Το βιβλίο του Γ. Λακόπουλου “Η μπαλάντα των Ολυμπιακών Αγώνων” στο “ΑΠ” / Τα Οικονομικά

                                      

«Η τιμή είναι αυτό που πληρώνεις, αξία είναι αυτό που παίρνεις».

Γουόρεν Μπάφετ, Αμερικανός επενδυτής

Αντιπερισπασμοί

Τα οικονομικά των Ολυμπιακών Αγώνων έγιναν αντικείμενο μιας ανακυκλούμενης συζήτησης με πολλές σκοπιμότητες, για πολλά χρόνια.

Ορισμένοι έσπευδαν να αποφανθούν ότι οι Αγώνες «ζημίωσαν την Ελλάδα». Ακόμη και να αποδώσουν στη διοργάνωσή τους την κρίση του 2009-10 και τα Μνημόνια. Σε μεγάλο βαθμό, ήταν ενοχικοί αντιπερισπασμοί για τις διακομματικές ευθύνες που έφεραν τη χώρα στο χείλος της χρεοκοπίας το 2010.

«Είναι εύκολη λύση να λέμε ότι οι Ολυμπιακοί Αγώνες φταί- νε για τα χάλια της Ελλάδας, αλλά μάλλον κάποιοι πολιτικοί θέλουν να κρύψουν τα δικά τους», σημείωσε ο Σπύρος Καπράλος, ως πρόεδρος της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής. Η παραπληροφόρηση για την Ολυμπιάδα κάλυπτε τη διαχρονική απομύζηση του κρατικού και κοινοτικού χρήματος από κρατικοδίαιτους και διαπλεκόμενους επιχειρηματίες και τις διακομματικές κρατικές σπατάλες ψηφοθηρίας.

Το πολιτικό σύστημα, με τους αδιαφανείς μηχανισμούς του, εμφανίστηκε ως κριτής των ολυμπιακών δαπανών, ενώ παράλληλα εξαφάνιζε κάθε αναφορά στα οικονομικά των κομμάτων του και την αδιαφανή διαχείριση των κυβερνήσεων – που οδήγησαν στα πρόθυρα της χρεοκοπίας. Τα δημοσιονομικά ελλείμματα και το υπέρογκο χρέος της χώρας δεν προήλθαν ασφαλώς από τη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων. Το αντίθετο, οι Αγώνες ήταν η ευκαιρία να αντιμετωπιστούν, που χάθηκε.

Τα οικονομικά της μπακαλικής

Οι Ολυμπιακοί Αγώνες είχαν δύο προϋπολογισμούς: ο ένας της Οργανωτικής Επιτροπής, που αφορούσε την οργανωτική προετοιμασία και τέλεση των Αγώνων. Ήταν ανεξάρτητος, βαιζόταν στα δικά της έσοδα και ήταν ισοσκελισμένος.

Ο δεύτερος του κράτους, που αφορούσε τη συμβατική ευθύνη που είχε αναλάβει απέναντι στη ΔΟΕ να ολοκληρώσει τις αγωνιστικές και όλες τις άλλες αναγκαίες εγκαταστάσεις και υποδομές, όπως παρουσιάστηκαν αναλυτικά στον φάκελο διεκδίκησης των Αγώνων.

Η εκτέλεσή τους είχε διαφορετικούς διαχειριστές, διαφορετικές διαχειριστικές αντιλήψεις και διαφορετικά αποτελέσματα. Στον πρώτο προϋπολογισμό η Γιάννα Αγγελοπούλου επέβαλε σιδηρά πειθαρχία  και  τον παρέδωσε πλεονασματικό. Ο δεύτερος προϋπολογισμός ξεχείλωνε διαρκώς, από τις επιβαρύνσεις κυβερνητικών αποφάσεων που δεν είχαν πάντα σχέση με τους Αγώνες – αλλά ούτε και συνετή διαχειρίση. Ξέφευγαν προκλητικά από την έννοια της επένδυσης σε ένα πρότζεκτ που έχει στόχο να αποφέρει κέρδη.

