβέρνηση. Στις συνεδριάσεις της Διυπουργικής, επέβαλε να κάθεται η Αγγελοπούλου δίπλα του. Ως μήνυμα για το ποιος ήταν το αφεντικό στη διοργάνωση.
Οι υπουργοί, μετά την αρχική αφασία, τη διευκόλυναν με νόμους και κυβερνητικές παρεμβάσεις υποστήριξης. Έμαθαν να τη σέβονται και να αναγνωρίζουν ότι δεν μπορούσαν να της φέρνουν αντιρρήσεις. Ούτε καν να… μετακινήσουν την τσάντα της από μια καρέκλα, για να καθίσουν οι ίδιοι.
Όταν οι νομοθετικές διευθετήσεις πέρασαν από τη Βουλή χωρίς αναταράξεις, η πρόεδρος της Επιτροπής αισθάνθηκε ότι είχε λυμένα τα χέρια της.
Τότε όλοι είδαν τι ακριβώς ήταν το θρυλικό –από την περίοδο της διεκδίκησης– «μάνατζμεντ της Γιάννας», που έβρισκε λύση σε οποιεσδήποτε συνθήκες.
Σταχανοφισμός
Στα μέσα του 2000, παρότι είχαν παρέλθει τρία χρόνια από την ανάθεση, το προσωπικό της Επιτροπής ΑΘΗΝΑ 2004 δεν ξεπερνούσε τα εκατόν εξήντα πέντε άτομα, από τις χιλιάδες που θα χρειαζόταν μέχρι την έναρξη των Αγώνων.
Η Αγγελοπούλου κάλυψε το διάγραμμα των προσλήψεων δίνοντας ίσες ευκαιρίες ανεξαρτήτως φύλου, φυλής, θρησκεί- ας ή υπηκοότητας.
Το σύνολο του έµµισθου προσωπικού, διαπιστευμένου για τη διεξαγωγή των Αγώνων, έφτασε τα 13.710 και προσλήφθηκε σταδιακά και κατά τις ανάγκες. Ο κύριος όγκος των προσλήψε- ων έγινε το τελευταίο τρίμηνο, ενώ απασχολήθηκαν και χιλιά- δες ασκούμενοι – με ειδικά προγράμματα κατάρτισής τους.
Αν έχει κάποια αξία: από το σύνολο του έµµισθου προσω- πικού, το 49% ήταν γυναίκες, το 64% ήταν ηλικίας από 18 έως 30 ετών, και το 51% ήταν πτυχιούχοι ανώτατης εκπαίδευσης, εκ των οποίων 6,3% µε µεταπτυχιακό και 0,5% µε διδακτορικό. Στο έµµισθο προσωπικό συµπεριλαµβάνονταν υπήκοοι άλλων χωρών, αλλά η συντριπτική πλειοψηφία –97%– ήταν Έλληνες, μεταξύ τους και ομογενείς.
Η Επιτροπή προσλάμβανε με κριτήριο τα προσόντα, χωρίς πολιτικές παρεμβάσεις. Ταυτόχρονα αναζήτησε την αφρόκρεμα της ελληνικής δημόσιας διοίκησης, για ένταξη στην προετοιμασία.
Στο τέλος έμπειροι δημόσιοι υπάλληλοι, στελέχη από τον ιδιωτικό τομέα, νέοι επιστήμονες και άλλοι ειδικοί διαμόρφω- σαν μια μεγάλη ομάδα την οποία συντόνιζε προσωπικά η Αγγελοπούλου, με το επιτελείο της.
Οι αμοιβές ήταν καλύτερες από αντίστοιχες στον δημόσιο, ή και στον ιδιωτικό, τομέα. Αλλά συνιστά αδικία η επίκριση για το ύψος τους: Όσοι δούλεψαν στην προετοιμασία των Αγώνων, ξεπερνούσαν τον εαυτό τους.
Ο κανόνας για όσους προσλαμβάνονταν ήταν ότι μέχρι τους Αγώνες δύο πράγματα έπρεπε να ξεχάσουν: τον ύπνο και το σπίτι τους. Όπως είχε στηθεί η «μηχανή», και ένα γρανάζι να έλειπε προκαλούσε καθυστέρηση.
