Φώφη, Πρετεντέρης και σεξισμός: Όταν οι πολιτικοί αρπάζονται από τα μαλλιά τους και δημοσιογράφοι βάζουν τα χέρια τους και βγάζουν τα μάτια τους

Του Γ. Λακόπουλου

«Σεξισμός : διάκριση με βάση το φύλο, όρος που χρησιμοποιήθηκε κυρίως από το φεμινιστικό κίνημα για να δηλώσει την εξουσιαστική τάση των ανδρών πάνω στις γυναίκες και τις διακρίσεις σε βάρος των γυναικών, ως απόρροια της ανδροκρατικής νοοτροπίας».– Λεξικό της κοινής νεοελληνικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

«Σεξισμός: Η συμπεριφορά που βασίζεται στην πεποίθηση, ότι ένα από τα δύο φύλα είναι κατώτερο από το άλλο· (ειδικότ.) η υποτιμητική μεταχείριση γυναικών από άνδρες». – Λεξικό  Μπαμπινιώτη

«Σεξισμός: αντίληψη, νοοτροπία διακρίσεων εις βάρος κάποιου, με βάση το φύλο του || (ειδ.) νοοτροπία, αντίληψη, συμπεριφορά που επιβάλλει διακρίσεις εις βάρος του γυναικείου φύλου || συμπεριφορά, συνθήκες ή πρακτικές που καλλιεργούν στερεότυπα κοινωνικών ρόλων, με βάση το φύλο».Λεξικό, Τεγόπουλος-Φυτράκης

«Σεξισμός : «μια εκδήλωση των ιστορικά άνισων σχέσεων δύναμης» ανάμεσα σε γυναίκες και άνδρες, «που οδηγεί στη διάκριση και εμποδίζει την πλήρη χειραφέτηση των γυναικών στην κοινωνία» – Συμβούλιο της Ευρώπης.

Ας μου επιτραπεί το πρώτο πρόσωπο. Για τον εαυτό μου, που δεν το συνηθίζω . Και το τρίτο πρόσωπο, με προσωπική αναφορά σε άλλον δημοσιογράφο, που δεν το κάνω ποτέ. Για να επικρίνω ονομαστικά τον τρόπο που κάνει τη δουλειά του, ακόμη και »όταν κρίνω τη δουλειά του.

Καμιά 25αριά χρόνια που δούλευα στην ίδια εφημερίδα με τον Γιάννη Πρετεντέρη δεν θυμάμαι να συμφωνήσαμε ποτέ και σε τίποτε. Πλην του Παναθηναϊκού ενδεχομένως.

 Ούτε συμπέσαμε ποτέ σε προτιμήσεις  κομμάτων, πολιτικών προσώπων, ιδεολογιών, πολιτικών επιλογών, ακόμη και σε θέματα αισθητικής, ή κοινωνικών αναφορών . Είμαστε η μέρα με τη νύχτα.

 Συνεπώς είμαι ο τελευταίος που αισθάνεται ότι πρέπει να τον υπερασπιστεί, ως ευρισκόμενος στην ίδια όχθη.

Αλλά υπερασπίζομαι το δικαίωμα του Πρετεντέρη και όσων δημοσιογραφούν με το όνομα και την υπογραφή τους να εκφράζονται – και να κρίνονται – χωρίς την απειλή της πολιτικής εξουσίας, που όταν ενοχλείται από την κριτική ερμηνεύει αυθαίρετα και καταχρηστικά ακόμη και τις λέξεις , ή τους νόμους. Κατά πώς την εξυπηρετεί.

Από αυτή την άποψη δεν μπορώ να μην απορήσω με τη φασαρία που ξεκίνησε η Φώφη Γεννηματά και συνεχίζουν εφημερίδες, ιστοσελίδες και δημοσιογράφοι για τον «σεξισμό  του Πρετεντέρη».

 Δεν έχω κάνει ποτέ παρέα μαζί του και δεν γνωρίζω τις απόψεις ,τη συμπεριφορά και τη φρασεολογία του ανθρώπου για το άλλο φύλο.

 Υποθέτω όμως ότι -πέρα από τις απόλυτες πολιτικές θέσεις του, που με βρίσκουν αντίθετο- η οικογενειακή αγωγή και η προσωπική κουλτούρα του δεν τον τοποθετούν στον κύκλο των «σεξιστών». 

Όρκο δεν παίρνω, αλλά έτσι νομίζω: ως άνθρωπος -στην ευρύτερη ομάδα των γόνων κι αυτός- πιο ψαγμένος, πιο μορφωμένος, πιο κυκλοφορημένος και πιο καλλιεργημένος από τη Φώφη μου φαίνεται.