Η ρητορική των πολιτικών –της Δεξιάς και της Αριστεράς κυρίως– και ορισμένων ΜΜΕ εστίαζε στο σκέλος των δαπανών, με μεθόδους παλαιάς μπακαλικής. Τρεις το λάδι, τρεις το ξίδι… Λίγους μήνες μετά τους Αγώνες, εν ενεργεία υπουργοί της ΝΔ, χωρίς καν επεξεργασμένα στοιχεία, εκτιμούσαν το κόστος σε 9-12 δισ. ευρώ. Έτσι σκέτο – σαν να υπήρχαν μόνο δαπάνες. Πάλι καλά. Πολλά χρόνια αργότερα ένας υφυπουργός του ΣΥΡΙΖΑ έλεγε ότι ήταν… είκοσι δισ.

Όλοι μιλούσαν γενικά και αόριστα. Πριν καν κλείσουν τα βιβλία. Ήταν το σύνθημα της υποβάθμισης. Κάποιοι έπαιρ- ναν τη σκυτάλη και ήταν πιο γαλαντόμοι. Άλλοι ανέβαζαν τον λογαριασμό στα… 15 δισ. και ξένοι οίκοι –με εσωτερική υποβοήθηση– στα 25 δισ. Ορισμένοι αερολόγοι στα… 30 δισ.! Βάλτε τώρα που γυρίζει.

Περιέργως πολιτικοί και παράγοντες της ενημέρωσης εμφανίζονταν να γνωρίζουν τα μεγέθη των δαπανών, αλλά δεν είχαν ακούσει τίποτε για τα κέρδη που τις υπερσκέλιζαν. Μιλούσαν μόνο για τα έξοδα και παρέλειπαν τα έσοδα – είτε  σε χρήμα είτε σε εμφανείς ωφέλειες. Πολύ περισσότερο, δεν έβαζαν στον λογαριασμό τα κέρδη στην απασχόληση και στο τουριστικό προϊόν, την τεχνογνωσία που αποκτήθηκε, τις τεχνολογικές εφαρμογές που έμειναν. Ούτε τα πλεονεκτήματα από την ενσωμάτωση κατακτήσεων της διεθνούς κοινότητας σε προηγμένους τομείς και την απόκτηση εμπειρίας από το δημόσιο και τις επιχειρήσεις.

Γι’ αυτούς δεν είχαν αξία οι δεξιότητες που αποκτήθηκαν, οι τεχνικές που εισήχθησαν, ο επαγγελματισμός που κατακτήθηκε, ο εθελοντισμός, η ενίσχυση της κουλτούρας προστασίας του περιβάλλοντος. Δεν συνυπολόγισαν το κέρδος στον αθλητικό τομέα και τη γιγαντιαία διαφημιστική προβολή της χώρας, με τα θετικά πρόσημα σε πολλούς τομείς.

Παρότι το όφελος στις υποδομές ήταν ορατό και συνεχιζόμενο, δεν συνυπολογιζόταν στην αξιολόγηση των Αγώνων. Παρέλειπαν ότι τα έργα που υλοποιήθηκαν ως το 2004 λόγω των Αγώνων θα ολοκληρώνονταν μέχρι και δεκαετίες αργότερα, με τους συνήθεις ρυθμούς της χώρας. Με αντίστοιχες απώλειες στην οικονομία της και ελλείψεις για την κοινωνία.

Η αφομοιωμένη γνώση στην ανάληψη μεγάλων διοργανώσεων υποτιμήθηκε, παρότι εργαζόμενοι στην Επιτροπή ΑΘΗΝΑ 2004 κλήθηκαν να προσφέρουν υπηρεσίες σε μεταγενέστερες Ολυμπιάδες και συναφείς δραστηριότητες. Όπως υποτιμήθηκε και η τεχνική εμπειρία των ελληνικών εταιρειών σε πολλά πεδία.

