Brexit: Οι χαμένοι και οι περισσότερο χαμένοι ενός προαναγγελθέντος διαζυγίου

Του Διογένη Λόππα

Η πρόσφατη συμφωνία διευθέτησης του Brexit ήταν ένα παιχνίδι για πολύ γερά νεύρα. Ο θρυλικός δε τακτικισμός του ραδιούργου Βρετανού πρωθυπουργού το έκανε ακόμα δυσκολότερο. Όπως όμως είναι ευρύτερα γνωστό, στο τέλος κάθε παιχνιδιού κερδίζουν οι Γερμανοί. Ή μήπως όχι;

Όπως εκ των υστέρων μπορούμε να υποθέσουμε, ο κ. Johnson ήταν πράγματι αποφασισμένος να οδηγήσει την υπόθεση στο χάος ενός άτακτου Brexit, προκειμένου στη συνέχεια να διαπραγματευθεί εκ νέου, από θέση ισχύος αυτή τη φορά. Δεν υπολόγισε όμως πόσο αδίστακτοι είναι οι Γερμανοί σε περιπτώσεις που διακυβεύονται ζωτικά τους συμφέροντα: Κακώς, καθώς αν είχε κάνει το homework του, θα έπρεπε να περιμένει να αντιμετωπίσει τον ίδιο τον διάβολο, όπως για παράδειγμα οι Έλληνες που βρέθηκαν με κλειστές τράπεζες εν μέσω δημοψηφίσματος ή οι Κύπριοι που έχασαν τις καταθέσεις τους εν μία νυκτί. Τη φορά αυτή, για να λυγίσει ο αποφασισμένος Βρετανός ηγέτης, αρκούσε το κλείσιμο των συνόρων (ακόμα και για τα φορτηγά!!!) για δύο ημέρες. Ο πολύς Boris εξαναγκάστηκε να επιστρέψει στις διαπραγματεύσεις και να ενδώσει στις Γερμανικές απαιτήσεις.

Αυτό που προσπαθούσε να περισώσει, αποφεύγοντας την προσφερόμενη συμφωνία, δεν ήταν βέβαια τα αλιευτικά δικαιώματα, αλλά το καθεστώς της Βόρειας Ιρλανδίας. Μεταξύ μας, όλοι γνωρίζουμε ότι μακροπρόθεσμα το Brexit θα λειτουργούσε υπέρ του ΗΒ (και θα εξηγήσουμε αμέσως τους λόγους), για αυτό και από την αρχή ήταν ιδιαιτέρως ανεπιθύμητο τόσο από τους Ευρωπαίους, όσο και από το κυρίαρχο πολιτικό/επιχειρηματικό/μιντιακό σύστημα, αυτό δηλαδή που αρέσκεται να αυτοαποκαλείται »φιλελεύθερη δημοκρατία».

Τώρα οι Βρετανοί θα πρέπει να αποχαιρετήσουν την αγαπημένη τους Βόρεια Ιρλανδία που τόσο μάτωσαν να τιθασεύσουν και να διατηρήσουν μέσα στο μαντρί του στέμματος. Ουσιαστικά μέσα από τη συμφωνία διαφαίνεται η επανένωση των δύο Ιρλανδιών μέσα τουλάχιστον στα επόμενα δέκα χρόνια και αυτό δεν είναι καθόλου καλό νέο για τους απανταχού Αγγλάρες.

Το ξεβράκωμα της Ευρώπης

Αν οι Βρετανοί χάνουν τη Βόρεια Ιρλανδία, αγωνιούν για το μέλλον της Σκωτίας και ετοιμάζονται για παροδική (;) ύφεση και δύσκολες προσαρμογές στην δομή της οικονομίας τους, ωστόσο πέτυχαν αυτό που έμοιαζε ακατόρθωτο τότε που το Brexit ξεκίνησε να γαλουχείται ως ιδέα στις κακόφημες pub του νότου και στα πειραγμένα μυαλά υπερσυντηρητικών πολιτικών. Και αυτό γιατί πήραν κυριολεκτικά τα σώβρακα των Ευρωπαίων γραφειοκρατών στους τρεις ουσιαστικούς άξονες του Brexit, δηλαδή στον έλεγχο της (εκ της ανατολικής Ευρώπης κυρίως) μετανάστευσης, στην επαναφορά του NHS (εθνικό σύστημα υγείας) στην προ του 2004 κανονικότητα και στην απόλυτη δικαιοδοσία του Ανώτατου Δικαστηρίου έναντι του αντίστοιχου Ευρωπαϊκού.