Η ατμόσφαιρα στα, ανοιχτού χώρου, γραφεία των νέων εγκαταστάσεων απέπνεε εντατικοποίηση. Νέες γυναίκες απέ- φευγαν ακόμη και να ντύνονται με τρόπο που να αποσπά την προσοχή και κάποιες ανέβαλαν την εγκυμοσύνη τους.
Δεν ήταν υποχρέωση, αλλά θέμα επαγγελματισμού. Δεν έπρεπε να χαθεί ούτε λεπτό εργασίας, με απουσίες και περι- σπασμούς.
Το πεδίο στο οποίο η Αγγελοπούλου δεν άφηνε το παραμι- κρό περιθώριο παρεκτροπής ήταν τα ζητήματα του προϋπο- λογισμού της Επιτροπής: «Ένα ευρώ παραπάνω και θα μας κρεμάσουν όλους μας», έλεγε – μετά λόγου γνώσεως. Αν δεν υπήρχε σαφής νομική πρόβλεψη, κάλυπτε τις δαπάνες η ίδια. Δεν άφηνε επίσης τίποτε στην τύχη του, ελέγχοντας σχολαστι- κά η ίδια τα πάντα.
Ένα μυστικό της επιτυχίας της ήταν να… κρατάει μυστικά τα προβλήματα που θα μπορούσαν να ανακόψουν την επιτάχυν- ση της προετοιμασίας. Η αισιοδοξία ήταν κλειδί της επιτυχίας.
Κέρδισε τον χαμένο χρόνο με δουλειά από όλους που υπε- ρέβαινε δραστικά τους συνήθεις ρυθμούς – ακόμα και σε καλά οργανωμένες ιδιωτικές εταιρείες. Αλλά ο εθελούσιος «σταχανοφισμός» δεν ήταν χωρίς συνέπειες.
Όσο προχωρούσε η προετοιμασία, απομακρυνόταν μεν ο κίνδυνος της απώλειας των Αγώνων, αλλά οι εργαζόμενοι άρ- χισαν να φτάνουν στα όρια της αντοχής τους. Τα διαζύγια στο προσωπικό της Οργανωτικής Επιτροπής αυξήθηκαν.
Στενοί συνεργάτες της κατέρρεαν, αλλά αρνούνταν να αναπαυθούν. Ακόμα και μετά από έμφραγμα.
Η Αγγελοπούλου στο βιβλίο της αναφέρεται και στις συνέπειες που είχε στην ίδια και την οικογένειά της η υπεραπασχόλησή της στην Επιτροπή. Άντεξε ως την ώρα που έσβησαν τα φώτα της τελετής Λήξης.
Από την επομένη άρχισε να εκδηλώνεται η οργανική απο- δυνάμωσή της. Μέχρι που πήρε τον δρόμο για το νοσοκομείο –στην Ελβετία– με βαριά κλονισμένη υγεία.
Μασκότ!
Όταν από τα μέσα του 2003 άρχισαν τα δοκιμαστικά –Test Events– στις εγκαταστάσεις, το ημερολόγιο άρχισε να μετράει αντίστροφα τους μήνες, τις εβδομάδες και τις μέρες – για να μην πούμε και τις ώρες.
Η συλλογική προσοχή εστίαζε πλέον όλο και περισσότερο προσωπικά στη Γιάννα Αγγελοπούλου.
Δεδομένου ότι η επικείμενη πολιτική αλλαγή του Μαρτίου του 2004 ενείχε την προοπτική να αντικατασταθούν πρόσω- πα σε κομβικά σημεία του κράτους που είχαν σχέση με τους Αγώνες, ήταν η μόνη σταθερά. Εγγύηση ότι θα συνεχιστεί απρόσκοπτα η πορεία που διασφάλιζε την επιτυχία.