Παραγνωρίστηκε εντελώς η άυλη κληρονομιά των Αγώνων που συνοδεύει ακόμη τη χώρα σε πολλούς τομείς. Από την τεράστια διαφημιστική προβολή σε όλο τον πλανήτη που διεύρυνε την τουριστική αγορά, μέχρι την ανάδειξη της χώρας ως επενδυτικού προορισμού – που δεν αξιοποιήθηκε. Θα ήταν αστρονομικό το ποσό που θα απαιτούσε μια τέτοια προβολή αν η χώρα την αγόραζε.

Τα οικονομικά της Οργανωτικής Επιτροπής

Ο προϋπολογισµός της Οργανωτικής Επιροπής ΑΘΗΝΑ 2004 για τη διοργάνωση των Αγώνων ήταν ισοσκελισµένος και με τις αναθεωρήσεις του σταθεροποιήθηκε στα 2,098 δισ. ευρώ. Βασίστηκε κατεξοχήν στα έσοδα που εξασφάλισε η ίδια. Από τηλεοπτικά δικαιώματα, διεθνείς και εθνικές χορηγίες, υπηρεσίες φιλοξενίας, πώληση εισιτηρίων, δικαιώματα από την εμπορία προϊόντων. Η συµµετοχή του Ελληνικού ∆ηµοσίου σε αυτόν τον προϋπολογισμό προβλεπόταν μόλις στα 282,5 εκατοµµύρια ευρώ – με σταδιακή ροή καταβολής.

Μετά τους Αγώνες, η Οργανωτική Επιτροπή ΑΘΗΝΑ 2004 απέδωσε στο ελληνικό δημόσιο το πλεόνασμα της διαχείρισής της, 130,6 εκατομμύρια, μειώνοντας την τελική συμμετοχή του δημοσίου σε μόλις 151,9 εκατομμύρια ευρώ. Με απλά λόγια:

Η τελική κρατική συμμετοχή ήταν 7,25% του προϋπολογισμού και τα έσοδα της Οργανωτικής Επιτροπής ήταν περισσότερα από τις δαπάνες της.

Το μισό περίπου των εσόδων της καταβλήθηκαν από τη ∆ΟΕ – ως μερίδιο στις συµβάσεις µε τους δικαιούχους Ραδιο- τηλεοπτικούς Φορείς και τους ∆ιεθνείς Χορηγούς. Τα υπόλοιπα έσοδα προήλθαν από δικές της δράσεις και δικαιώματα.

Οι ακριβείς αριθμοί υπάρχουν στον Δημόσιο Οικονομικό Απολογισμό που δημοσίευσε η Επιτροπή, όπως όφειλε, και μάλιστα σε χρόνο-ρεκόρ μετά τους Αγώνες. Μπορεί να τον βρει κανείς δημοσιευμένο στις εφημερίδες της 14ης Μαΐου 2005.

Οι χορηγίες στους Ολυμπιακούς Αγώνες ασφαλώς εμπλέκουν την αθλητική πλευρά τους με το χρήμα και το εμπόριο, όμως αυτό συμβαίνει σε όλες τις μεγάλες αθλητικές διοργανώσεις. Αλλά εκ παραλλήλου θέτουν υπό σχετικό έλεγχο την εμπορευματοποίηση και εξασαφαλίζουν οικονομική ανεξαρτησία στους οργανωτές. Αξιοσημείωτο είναι ότι οι Ολυμπιακοί Αγώνες είναι η μόνη αθλητική διοργάνωση στην οποία δεν επιτρέπεται διαφήμιση στον αγωνιστικό χώρο.

Η εµπορία προϊόντων, εκτός από πηγή εσόδων για την Οργανωτική Επιτροπή, ήταν και µέσο προβολής της χώρας ανά τον κόσµο. Μαζί με τον φιλοτελισμό και τα αναμνηστικά. Όλα τα αυθεντικά αντικείμενα παράγονταν και διανέµονταν υπό την εποπτεία της Επιτροπής που είχε τα αποκλειστικά δικαιώµατα στα επίσηµα σήµατα και εµβλήµατα των Ολυµπιακών και Παραολυµπιακών Αγώνων. Οι εταιρείες που τα διακινούσαν αναδείχθηκαν με διαγωνισµούς σύµφωνα µε τις οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε κάθε περίπτωση, τη- ρήθηκαν οι αυστηρές προδιαγραφές αισθητικής που έθεσε η Οργανωτική Επιτροπή.