Επανένωση και διεύρυνση: Η αυτοκτονία της δύσης

Καθώς οδεύουμε προς το 2021, όλο και περισσότεροι αναλυτές στη Δύση ευλόγως θεωρούμε την έγκριση της Γερμανικής επανένωσης ως το μεγαλύτερο λάθος της μεταψυχροπολεμικής μετάβασης. Μπορεί οι στιγμές που νέοι άνθρωποι αγκαλιάζονταν υπό τον ήχο των Scorpions να ήταν εξόχως ρομαντικές, μπορεί να στήνονταν νοσταλγικά πάρτι στα ερείπια του τείχους σε κάθε επέτειο, σήμερα όμως όλοι, λιγότερο ή περισσότερο, αντιλαμβάνονται ότι η εκχώρηση περαιτέρω δύναμης στους αδιόρθωτους Γερμανούς φίλους μας, δεν ήταν σοφή κίνηση.

Το αμέσως επόμενο μεγαλύτερο λάθος, που τελικά αποχαλίνωσε τον Γερμανικό ρεβανσισμό, ήταν η διεύρυνση του 2004, που ουσιαστικά πρόσφερε ζωτικό χώρο στους Γερμανούς στις πλάτες των υπολοίπων μελών. Το μέγεθος της Γερμανικής οικονομικής, πολιτικής και πολιτισμικής διείσδυσης στις χώρες της ανατολικής Ευρώπης, μπορεί μόνο να συγκριθεί με κανονική εισβολή και πρακτικά αποτέλεσε ένα, χωρίς προηγούμενο, μεταμοντέρνο Blitzkrieg.

Πριν το 2000, ο εκάστοτε Γερμανός καγκελάριος επικύρωνε αδιαμαρτύρητα τα αποτελέσματα των διαπραγματεύσεων μεταξύ Γάλλων και Άγγλων για την πορεία της Ευρώπης, τις εμπορικές διευθετήσεις και τον κοινοτικό προϋπολογισμό. Σήμερα οι ηγέτες των κρατών – μελών δεν μπορούν να νομοθετήσουν ούτε για τις τύχες της κόκκινης γαρίδας, αν πρώτα δε δώσει την έγκρισή της η καγκελάριος Merkel. Πριν την αποφράδα 1η Μαΐου του 2004, η Ευρώπη των 15 ήταν μία όαση συνεργασίας, συμβιβασμών, ευημερίας, ανθρωπισμού και σταθερής ανάπτυξης, ενώ τα κράτη – μέλη είχαν ήδη γεφυρώσει το χάσμα και συγκλίνει αρκετά, σε μια ένωση που έμοιαζε σχεδόν έτοιμη για πλήρη ομοσπονδοποίηση.

Σήμερα, 16 χρόνια μετά, βλέπουμε με λύπη έναν από τους δύο στυλοβάτες να εγκαταλείπει (ανακουφισμένος) την ένωση και τη θέση του να έχουν πάρει χώρες που δεν έχουν καμία απολύτως σχέση, ούτε οικονομική, ούτε πολιτική, ούτε πολιτισμική, ούτε καν αισθητική. Οι ανισότητες μέσα στο μπλοκ είναι τρομακτικές, η σύγκλιση που το 2004 έμοιαζε μια ανάσα κοντά, πλέον αποτελεί ανέκδοτο και με εξαίρεση (;) τη Γαλλία, όλα ανεξαιρέτως τα κράτη – μέλη μοιάζουν με δορυφόρους της Γερμανίας, αναμένοντας ένα ξεροκόμματο για τα μάτια της εσωτερικής τους κοινής γνώμης ή παρακαλούν επί μήνες για μια άλλοτε αυτονόητη οικονομική (ή γεωπολιτική) διευθέτηση, σε μια »συμμαχία» που μοιάζει περισσότερο με τη Δεύτερη Αθηναϊκή ηγεμονία και λιγότερο με αυτό που είχαν στο μυαλό τους οραματιστές ηγέτες όπως οι Helmut Kohl και Francois Mitterrand.