Όταν η αλλαγή κυβέρνησης δεν περιόρισε τον ρόλο της, δεν επηρέασε την ανθρωπογεωγραφία της διοργάνωσης και δεν ανέκοψε τους ρυθμούς της, άρχισε να γίνεται ευρέως ορα- τή η αλληλεπίδραση ανάμεσα στη Γιάννα και τους Αγώνες. Ως μεγέθη που αλληλοκαθορίζονταν πλέον: Ό,τι ήταν θετικό ή αρνητικό για το ένα, ήταν και για το άλλο. Αυτή η σχέση κατέ- στησε τη δημόσια παρουσία της παράγοντα της προετοιμασίας και καταλύτη στη σχέση των Αγώνων με την κοινή γνώμη.
Ήταν κάτι σαν αυγό του Κολόμβου: Τι είδους Αγώνες θέλουμε εξαρτάται από το τι είδους Γιάννα θα έχουμε. Και ταυτόχρονα, τι νομίζουμε για τους Αγώνες συναρτάται με τι νομίζουμε για τη Γιάννα.
Λίγο απλουστευτικό, αλλά όσοι συμπαθούσαν την πρόεδρο της Οργανωτικής Επιτροπής εξοικειώνονταν εύκολα με τη διοργάνωση και αντιστρόφως. Ήταν ορατό σε ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού και έπαιξε –θετικό– ρόλο στην τε- λευταία φάση.
Από αυτή την άποψη η Αγγελοπούλου –είτε το συνειδητοποιούσε η ίδια, είτε όχι– κουβαλούσε και επικοινωνιακό φορτίο, πέρα από την πρακτική ευθύνη για την ποιότητα και το αποτέλεσμα της δουλειάς της. Δηλαδή, εκτός από μάνατζερ, ήταν και… μασκότ των Αγώνων.
Με τη συλλογική και ατομική υπερπροσπάθεια, η μηχανή πήρε μπροστά και άρχισε να φαίνεται αποτέλεσμα, προς ανα- κούφιση των εμπλεκομένων, εντός και εκτός της χώρας.
Έκπληκτος για τη μεταβολή ο τότε Ευρωπαίος επίτροπος Περιφερειακών Υποθέσεων Μισέλ Μπαρνιέ θεωρούσε αυτο- νόητο ότι αυτό το μοντέλο εργασίας θα επεκτεινόταν μετά τους Αγώνες και θα άλλαζε την Ελλάδα.
Υπολόγιζε χωρίς την ελληνική πολιτική τάξη…
Θα προλάβουμε;
Καθώς ανέβαινε ο δείκτης του ενδιαφέροντος, τα ερωτήματα που κυριαρχούσαν ήταν: «Θα προλάβουμε;», «Θα πετύχουμε;» Όλοι πλέον το συναρτούσαν με τη δουλειά της Επιτροπής.
Σε αυτό το πλαίσιο, το προφίλ της Αγγελοπούλου άρχισε να γίνεται οικείο και συμβατό με το περιεχόμενο των Αγώνων. Ξεχώριζε για λόγους που σχετίζονταν πλέον με τη διοργάνωση και όχι για την οικογένειά της, ή για τον τρόπο ζωής της. Τα κακεντρεχή σχόλια κάποιων κύκλων δεν έβρισκαν απήχηση. Η δημόσια εικόνα της αποκτούσε διαρκώς τα στοι- χεία της δουλειάς που έκανε, και η ίδια το ενίσχυσε: Ύφος, ντύσιμο, διάθεση και ρητορική ήταν συμβατά με την κοινή προσπάθεια, κατά συγκεκριμένο και αναγνωρίσιμο τρόπο. Οι πολλές «Γιάννες» προηγούμενων περιόδων συμπτύχθηκαν σε ενιαίο τύπο εμφάνισης, εκφοράς λόγου και κίνησης του σώματος – όλα με ολυμπιακό πρόσημο.
Αυτό προκαλούσε συναισθήματα, παρέπεμπε σε συμβολισμούς και λειτουργούσε τροφοδοτικά για τους Αγώνες, κατά τον τρόπο που τους ήθελε η καμπάνια της Επιτροπής: άρτιους και ελληνικούς.