Η Αγγελοπούλου έδωσε ιδιαίτερη προσοχή στη διαφάνεια των πάσης φύσεως προμηθειών και συναλλαγών. Εφαρμόστηκαν αυστηρά η ελληνική νομοθεσία και οι νεότεροι κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ευφυής κίνηση που απέδωσε περίπου 200 εκατοµµύρια ευρώ ήταν η έγκαιρη αντικατάσταση των δολαρίων –που ήταν το νόμισμα των διεθνών συμβάσεων– με ευρώ. Ήδη τρία χρόνια πριν από τους Αγώνες, η Οργανωτική Επιτροπή είχε εξασφαλίσει το 90% των εσόδων της – και αυτό ήταν γνωστό σε όλους. Ωστόσο για μεγάλο διάστημα μετά τους Αγώνες, η παραπληροφόρηση για το συνολικό κόστος τους προκαλούσε σύγχυση εμπλέκοντας την Οργανωτική Επιτροπή –ή ακόμα και την Αγγελοπούλου– με το γενικό κόστος αποπεράτωσης ή εκσυγχρονισμού αθλητικών εγκαταστάσεων και αστικών υποδομών.

Έτσι ανατροφοδοτήθηκαν οι θεωρίες για τη σκοπιμότητα της διοργάνωσης. Χρειάστηκε σχεδόν μία δεκαετία για να επικρατήσει η αλήθεια: Το αποτύπωμα των Αγώνων στην ελληνική οικονομία υπήρξε θετικό. Θα ήταν ακόμα περισσότερο, αν οι κυβερνήσεις αξιοποιούσαν την ολυμπιακή κληρονομιά.

Ειδικά η διοργάνωση των Αγώνων, αυτή καθαυτή, ως δραστηριότητα μιας Ανώνυμης Εταιρείας στην οποία επένδυσε το ελληνικό δημόσιο, υπήρξε κερδοφόρα. Μόνο όσοι δεν ήθελαν δεν καταλάβαιναν…

Η πρώτη έγκυρη αξιολόγηση

Το 2014, προκειμένου να διαλυθεί η συνεχιζόμενη σύγχυση για τα οικονομικά των Αγώνων, η Γιάννα Αγγελοπούλου έκανε μια απλή κίνηση: Ζήτησε –και χρηματοδότησε– από  το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών να συντάξει μελέτη για τις επιπτώσεις των Αγώνων στην ελληνική οικονομία. Για πρώτη φορά ένας ανεξάρτητος και έγκυρος φορέας ερεύνησε με επιστημονικό και αντικειμενικό τρόπο  τα οικονομικά της Ολυμπιάδας, στο σύνολό τους.

Η μελέτη οργανώθηκε υπό την επίβλεψη του καθηγητή Νίκου Βέττα, που διευθύνει το ΙΟΒΕ και βρίσκεται πάντα στον ιστότοπο του Ιδρύματος, για όποιον θα ήθελε να εντρυφήσει. Οι μελετητές κατέγραψαν με ακρίβεια τις δαπάνες και τα έσοδα, αποτύπωσαν με έγκυρες οικονομικές μεθόδους τις επι- πτώσεις σε συγκεκριμένους τομείς της ελληνικής οικονομίας και διαμόρφωσαν μια τοιχογραφία στην οποία υπάρχουν όλα τα στοιχεία και τα δεδομένα της διοργάνωσης.

Έτσι κατέπεσαν οι μύθοι ότι «η διεξαγωγή των Αγώνων επιβάρυνε τη δημοσιονομική θέση της χώρας», ότι «το δημό- σιο χρέος εκτροχιάστηκε εξαιτίας των Αγώνων», ή τα ακραία

«Η Ελλάδα χρεοκόπησε λόγω των Ολυμπιακών» και «Θα πληρώνουν οι επόμενες γενιές».