Γι’ αυτό απορώ με τον θόρυβο που δημιουργήθηκε. Ποιο ήταν το σχόλιο του Πρετεντέρη- σε προφορικό λόγο, εν θερμώ και από ραδιοφώνου- που έπρεπε να καταδικαστεί από τόσους πολλούς με τόση σφοδρότητα;  

 Η πρόεδρος του Κινάλ και δυο άλλοι από το ίδιο κόμμα δεν πήγαν να ψηφίσουν αυτοπροσώπως κατά του Παπαγγελόπουλου- όπως υποθέτω επιθυμούσε ο ίδιος ο σχολιαστής. Οπως είπε ,δεν γνωρίζει τους λόγους . Αλλά «μπορεί να έλειπαν και ταξίδι». Προσθέτοντας: «Η Φώφη μπορεί να είχε και κομμωτήριο». Αυτό μόνο.

Πού ακριβώς είναι το σεξιστικό;  Από ποιο σημείο και πέρα αρχίζει το σεξιστικό, με τις αναφορές σε κομμωτήριο; Αν στη Βουλή,  κάποιος πει σε μια γυναίκα ότι «πρώτα πέρασε από το κομμωτήριο» θα είναι επίσης «σεξιστικό»;

Ακόμη και αν υπάρχει πρόθεση υποτίμησης- που συχνά υπάρχει στον ελιτίστικο λόγο του συγκεκριμένου αρθρογράφου- γιατί είναι  «σεξισμός»;  Αν έλεγε » η Φώφη μπορεί να πήγε για ψώνια» κι αυτό σεξιστικό θα ήταν;

Αν το έλεγε για έναν άνδρα;  Π.χ. ότι ο Παπανδρέου -ο άλλος απών- «μπορεί να είχε γυμναστήριο» θα έπρεπε να το πάρει ως μείωση;

Γιατί η Γεννηματά αντέδρασε καθ’ υπερβολή- σχεδόν μεγαλομανιακά- είναι φανερό. Λίγο αν το κοσκινίσει κανείς θα καταλήξει ότι αντέδρασε και κουτοπόνηρα: πιασάρικο θέμα είναι, μια χαρά τη βολεύει μια σεξιστική επίθεση εναντίον της. Άλλωστε της έχει ξανασυμβεί λέει. Όταν της μιλούσε ο Πάγκαλος για την αργομισθία στην Τράπεζα;

Ίσως επειδή θα παρά ήταν εγωιστικό, έβαλε μέσα και το κόμμα της, ως θύμα, γιατί» ενοχλεί».  Το Κινάλ. Που ως γνωστόν τώρα τελευταία «αντρειεύει και θεριεύει και καμακώνει το θεριό με το καμάκι του ήλιου». Όχι του ΠΑΣΟΚ -αυτόν τον κατάργησε η ίδια.

Η καταγγελία Γεννηματά   για «στοχοποίηση» από μια ατάκα, που μπορούσε να είναι και αστεϊσμός- αλλά ήταν όντως καρφί- είχε ακόμη  και στοιχεία κοντά στο παραλήρημα:

» Στην πολιτική ζωή πρέπει όλοι να αποδεχθούν επιτέλους ότι μπορεί να υπάρξει γυναίκα πρόεδρος, η οποία μάλιστα έχει εκλεγεί απολύτως δημοκρατικά από τη βάση του κόμματος της».

Άλλα αντ’ άλλων. Βρήκαμε εχθρό, ας βάλουμε τις φωνές ότι μας σκοτώνει, μπας και μας συμπαθήσει κανένας.

Όποιος δεν θέλει να παίζει με τις λέξεις, αντιλαμβάνεται ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η αναφορά έγινε στην πολιτικό, όχι στο συγκεκριμένο άτομο. Ως νύξη πολιτικής συμπεριφοράς. Η Φώφη επικρίθηκε – κακοπροαίρετα έστω- ως δημόσιο πρόσωπο, όχι ως γυναίκα. Και μπορούσε απλώς να δώσει εξηγήσεις για την απουσία της, αν το έκρινε σκόπιμο.

Με κανένα τρόπο δεν είχε σεξιστική αντιμετώπιση, ώστε να βγει στα κεραμίδια με υπερβολές και πολιτική αυτοθυματοποίηση. Να ζητάει τοποθετήσεις κομμάτων και παρέμβαση της ΕΣΗΕΑ. Δεν θυμάται κανείς να το είχε ζητήσει για τον Ψαριανό- τότε με το «γκομενάκι», την Αχτσιόγλου.