Καθώς η δημόσια παρουσία της δεσμευόταν όλο και περισσότερο από τη φύση του εγχειρήματος, η εικόνα της είχε πλέον μόνο ολυμπιακά στοιχεία: ανάμεσα σε συνεργάτες της στο γραφείο, ανάμεσα σε αθλητές στα προπονητήρια, ανάμεσα σε κόσμο στον δρόμο και στα στάδια, ανάμεσα σε νέους στα εκπαιδευτήρια των εθελοντών, ανάμεσα σε εργαζόμενους στα εργοτάξια. Όχι μόνο παρούσα, αλλά και συμμετέχουσα.
Στο συλλογικό υποσυνείδητο –και παρά την κριτική από μερίδα των ΜΜΕ, που δεν έλειψε ποτέ– αναγνωριζόταν πλέ- ον ως «κλειδί» των Αγώνων. Η κοινωνία άρχισε να κρέμεται από πάνω της…
Εκείνη την ώρα δεν ήταν σαφές, αλλά εκ των υστέρων ο καθένας μπορεί να το φανταστεί: Ακόμα και όσοι την αποθέ- ωσαν για την επιτυχία, θα την έδειχναν ως υπεύθυνη αν όλα κατέληγαν σε αποτυχία. Δεν έδειχνε να έχει αίσθηση αυτού του ρίσκου. Ή απλώς δεν την απασχολούσε…
Η ώρα του εθνικού φιλότιμου
Η αγωνία για τις προθεσμίες και το τελικό αποτέλεσμα διαμόρφωνε τη δυναμική που χρειαζόταν η προετοιμασία για το «τελευταίο μίλι» και πυροδοτούσε το πιο σημαντικό καύσιμο της προσπάθειας: το ελληνικό φιλότιμο.
Η Αγγελοπούλου κατανοούσε ότι, για να πετύχει τον στόχο της, έπρεπε να απευθυνθεί σε αυτή την πολύ σημαντική κινητήρια δύναμη της κοινωνίας και των προσώπων, ως βασική προϋπόθεση ολοκλήρωσης της προετοιμασίας.
Για κάποιον λόγο –που κανείς δεν έχει εξετάσει– το φιλότιμο ακόμη και όσων υπήρξαν ως τότε αδιάφοροι πράγματι λειτούργησε, όσο η κλεψύδρα της προετοιμασίας άδειαζε. Ειδικά όταν άρχισαν οι δοκιμές στους αθλητικούς χώρους.
Ο διστακτικός τρόπος που αντιμετωπίστηκαν τα test events από τα Μέσα Ενημέρωσης, τα οποία αναδείκνυαν το παραμικρό με αρνητικό τρόπο –παρότι ήταν εξαιρετικά επιτυχημένα από οργανωτικής πλευράς–, τροφοδοτούσε και τους πολιτικούς διαξιφισμούς κυβέρνησης και αντιπολίτευσης.
Κατά περίπτωση προκαλούσε επιφυλάξεις στην κυβέρνηση, και προσωπικά στον πρωθυπουργό Σημίτη, που σε μία τουλάχιστον περίπτωση –στις δοκιμές του κωπηλατοδρομίου στον Σχοινιά– ζήτησε εξηγήσεις, επηρεασμένος από δημοσιεύματα. Αλλά αυτό το κλίμα είχε διπλή ανάγνωση.
Από τη μια αποκάλυπτε ότι υπήρχαν συγχύσεις στη σύνδεση των Αγώνων με την προοπτική της χώρας, αμφιβολίες για τις ικανότητες του κράτους και σε κάποιες νησίδες της κοινωνίας επιφυλάξεις για την Επιτροπή ΑΘΗΝΑ 2004.
Από την άλλη, όμως, έδειχνε ότι θορυβουμένη η κοινή γνώμη υποδήλωνε τη βούλησή της να πετύχουν οι Αγώνες – και με αυτόν τον τρόπο ασκούσε πίεση.
Για τους ειδικούς ήταν θετική εξέλιξη: Από την αρχική φάση «αδιαφορία-καχυποψία» και μετά την περίοδο «αγωνία- αμφιβολία», άρχιζε το τελικό στάδιο «συμμετοχή-ενθουσιασμός». Ό,τι χρειαζόταν πλέον.