Παλινδρομικές (μετα)κινήσεις

Καθώς μετά το 2004 τα μεταμοντέρνα panzer εισέβαλαν ανατολικά μέχρι τις παρυφές της ίδιας της Μόσχας, σαρώνοντας στο πέρασμά τους τις ανύπαρκτες οικονομικές άμυνες των χωρών του πρώην συμφώνου της Βαρσοβίας, μια άλλη εισβολή κινούνταν αυτή τη φορά προς αντίθετη κατεύθυνση:

Ήταν οι εξαθλιωμένοι αντολικοευρωπαίοι, που με μοναδικό τους όπλο ένα Ευρωπαϊκό διαβατήριο, κάτι σπασμένα Αγγλικά και μερικές εκατοντάδες ευρώ στην τσέπη, προσγειώνονταν καθόλα νόμιμα στο Gatwick και έπαιρναν το δρόμο για το Home Office. Εκεί οι φιλόξενοι και εντυπωσιακά αντιρατσιστές Βρετανοί υπάλληλοι, τους προμήθευαν με το μαγικό ΝΙΝο (αριθμός κοινωνικής ασφάλισης), ο οποίος με τη σειρά του, τους άνοιγε μια πόρτα, όχι και τόσο αξιοπρεπούς, εργασίας, αλλά τουλάχιστον σε συνθήκες μακράν καλύτερες από τα παγωμένα (από κάθε άποψη) σοβιετικού τύπου χωριά της καταγωγής τους.

Μετά από μερικούς μήνες μπορούσε να έρθει η οικογένεια, οι οικογένειες των φίλων και τελικά οι ορδές γνωστών και αγνώστων που δεν μπορούσαν να πιστέψουν στην τύχη τους, ότι δηλαδή υπάρχει κάποιος που πληρώνει μεροκάματα 70 ευρώ στην οικοδομή με πλήρη ασφάλεια, κανονική άδεια και πλήρη μέτρα ασφαλείας, όταν στις κατασκευαστικές της Βαρσοβίας δούλευαν 12ωρα ανασφάλιστοι για 20 ευρώ τη μέρα. Όσο λοιπόν οι γερμανικές βιομηχανίες εξαγόραζαν κοψοχρονιά τις υποδομές της Σοβιετίας και τα μαύρα ταμεία φρόντιζαν για τα υπόλοιπα, το Ηνωμένο Βασίλειο έγινε ο τόπος αποθήκευσης των ανθρώπινων απορριμμάτων του γερμανικού μετα-ιμπεριαλισμού.

Πολύ σύντομα (μέσα σε μια πενταετία) οι υποδομές του ΗΒ ξεπέρασαν τα όρια λειτουργίας τους, μη μπορώντας βέβαια να εξυπηρετήσουν τους υπεράριθμους οικονομικούς πρόσφυγες. Πρέπει εδώ να τονίσουμε ότι ουδέποτε οι Βρετανικές υπηρεσίες έκαναν οποιουδήποτε είδους διάκριση για οποιοδήποτε θέμα, ανάμεσα σε Βρετανό ή Ευρωπαίο ή ακόμα και Σομαλό αιτούντα άσυλο: Από τη στιγμή που κάποιος βρίσκεται νόμιμα στη χώρα και διαθέτει ΝΙΝο, απολαμβάνει τις ίδιες ακριβώς υπηρεσίες με τους ντόπιους.

Κάπως έτσι, τα ραντεβού για τα (δωρεάν) νοσοκομεία άρχισαν να γίνονται τρίμηνα και εξάμηνα και ο προϋπολογισμός άρχισε να φορτώνεται με κοινωνικά επιδόματα που ποτέ κανένας δεν είχε προβλέψει το δυνητικό τους μέγεθος. Και τότε οι Βρετανοί συνειδητοποίησαν ότι η τάση ήταν αυξανόμενη, χωρίς να φαίνεται κάποιο τέλος και χωρίς οι ίδιοι να έχουν την παραμικρή δυνατότητα παρέμβασης. Ήταν σαφέστατο από τις συνθήκες ότι οι κάτοχοι ευρωπαϊκού διαβατηρίου είχαν το δικαίωμα να ζουν, να εργάζονται και να επιδοτούνται στο ΗΒ ακριβώς όπως οι ντόπιοι.