Τα συμπεράσματα της μελέτης δικαιώνουν πλήρως το εγχείρημα των Αγώνων και διαλύουν τις παρανοήσεις που διακινήθηκαν επί χρόνια γύρω από αυτό το θέμα. Έκτοτε οι αμφισβητήσεις κατέπεσαν, αφού κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν γνωρίζει, ή ότι δεν υπάρχουν στοιχεία. Ουδείς επιχείρησε να διαφωνήσει με τη Γιάννα Αγγελοπούλου, όταν είπε –επανέλαβε μάλλον– στο Φόρουμ των Δελφών, τον Απρίλιο του 2024:

«Δεν χρεοκόπησαν οι Ολυμπιακοί Αγώνες την Ελλάδα, και γι’ αυτό μιλάνε οι αριθμοί. Η χώρα ξαναμπήκε στον χάρτη με τους Αγώνες. Χωρίς αυτούς δεν θα ολοκληρώνονταν στην ώρα τους βασικά έργα υποδομών».

Η πρόεδρος της Οργανωτικής Επιτροπής σημείωσε ότι οι Ολυμπιακοί της Αθήνας «πέτυχαν γιατί έγιναν εθνική υπόθεση και κοινό στοίχημα για κάθε Ελληνίδα και κάθε Έλληνα». Και αναφέρθηκε σε μελέτη του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης από το 2016, κατά το οποίο το κόστος των ελληνικών Αγώνων ήταν το δεύτερο χαμηλότερο στην ιστορία τους μετά τους αντίστοιχους στο Λος Άντζελες το 1932.

Από το ίδιο βήμα ο σημερινός πρόεδρος της ΔΟΕ Τόμας Μπαχ –αυτόπτης της ελληνικής Ολυμπιάδας– είπε:

«Οι Ολυμπιακοί Αγώνες έπαιξαν ρόλο στην οικονομία, χιλιάδες άνθρωποι δούλεψαν για τους Αγώνες, δημιουργήθηκαν νέες θέσεις που αφορούσαν τα σπορ, τη δημόσια διοίκηση και άλλα, βοήθησαν τους Έλληνες να αποκτήσουν υπερηφάνεια και πρόκειται για μια μεγάλη κληρονομιά για το μέλλον».

Στη μελέτη του ΙΟΒΕ, επισημάνθηκε η ελλιπής εκμετάλλευση της επιτυχίας των Αγώνων και η περιορισμένη αξιοποίηση των υποδομών που άφησαν. Οι μελετητές σημείωσαν ότι και μετά την παρέλευση δεκαετίας υπήρχαν περιθώρια περαιτέρω ωφέλειας από την ολυμπιακή κληρονομιά. Για πολλούς αυτό ισχύει ακόμα και σήμερα.

Από μια άλλη σκοπιά η μελέτη ως πρώτο αξιόπιστο ντοκουμέντο πλήρους αποτύπωσης των αποτελεσμάτων με στοιχεία και τεκμηρίωση ανέδειξε ότι η οικονομική διαχείριση της Οργανωτικής Επιτροπής υπήρξε υγιής σημαίνοντας ότι «μόνο το 15% του προϋπολογισμού της ήταν λειτουργικά έξοδα».

Η αλήθεια των αριθμών

Κατά το ΙΟΒΕ, οι θετικές επιδράσεις των Αγώνων στην οικονομία ήταν συγκεκριμένες κατά τομέα: στον τουρισμό, τις επενδύσεις, την απασχόληση, την απορρόφηση τεχνογνωσίας και τεχνολογίας, τις εξαγωγές, αλλά και στην κοινωνική συμπεριφορά.

Με τη μελέτη αποδείχτηκε ότι οι Αγώνες αύξησαν το ΑΕΠ από το 2000 κατά 2,5% παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς. Αυτό συνεχίστηκε ως την περίοδο εκπόνησης της μελέτης κατά 0,4% – και κατά τους υπολογισμούς συνεχίζεται.

Από την άλλη πλευρά, η μη αξιοποίηση της Ολυμπιακής κληρονομιάς μετά το πέρας των Αγώνων απομείωσε το ΑΕΠ μακροχρόνιας ισορροπίας της χώρας κατά περίπου 0,2%. Αυτό δεν αφορά τη διοργάνωση και την Επιτροπή ΑΘΗΝΑ 2004, αλλά τις κυβερνήσεις.

Οι επενδύσεις για την ανάπτυξη των υποδομών της χώρας προς διεξαγωγή των Αγώνων, αλλά και οι καταλυτικές επιδράσεις τους, εκτός από τον εισερχόμενο τουρισμό και την αύξηση της παραγωγικότητας, επηρέασαν θετικά και την απασχόληση στην Ελλάδα – δεδομένου ότι είχαν αισθητά θετική επίδραση στην οικονομική δραστηριότητα. Αν δεν είχαν γίνει, το 2004 το επίπεδο του ΑΕΠ θα ήταν κατά 2,5% χαμηλότερο, ενώ η απασχόληση θα ήταν μειωμένη κατά περίπου 44.000 θέσεις εργασίας.

Σύμφωνα με υπηρεσίες της ΓΣΕΕ, η απασχόληση στα ολυμπιακά έργα αντιστάθμισε απώλειες θέσεων εργασίας σε άλλους κλάδους. Και η έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος το 2003 σημείωνε ότι παρατηρήθηκε αύξηση προσφοράς εργασίας κατά την προετοιμασία για τους Ολυμπιακούς Αγώνες.

Εμφανές όφελος, κατά το ΙΟΒΕ, ήταν η προβολή της χώρας με θετικό πρόσημο παγκοσμίως. Η επιτυχής διοργάνωση των Ολυμπιακών και των Παραολυμπιακών Αγώνων την ανέδειξε ως χώρα που έχει τη δυνατότητα να διεκπεραιώνει δύσκολα εγχειρήματα παγκοσμίων διαστάσεων.

Κατά τους μελετητές η χρηματοδότηση από τον Κρατικό Προϋπολογισμό αντιστοιχούσε μόλις στο 1% των κρατικών δαπανών και σε λιγότερο από 2% του ακαθάριστου χρέους της Γενικής Κυβέρνησης. Από την πλευρά του δημοσιονομικού οφέλους, στη μελέτη εκτιμάται ότι περίπου 2,9 δισ. ευρώ επέστρεψαν στα ταμεία του κράτους υπό τη μορφή φορολογικών εισπράξεων –ΦΠΑ– και εργοδοτικών εισφορών κατά την περίοδο προετοιμασίας και διεξαγωγής των Αγώνων. Σε αυτά πρέπει να προστεθούν και τα κρατικά έσοδα που προέκυψαν από την αυξημένη, λόγω των Αγώνων, οικονομική δραστηρι- ότητα στη Μεταολυμπιακή περίοδο.

Ο Τόμας Μπαχ εντυπωσιάστηκε από τη διαπίστωση ότι το 2003 υπήρχαν 12 εκατομμύρια επισκέπτες στην Ελλάδα και το 2015 έφτασαν στα 25 εκατομμύρια.

Η Οξφόρδη και η κερδισμένη οικονομία

Το συμπέρασμα του ΙΟΒΕ δεν αμφισβητήθηκε από κανέναν. Ειδική έρευνα του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης το 2016 –την παρουσίασε στο Βήμα η Δήμητρα Κρουστάλλη– κατέρριψε πολλούς μύθους: Οι ελληνικοί Ολυμπιακοί Αγώνες είχαν το χαμηλότερο κόστος συνολικά, ανά αθλητικό γεγονός και ανά αθλητή. Η δαπάνη για το αμιγές αθλητικό γεγονός ήταν χαμηλότερη από τη Βαρκελώνη, την Ατλάντα, το Σίδνεϊ, το Πεκίνο, το Λονδίνο και το Ρίο. Κατά την ίδια έρευνα –σε υπολογισμούς με τιμές 2015, για λόγους σύγκρισης– στα έργα που ήταν υποχρεωτικά για τη διοργάνωση των Αγώνων, στην περίπτωση της Αθήνας ο αρχικός προϋπολογισμός σημείωσε υπέρβαση 49%. Όταν κατά μέσο όρο η υπέρβαση σε Ολυμπιακούς Αγώνες υπολογίζεται σε 176% του αρχικού προϋπολογισμού τους: στο Μόντρεαλ ήταν 720%, στη Βαρκελώνη 266%, στην Ατλάντα 151%, στο Σίδνεϊ 90%, στο Λονδίνο 76% και στο Ρίο 51%. Σύμφωνα με ρεπορτάζ του δημοσιογράφου Δημ. Χαροντάκη, για την ίδια εφημερίδα, μόνο το 2003 η προετοιμασία των Αγώνων ωφέλησε πεντακόσιες ελληνικές επιχειρήσεις και περισσότερους από 2.000 υπεργολάβους και προμηθευτές με 3,3 δισ. ευρώ. Το όφελος το 2004 επεκτάθηκε σε περισσότερες ελληνικές επιχειρήσεις και περίπου πεντακόσιους προμηθευτές και υπεργολάβους.

Μεγάλα ποσά απέσπασαν και ξένες εταιρείες που πρόσφεραν υπηρεσίες και προϊόντα. Βρετανοί, Ισραηλινοί, Αυστραλοί και Ιάπωνες ήταν οι πρωταγωνιστές – αφήνονταν πίσω αμερικανικές, γερμανικές και ιταλικές εταιρείες.

Στο διάστημα 2001-2004, λόγω των Αγώνων, ο κύκλος εργασιών της βιομηχανίας αυξήθηκε κατά 650 εκατ. δολάρια. Τα μεγαλύτερα κέρδη είχε ο κατασκευαστικός τομέας και κυρίως οι τσιμεντοβιομηχανίες. Ακολουθούν η αλυσίδα της διατροφής, η αγορά της πληροφορικής και οι επιχειρήσεις επίπλων και άλλων εξοπλισμών.

Ευρείες ομάδες Ελλήνων –μέτοχοι εταιρειών, επαγγελματίες, συγκεκριμένες κατηγορίες εργαζομένων, αθλητές, οργανωτές εκδηλώσεων κ.λπ. – ωφελήθηκαν όχι μόνο οικονομικά, αλλά και από την προσαρμογή σε συστήματα και δεδομένα που δεν υπήρχαν ως τότε στη χώρα.

Ο συνολικός λογαριασμός

Τον Νοέμβριο του 2004, σε μια συνεδρίαση της κυβερνητικής επιτροπής, το Υπουργείο Οικονομικών έσπευσε να υπολογί- σει το συνολικό κόστος των Ολυμπιακών Αγώνων σε 8,9 δισ. ευρώ, συμπεριλαμβανομένου και του –ύψους 2,098 δισ. ευρώ– ανεξάρτητου και πλεονασματικού προϋπολογισμού της Οργανωτικής Επιτροπής.

Ωστόσο η οικονομική δραστηριότητα που δημιουργήθηκε ως αποτέλεσμα των Αγώνων και απέφερε φόρους δεν υπήρχε στους υπολογισμούς που προβλήθηκαν από διάφορες πλευρές. Στις συζητήσεις που ακολούθησαν, εκτίμηση για τα έσοδα δεν αναφέρθηκε και συνεπώς δεν υπήρχε καν έννοια της απόσβεσης.

Το 2013, με την κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου στα πράγματα, ο τότε υπουργός Οικονομικών Γιάννης Στουρνάρας, απαντώντας σε ερώτηση του βουλευτή Γιάννη Πανούση, έδωσε επίσημα στοιχεία, συμπεριλαμβάνοντας και τον προϋπολογισμό της Οργανωτικής Επιτροπής, που δεν αμφισβητήθηκαν:

«Το συνολικό ακαθάριστο κόστος των Ολυμπιακών Αγώνων ανήλθε στο ποσό των 8,5 δισ. ευρώ. Από αυτά, περί- που 2 δισ. ευρώ καλύφθηκαν από είσπραξη εισιτηρίων, χορηγούς, τηλεοπτικά δικαιώματα κ.λπ. Από τα υπόλοιπα 6,5 δισ. ευρώ, ποσό 2 δισ. ευρώ δαπανήθηκε για ενοποίηση αρχαιολογικών χώρων και για νοσοκομεία – έργα που έμειναν στην κοινωνία».