Η διαχείριση αυτών των διαπιστώσεων εντάχθηκε στον κεντρικό σχεδιασμό κατά τρόπο που να ενισχύει τη συσπείρωση στην ιδέα των Αγώνων και να τονίζει την εθνική αξία τους και τις θετικές πρακτικές συνέπειές τους. Προκλήθηκαν συλλογικά αισθήματα που ως εκείνη τη στιγμή δεν είχε προ- βλέψει κανείς.
Παραδείγματος χάριν, ο φόβος της αποτυχίας κινητοποί- ησε την αντίδραση: «Οι Έλληνες θα δεχτούμε ποτέ να απο- τύχουμε;» Η επιθετικότητα κύκλων έξω από τη χώρα δια- μόρφωνε εσωτερικό μέτωπο: «Μας υπονομεύουν – θα τους κάνουμε το χατίρι;»
Έτσι προέκυψε γενικό κλίμα αυτοπεποίθησης: «Ε, όχι και να μην τα καταφέρουμε!»
Στον καμβά του ελληνικού φιλότιμου υφάνθηκε στην πορεία η Ελλάδα των Ολυμπιακών Αγώνων – που δεν έμοιαζε με την προηγούμενη.
Αλλά δυστυχώς δεν της έμοιασε η επόμενη…
Χωρίς συμβιβασμούς
Οι αμφισβητήσεις και οι δημοσιογραφικές επιθέσεις που προκαλούσαν δεν έλειψαν ακόμα και όταν η διοργάνωση είχε διασφαλιστεί. Ούτε καν από το εσωτερικό της ΔΟΕ.
Ο Ελβετός δικηγόρος Ντένις Όσβαλντ, επικεφαλής της Συντονιστικής Επιτροπής της ΔΟΕ και ταυτόχρονα πρόεδρος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Κωπηλασίας, που επιτηρούσε τα πάντα, ήταν σκληρός με την Ελλάδα – μέχρι το σημείο της ειρωνείας: «Θα είσαστε έτοιμοι για τους Αγώνες το 2005!» Ακόμα και ο Βέλγος Ζακ Ρογκ, που πήρε τη θέση του Σάμαρανγκ στην ηγεσία της ΔΟΕ, διατύπωνε αμφιβολίες για την έγκαιρη προετοιμασία των αθλητικών εγκαταστάσεων.
Η κριτική από τη ΔΟΕ γενικότερα, μετά το 2001, δεν αφορούσε τη δουλειά της Οργανωτικής Επιτροπής. Εστίαζε –όχι αδικαιολόγητα– στις καθυστερήσεις των κατασκευών –αθλητικές εγκαταστάσεις και υποδομές–, την ευθύνη υλοποίησης των οποίων είχε η κυβέρνηση.
Πράγματι οι περισσότερες, συμπεριλαμβανομένου του ΟΑΚΑ, παραδόθηκαν στην Επιτροπή για την ολυμπιακή τους λειτουρ- γία εξαιρετικά καθυστερημένα, δυσκολεύοντας το έργο της ως προς τις έγκαιρες δοκιμές και τις απαιτούμενες ολυμπιακές προσαρμογές.
Κυρίως αμερικανικά και βρετανικά μέσα ενημέρωσης διόγκωναν αυτή την κριτική και στο τέλος οι περισσότεροι επι- κεντρώθηκαν στο στέγαστρο του Ολυμπιακού Σταδίου –που σχεδίασε ο Ισπανός αρχιτέκτονας Καλατράβα– και στα θέματα ασφάλειας.
Αλλοδαποί ρεπόρτερς προσπαθούσαν να εισχωρήσουν στα στάδια για να αποδείξουν ότι η διοργάνωση ήταν ευάλωτη σε ενδεχόμενο τρομοκρατικό πλήγμα.
Η αμερικανική υπερβολή σε αυτά τα θέματα εμφανίστηκε προς το τέλος της προετοιμασίας, με κάθε επισημότητα. Προκειμένου να παραστεί στην έναρξη ο πρώην πρόεδρος Τζορτζ Μπους, ο Αμερικανός πρέσβης Τόμας Μίλερ αξίωσε επιτακτικά να οπλοφορεί η φρουρά του κατά την παραμονή του στο Ολυμπιακό Στάδιο. «Ούτε να το σκέφτεσαι», του έκοψε τον βήχα η Αγγελοπούλου.