Σύντομα οι προοπτικές των γηγενών νέων »κανονικών» ανθρώπων (όχι βέβαια της ελίτ που δεν κατάλαβε τίποτα από όλα αυτά) άρχισαν να μαυρίζουν επικίνδυνα, τόσο στον τομέα της αγοράς εργασίας όπου τα πάντα ήταν κατειλημμένα από απελπισμένους ανθρώπους που δέχονταν οποιαδήποτε εργασία για οποιοδήποτε τίμημα, όσο και κυριότερα στην στεγαστική αγορά, όπου βέβαια τα ενοίκια υπερτριπλασιάστηκαν μέσα σε μία πενταετία. Κάθε σκέψη για ανεξάρτητη κατοικία, άρα αξιοπρέπεια, μετατράπηκε σε χίμαιρα. Μοναδική επιλογή ένα μικρό δωμάτιο με κοινό μπάνιο και κουζίνα, σε ένα σπίτι που κατοικούν συνήθως 8 – 10 άνθρωποι, άσχετοι μεταξύ τους.

Σήμερα, ακόμα και με αυτή τη συμφωνία που από κάποιους μπορεί και να θεωρηθεί ετεροβαρής (ανάλογα με τη ματιά ανάγνωσής της), ο Βρετανός πρωθυπουργός μπορεί να κοιτάξει στα μάτια τους νέους ανθρώπους και να τους υποσχεθεί (έστω και δύσκολο) μέλλον. Ήδη οι σχετικές ανακοινώσεις κάνουν λόγο για αποδοχή μόνο εξειδικευμένων εργαζομένων που θα έχουν ήδη συμβόλαιο με αποδοχές άνω των 21.000 λιρών περίπου, πράγμα που σημαίνει ότι αποκλείονται όλοι οι εκατομμύρια εργαζόμενοι των κάθε λογής υπηρεσιών, οι απολαβές των οποίων σπάνια ξεπερνούσαν τις 12 – 15 χιλιάδες λίρες το χρόνο.

Το γεγονός αυτό αποτελεί μια μεγαλειώδη νίκη δεδομένου ότι όταν η Ε.Ε. συνάπτει συμφωνίες μηδενικών δασμών, απαιτεί από τους συμβαλλόμενους την ελεύθερη εγκατάσταση Ευρωπαίων πολιτών στα εδάφη τους. Δηλαδή σε χώρες όπως η Νορβηγία και η Ελβετία που δεν είναι μέλη της Ε.Ε., η Ένωση έχει επιβάλλει ελεύθερη μετανάστευση, προκειμένου να ανοίξει η ίδια τις αγορές της και βέβαια αποδέχεται με τη σειρά της την ελεύθερη μετανάστευση των πολιτών από τις χώρες αυτές. Στο παρελθόν οι συμφωνίες αυτές θεωρήθηκαν αποικιοκρατικές, αλλά από την άλλη πλευρά οι χώρες αυτές δεν είχαν πολλά περιθώρια επιλογών, ιδιαίτερα η Ελβετία. Σήμερα το ΗΒ δείχνει το δρόμο, δηλαδή ότι μπορεί να υπάρξει ζωή έξω από την Ε.Ε. και είναι πολύ πιθανόν η Ελβετία να ζητήσει επαναδιαπραγμάτευση της ετεροβαρούς συμφωνίας.

Ο Βρετανός πρωθυπουργός μπορεί τώρα ελεύθερα να υποσχεθεί μια σοβαρή και οριστική ρύθμιση της μετανάστευσης, που με τη σειρά της θα ρυθμίσει το NHS και βέβαια την στεγαστική αγορά. Λιγότεροι άνθρωποι, φθηνότερα ενοίκια, ταχύτερες υπηρεσίας υγείας και πιθανότερα καλύτεροι μισθοί στην αγορά εργασίας. Και όλα αυτά με μηδενικούς δασμούς για τα Βρετανικά προϊόντα και ελεύθερη πρόσβαση σε μια αγορά 450 εκατομμυρίων καταναλωτών. Αποτυχία δεν το λες.

Φυσικά δεν είναι όλα ρόδινα, αλλά αυτό ήταν από την αρχή και το κόστος του Brexit και λίγο πολύ οι Βρετανοί το είχαν αποδεχθεί. Ήξεραν πολύ καλά την πίεση που θα ασκηθεί στον χρηματοοικονομικό τομέα και βέβαια αναμένουν ότι πολλές επιχειρήσεις θα μεταφέρουν την έδρα τους στη Φρανκφούρτη και στο Λουξεμβούργο που τώρα είναι ελκυστικότεροι προορισμοί για τα headquarters των κολοσσών της οικονομίας. Το μεγαλύτερο πλήγμα για την οικονομία του ΗΒ είναι το ότι πλέον δεν μπορεί μια επιχείρηση με έδρα εκεί, να παράγει υπηρεσίες εντός της Ε.Ε. Πέραν όμως του ότι η αρνητική αυτή εξέλιξη δεν μπορεί να συγκριθεί με τα ζωτικά οφέλη που προσφέρει το Brexit, μπορεί εύκολα να διευθετηθεί με το απλό άνοιγμα ενός παραρτήματος μέσα σε μια χώρα της Ε.Ε.