Κατά συνέπεια, το πραγματικό καθαρό ποσό κόστους των Ολυμπιακών Αγώνων είναι περίπου 4,5 δισ. ευρώ. Αλλά και σε αυτό περιλαμβάνονται παρεμφερή δημόσια έργα.

Όλες οι σοβαρές αποτιμήσεις συγκλίνουν στα ίδια ποσά, με τα τελικά έσοδα να ξεπερνούν τα έξοδα – συν τις άυλες και μακροχρόνιες ωφέλειες.

Από την πλευρά των κυβερνήσεων, πρώτος ο Στουρνάρας ανέφερε ότι υπήρξαν κέρδη. Από το βήμα της Βουλής –από το οποίο είχαν ακουστεί τερατώδεις υπερβολές για χρόνια– ανέδειξε ότι οι Ολυμπιακοί Αγώνες δημιούργησαν νέες δραστηριότητες. Έφεραν τουριστικό ρεύμα στη χώρα. Μόνο ο ΦΠΑ που εισπράχθηκε από τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιήθηκαν ξεπερνά τα 3,5 δισ. ευρώ. Συνυπολόγισε ότι η χώρα έλαβε τεράστια δημοσιότητα. Από την ανάλυση κόστους-οφέλους κατέληξε: «Προκύπτει ότι υπήρξε καθαρό όφελος για την ελληνική οικονομία…»

Ο υπογράφων αυτό το βιβλίο σημείωνε τότε στα Νέα:

«Με αυτές τις δεκατέσσερις λέξεις έκλεισε ο κύκλος της παραπληροφόρησης για το κόστος των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004. Ύστερα από οκτώμισι χρόνια!»

Στην εντυπωσιακά τεκμηριωμένη μονογραφία «Αθήνα 2004» Αποτίμηση των επιπτώσεων των Αγώνων στην οικονομία και την κοινωνία, που υπογράφουν οι Π. Συναδινός  και Ν. Χούτας –και εκδόθηκε από τη Διεθνή Ολυμπιακή Ακαδημία με πρόλογο του αείμνηστου Αδαμάντιου Πεπελάση– αναφέρεται:

«Τα υποχρεωτικά για τη διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων έργα ανέρχονται στο ποσό των 4,452 δισ. ευρώ. Στο ποσό αυτό πρέπει οι αναλυτές και μελετητές των Αγώνων να στρέψουν το αντικείμενο της κριτικής τους».

Στη συνέχεια κάνουν μια ουσιαστική παρατήρηση:

«Προτού ρίξει κανείς βιαστικά το “ανάθεμα” στους Αγώνες του 2004, οφείλει ψύχραιμα να σκεφτεί και να αναλογιστεί σε ποιο ακριβώς επίπεδο υποδομών βρισκόταν η χώρα πριν από αυτούς. Να απαντήσει στο ερώτημα εάν η μεταπολιτευτική περίοδος έχει να επιδείξει ανάλογο εθνικό συλλογικό επίτευγμα, το οποίο, δεδομένων των μικρών μεγεθών της Ελλάδας, και παρά τα λάθη και τις αστοχίες, φαίνεται να παραμένει μέχρι και σήμερα επίτευγμα ασύγκριτο!»

Οι αριθμοί υπήρχαν, τα στοιχεία ήταν καταγεγραμμένα εύγλωττα, για όσους ήθελαν να γνωρίζουν το πραγματικό αποτέλεσμα των Αγώνων. Αλλά για λόγους πολιτικών και άλλων ανταγωνισμών ήταν πολλοί όσοι δεν ήθελαν να τα χρησιμοποιήσουν…

ΑΥΡΙΟ Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