Ο τότε υπουργός Εξωτερικών Πέτρος Μολυβιάτης, στον οποίο διατυπώθηκε η ίδια αξίωση, συντάχθηκε μαζί της.
«Είχα τη διάθεση να τον αρπάξω από τον γιακά», της είπε. Αυτή η υποστήριξη λειτουργούσε ανακουφιστικά στην Αγγελοπούλου. Είχε αναλάβει ένα περίπλοκο έργο, που είχε γίνει ακόμα πιο απαιτητικό: Κανείς δεν είχε διοργανώσει Ολυμπι- ακούς Αγώνες του μεγέθους της Αθήνας σε τόσο ασφυκτικά χρονικά πλαίσια.
Οπότε δεν υπήρχαν περιθώρια για συμβιβασμούς, οποιουδήποτε είδους, και η κυβερνητική αλληλεγγύη ήταν κρίσιμη στην άρνηση υποχωρήσεων έναντι οποιουδήποτε.
Business as usual
Κατά περιόδους τον προγραμματισμό απειλούσε η πολιτική και η επιχειρηματική φαυλότητα. Η πίεση των εργολάβων στον τομέα των κατασκευών και των πάσης φύσεως κρατικών προμηθειών επιβάρυνε το κόστος.
Η χώρα βρισκόταν σε κλίμα εθνικής συστράτευσης, αλλά κάποιοι επιχειρηματίες κερδοσκοπούσαν, και για μερικούς πολιτικούς ήταν απλώς ευκαιρία για ψηφοθηρία. Για παράδειγμα, η κυβέρνηση αξίωσε να αλλάξει το πρόγραμμα της Λαμπαδηδρομίας, για να ωφεληθεί εκλογικά το κυβερνών κόμμα. Η Αγγελοπούλου το απέρριψε με το πιο πειστικό της επιχείρημα: την απειλή παραίτησης.
Για ορισμένους οικονομικούς παράγοντες ήταν business as usual. Ευκαιρία να βγάλουν λεφτά. Εκδηλώθηκαν επιθέσεις από εταιρείες των οποίων δεν είχαν ικανοποιηθεί αιτήματα. Ή από πρόσωπα των οποίων το κλείσιμο του ματιού για «δουλειές» δεν απέδωσε.
Η Αγγελοπούλου κράτησε την προετοιμασία μακριά από τη ζώνη της διαφθοράς και της συναλλαγής σε ό,τι αφορά την Οργανωτική Επιτροπή.
Σε κάποιες περιπτώσεις οι αρνητικές αναφορές στην ολυμπιακή προετοιμασία υπέκρυπταν πιέσεις προς την οικογένειά της για… επιχειρηματικές συμπράξεις. Ή σκόπευαν να εκφοβίσουν την ίδια για… για να μην μπει αργότερα στην πολιτική. Είναι χαρακτηριστικό πως, όταν αρνήθηκε σε ιδιοκτήτη εφημερίδας να εντάξει στον ολυμπιακό σχεδιασμό κάποια… ακίνητά του, αντιμετώπισε πρωτοσέλιδο δημοσίευμα που καλούσε… τον εισαγγελέα να της ασκήσει δίωξη. Υπόκοσμος… Οι βλέψεις παραγόντων που συνήθως επωφελούνται από τις δραστηριότητες του δημοσίου είχαν εκδηλωθεί από νωρίς. Ο πρώτος πρόεδρος της Οργανωτικής Επιτροπής Στρα- τής Στρατήγης έλεγε ότι επί των ημερών του «υπήρχαν ασφυκτικές πιέσεις για συμφέροντα μεγάλων οικονομικών παραγόντων που είχαν ενδιαφέρον για την πίτα των δισεκατομμυρίων». Ο Κώστας Μπάκουρας τόνισε αντίστοιχες πιέ σεις στο βιβλίο του.