Το άλλο μεγάλο στοίχημα είναι αυτό των προδιαγραφών και η επίπτωση που μπορεί να έχει στην παραγωγική δομή του ΗΒ. Προσωπική μου εκτίμηση είναι ότι από τη στιγμή που υπάρχει η εμπορική συμφωνία και από τι στιγμή που ο μεγαλύτερος όγκος των Βρετανικών εξαγωγών αφορά στην Ε.Ε., οι προδιαγραφές των προϊόντων θα ενοποιηθούν. Αυτό μπορεί να αφαιρεί ένα όπλο στο οποίο υπολόγιζαν οι Βρετανοί ώστε να καταστήσουν ανταγωνιστικότερη την οικονομία τους μειώνοντας κόστη παραγωγής, όμως δεν είναι το τέλος του κόσμου, καθώς τώρα νοιώθουν περισσότερο ελεύθεροι ως προς τις τυχόν διολισθήσεις της λίρας, συνεπώς θα έχουν τον πρώτο λόγο, όταν π.χ. στοχεύσουν σε μία αγορά της Ευρώπης, την ώρα που οι ανταγωνιστές τους θα είναι δέσμιοι της ευρωπαϊκής κεντρικής τράπεζας και των τυπικών γερμανικών νομισματικών ιδεοληψιών.

Τέλος, χωρίς να θέλω να μετασχηματιστώ σε υποστηρικτή του Boris ή του Brexit (μακάρι να μην υπήρχε τίποτα από τα δύο, μακάρι να μην είχε γίνει ούτε η διεύρυνση του 2004), δε συμφωνώ καθόλου με γνώμες που θέλουν να τον αναδείξουν ως το απόλυτο κακό, ως έναν κλώνο του Trump ή ως έναν ακόμα ακροδεξιό ηγετίσκο από αυτούς που αφθονούν γύρω μας. Νομίζω ότι η αίσθηση αυτή δημιουργήθηκε έντεχνα τις τελευταίες μέρες κυρίως λόγω του δηλητηρίου που έσπευσαν να διοχετεύσουν με το γνωστό μειλίχιο τρόπο τα γερμανικά think tanks. Μάλιστα πιστεύω ότι ο τρόπος που αντέδρασε το γερμανικό μη-κράτος απέναντι στα γεγονότα, μας δίνει και τον τελικό νικητή της αναμέτρησης. Δηλαδή το γινάτι που βγαίνει από τους Γερμανούς, μας κάνει να πιστεύουμε ότι μια αναμέτρηση που φαινομενικά δεν είχε νικητή, που δείχνει ότι όλοι έχασαν κάτι, τελικά κλίνει στα σημεία υπέρ των Βρετανών.

Όχι, ο Bojo δεν είναι ούτε ακροδεξιός, ούτε φασίστας. Μπορεί κάποιος να τον πει λαϊκιστή (εάν αυτό είναι αρνητικό), λαοπλάνο, αριβίστα και πολλά άλλα που γενικά είναι συνηθισμένα επίθετα για άνδρες που σιτίζονται από την πολιτική. Είναι ένας τυπικός Βρετανός συντηρητικός, σίγουρα δημοκράτης και καθόλου αυταρχικός. Κέρδισε καθαρά τόσο το δημοψήφισμα, όσο και τις εκλογές, ζήτησε καθαρή εντολή για να παραδώσει Brexit και την πήρε. Εκτέλεσε με όσο καλύτερο τρόπο μπορούσε την εντολή που έλαβε από την πλειοψηφία, χωρίς αστερίσκους. Αν πρέπει να κατηγορήσουμε κάποιον για την αρνητική εξέλιξη της εξόδου από την Ε.Ε. ενός αγαπητού μας λαού, ας αναζητήσουμε τους φταίχτες στα υγρά καλντερίμια του Μάντσεστερ και στις φάρμες της αγροτικής Αγγλίας. Ή μήπως είχαν τελικά δίκιο;