Είναι σχεδόν γελοίο και πάντως προσχηματικό ότι η, υπαινικτική έστω, διατύπωση»μπορεί να είχε και κομμωτήριο» προκάλεσε εκ μέρους της αντιδράσεις του τύπου » υπάρχουν δημοσιογράφοι που δίνουν την εντύπωση ότι εκτελούν κάποιο συμβόλαιο εις βάρος μου και του Κινήματος Αλλαγής».

Δημοσιογράφοι που κάνουν τέτοιες δουλειές υπάρχουν. Αλλά εν προκειμένω δεν κολλάει. Η πολιτική κριτική από τη σκοπιά του σχολιαστή ασφαλώς ήταν άδικη, αφού όντως βρισκόταν στο εξωτερικό την ημέρα της ψηφοφορίας.

Με την ευκαιρία; Τα περί » 14 ημερών καραντίνας» θέλουν διευκρίνιση. Καραντίνα πού; Στις 20 Μαΐου πάντως ήταν στο αεροπλάνο από τις Βρυξέλλες.

Γι’ αυτή καθ’ εαυτή την κριτική Πρετεντέρη- εν προκειμένω, αλλά και γενικότερα- όποιος θέλει τη δέχεται. Όποιος βρίσκει ότι είναι μονομερής, εμπαθής, ή διατεταγμένη, αλλάζει συχνότητα. Ο σεξισμός κατά της Φώφης πού βρίσκεται;

Η Γεννηματά μπορεί να έχει άλλους λόγους- που δεν ξέρουμε- να βρίσκει τη συγκεκριμένη τρέχουσα αναφορά στο πρόσωπο της ως «απολύτως αντιδεοντολογικά τα σχόλια» που «ξεπέρασαν κάθε όριο ευπρέπειας και δεοντολογίας και ήταν σχόλια απολύτως φτηνά και σεξιστικά«. Σαν από την Πόλη έρχομαι και στην κορφή Κανέλα, δεν ακούγεται;

Για πολιτικό μπορεί να το καταλάβει κανείς. Αλλά οι δημοσιογράφοι που σπεύδουν να κατακεραυνώσουν τον «σεξιστή» της συγκεκριμένης φράσης, καταλαβαίνουν τι κάνουν;  

 Όπως το θέτουν ορισμένοι μάλιστα είναι σαν να θέτουν ζήτημα αυτολογοκρισίας.

Συνυπογράφουν την διάθεση των πολιτικών να αφαιρούν κάθε αιχμή από τον δημοσιογραφικό λόγο, ή να θέτουν όρους γραφής και έκφρασης-πέρα από ό,τι εμπίπτει στον ποινικό νόμο και τα όρια Δεοντολογίας που θέτουν τα συλλογικά δημοσιογραφικά όργανα.

Π.χ. ως εκπρόσωπος της Γεννηματά ο Βασ. Κεγκέρογλου αξίωνε την επομένη από τον  Πρετεντέρη αφενός να «ζητήσει  συγγνώμη»- αίτημα συγγνώμης σε προσωπικό θέμα, δι’ αντιπροσώπου- και επίσης να μην λέει » Κινάλ», αλλά «Κίνημα Αλλαγής».  Δώσε θάρρος στον πολιτικό…

Είπε στον δημοσιογράφο το εξής κουφό: «Η απαξίωση που κάνετε στην Πρόεδρο είναι και απαξίωση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας». Τόσο σοβαρά είναι τα πράγματα. Επειγόντως να τοποθετηθεί ο Σκανδαλίδης που είναι ο πιο παλιός εκεί μέσα.

Ο βουλευτής του «μικρού αλλά με ιστορικό βάρος» κόμματος καταλόγισε στον Πρετεντέρη ότι «έτσι βοηθάει τον ΣΥΡΙΖΑ» -σαν να μην έχει δικαίωμα κάποιος να «βοηθάει» όποιον του γουστάρει.

Δεν έχει. Διότι κατά Κεγκέρογλου «ο κόσμος τα παίρνει διαφορετικά, λέει ότι ο Πρετεντέρης που ήταν υποστηρικτής της δημοκρατικής παράταξης – ε ρε και να τα άκουγε αυτά ο Ανδρέας Παπανδρέου- τώρα μιλάει για κομμωτήρια».

Ήτοι: μαζί είμαστε, δεν επιτρέπονται τέτοια πράγματα. Αλλά τότε πού κολλάνε τα «συμβόλαια» και οι «παπαγάλοι με ονοματεπώνυμο» της Φώφης;

Εκεί φτάνουν τα πράγματα όταν τον τρόπο άσκησης της δημοσιογραφίας τον αναλαμβάνουν οι πολιτικοί. Και μη χειρότερα.

Οι δημοσιογράφοι, όχι μόνο δεν νοείται να καταφεύγουν σε σεξιστικές διατυπώσεις, αλλά όπου υπάρχουν οφείλουν από τον Κώδικα Δεοντολογίας τους να τις καταδικάζουν.

Αλλά έλεος. Θα οδηγηθούμε σε δημοσιογραφική γραφή αποστειρωμένη; Θα βάλουμε τον κριτικό λόγο σε φόρμες δήθεν καθωπρεπισμού; Για να μην ξεφύγει καμία κουβέντα  που μπορεί να κακο- ερμηνευτεί;

Όπως όλοι έτσι και οι δημοσιογράφοι κρίνονται για την δημόσια παρουσία τους. Αλλά αυτή δεν ορίζεται από τις ανάγκες και αντιλήψεις των πολιτικών. Αφορά τον δημοσιογράφο και τον αναγνώστη ή τον ακροατή του.

Σε κανέναν από τους ορισμούς που αναφέρονται στην αρχή, δεν εμπίπτει το επεισόδιο Γεννηματά – Πρετεντέρη.

Μπορεί να εμπίπτει σε άλλες καταστάσεις παρασκηνίου,  σε διαπροσωπικές σχέσεις που διαταράχθηκαν, ή και σε τίποτε.

Πάντως δεν ήταν επεισόδιο «σεξισμού» και άλλα διηγήματα. Αν παίζει και άλλο, που ξέρει η Γεννηματά, οφείλει να το πει.

Άλλωστε αν η αναφορά Πρετεντέρη ηταν «εκτέλεση συμβολαίου» – ποιος θέλει να «εκτελέσει» τη Φώφη; Ο Μαρινάκης, ο εργοδότης του; Αποκλείεται- το ξέρουν και οι πέτρες.

Ο Μητσοτάκης ο φίλος του; Αλλά γιατί; Η Φώφη κάθε άλλο παρά εχθρός του έχει αποδειχθεί. Μήπως ο Πρετεντέρης πήγε τώρα με τον Τσίπρα- θου Κύριε; Και πάλι, ο Τσίπρας τελευταία τα καλύτερα λέει για τη Φώφη.

Ποιος τέλος πάντων έβαλε έναν προβεβλημένο αρθρογράφο να πετάει τέτοιες σεξιστικές σπόντες στην κυρία; Επ’ αμοιβή- αλλιώς τι συμβόλαιο θα ήταν;

Να σοβαρευτούμε. Άλλωστε ο δημοσιογράφος είπε ότι «ήταν φίλοι» και πάντως δεν ήθελε να τη θίξει-και απολογήθηκε.

«Είμαι ο τελευταίος άνθρωπος στην Ελλάδα ο οποίος θα μπορέσει να του προσάψει κάποιος ότι έχω την παραμικρή εχθρική στάση απέναντι στο ΚΙΝΑΛ και την Πρόεδρο». Έτσι εκτελούνται τα «συμβόλαια»;.

  Αύριο μπορεί να τους δούμε  μαζί, να τρώνε και να  πίνουν και την Άρτα – λόγω Τσίπρα- να φοβερίζουν. 

Η δημοσιογραφία και κυρίως η σχολιογραφία, ασκείται με εργαλείο τον ελεύθερο -ενίοτε επιθετικό, ακόμη και περιπαικτικό- λόγο . Χωρίς καλούπια και προσχήματα έξωθεν διαμορφωμένα.

Δεν πρέπει να μπαίνει στα μέτρα και σταθμά που θέλει κάθε φορά ο ένας και ο άλλος πολιτικός. Όπως δεν μπαίνει και η γελοιογραφία Αλλιώς οι δημοσιογράφοι βγάζουν μόνοι τους τα μάτια τους. Δέχονται ορισμούς έκφρασης που βολεύουν τους πολιτικούς και φτάνουν σε αυτοπεριορισμούς στην κριτική, στην αξιολόγηση, ακόμη και στο χιούμορ .

Έτσι όμως η δημοσιογραφία οδηγείται σιδηροδέσμια σ’ αυτούς που την θέλουν ελεγχόμενη – για να τους «σέβεται». Παύει να είναι προϊόν του ελεύθερου λόγου και δραστηριότητα δημοσίου ελέγχου...