«Να αλλάξεις αστρολόγο»
Στις αρχές Ιουλίου του 2004 οι Αγγελόπουλοι παραβρέθηκαν στην τελική φάση του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος ποδο- σφαίρου στην Πορτογαλία. Εκεί η Γιάννα διαπίστωσε ότι το δόγμα της «Τίποτε δεν είναι αδύνατον, αρκεί να έχεις πίστη» έβρισκε αντίκρισμα.
Μετά την κατάκτηση του τροπαίου από την ελληνική ομάδα, όσοι τη συναντούσαν στο στάδιο Ντα Λουζ και στην πόλη της Λισαβόνας τής φώναζαν: «Και τώρα Ολυμπιακοί!»
Ο ποδοσφαιρικός θρίαμβος είχε προδρομικά στοιχεία. Λίγες μέρες πριν από την έναρξη των Αγώνων, πήγε στο
Ολυμπιακό Χωριό φορώντας τη στολή της εθελόντριας. Εκεί διαπίστωσε ότι η δουλειά που έκανε είχε αποτυπωθεί στις διαθέσεις των κυρίως ενδιαφερόμενων, δηλαδή των αθλητών. Η εμπιστοσύνη που δήλωσαν στο πρόσωπό της ήταν ανταμοιβή για την ίδια.
Αυτό διευκόλυνε στη διαχείριση του τελευταίου πονοκέφαλου: το σκάνδαλο ντόπινγκ με τους Κεντέρη και Θάνου, όταν τα ΜΜΕ αξίωναν: «Πείτε μας την αλήθεια».
Δεν ήταν δική της δουλειά να εξιχνιάσει την υπόθεση, και ο Καραμανλής τής συμπαραστάθηκε. Ήταν όμως υποχρεωμένη να βρει αντικαταστάτη του Κεντέρη, που θα άναβε τη Φλόγα στον βωμό. Η επιλογή του Νίκου Κακλαμανάκη ήταν περιπετειώδης –υπήρξε δύσκολος ο εντοπισμός του– αλλά επιτυχής. Πάντως δεν επιβεβαιώθηκαν ποτέ οι φόβοι της ότι την τελευταία στιγμή κάτι μπορεί να «στραβώσει» στην Έναρξη.
Ακόμα και να έχανε κανένα τακούνι – ανεβαίνοντας στο βήμα για να μιλήσει.
Δεν είναι όμως προληπτική και όταν μια πρωταθλήτρια της έφερε άσχημα νέα από την… αστρολόγο της, τη συμβούλεψε:
«Να αλλάξεις αστρολόγο».
Νέα κυβέρνηση, ίδιοι κανόνες
Η κυβερνητική αλλαγή του 2004 δεν επηρέασε την προετοιμασία. Η Αγγελοπούλου γνώριζε –από την παλιά κομματική της ένταξη και τη θητεία της στη Βουλή με τη ΝΔ– τον Κώστα Καραμανλή.
Ο νέος πρωθυπουργός ζήτησε να παραμείνουν στη θέση τους στελέχη της προηγούμενης κυβέρνησης, με ρόλους στην προετοιμασία – κυρίως ο γενικός γραμματέας ολυμπιακής προετοιμασίας Κώστας Καρτάλης, ακόμα και ο υφυπουργός Νάσος Αλευράς. Αλλά δεν έγινε δεκτό από την πλευρά του κόμματος που απήλθε.
Η Αγγελοπούλου και ο Καραμανλής δεν είχαν ιδιαίτερα καλή χημεία και οι σχέσεις του παρέμειναν τυπικές, αλλά έντιμες, εκατέρωθεν. Όταν κυβερνητικοί παράγοντες αξίωναν «περιορισμό» της, ο πρωθυπουργός τούς αποδοκίμαζε.
Η ίδια το εκτίμησε: «Ήταν αρκετά ευφυής ώστε να καταλάβει ότι εκείνοι δεν μπορούσαν να συνεχίσουν, δεν μπορούσαν να δώσουν αποτέλεσμα. Εγώ μπορούσα. Οπότε τους έβαλε στη θέση τους, λέγοντας: Αφήστε τη να το τελειώσει». Το τελείωσε – με θρίαμβο που κανείς δεν περίμενε…
ΑΥΡΙΟ Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ
