Γράφει ο Γιώργος Λακόπουλος
Ήταν σαν να έβλεπε τον εαυτό του στον καθρέφτη όταν καταλόγιζε στους αντιπάλους του: «Ωραία που τα λες, μα έλα που σε ξέρω…».
Το 2019 παρέλαβε γεμάτο κρατικό ταμείο –με την περίφημη μεταμνημονιακή καβάτζα των 37 δισ.– και διαχειρίσιμη οικονομία. Εφτά χρόνια αργότερα, ό,τι αναγγέλλει δεν μπορεί παρά να είναι διόρθωση της δικής του πολιτικής.
Ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης βαφτίζει τις, εντυπωσιακά στοχευμένες και απλωμένες στον προεκλογικό χρόνο – παροχές, που κοστολογεί σε 2,2 δισ. «πολιτική για τους πολλούς»- συνιστά παραπλάνηση: η «πολιτική για τους λίγους», που έχει ασκήσει εξ αρχής, με συνέπεια είχε πολύ περισσότερα.
Οι αποδέκτες της είναι γνωστοί με ονόματα και διευθύνσεις. Αλυσίδες και καρτέλ: τράπεζες, ενέργεια, τηλεφωνία και επικοινωνία, ακτοπλοΐα και αεροπλοΐα, λιανική πώληση, υπηρεσίες, μεγαλεμπόριο, εισαγωγές, ασφάλιση, κατασκευές, ιδιωτική υγεία και εκπαίδευση… Εκεί πήγαν τα πολλά λεφτά.
Π.χ. στις 26 Ιουλίου 2026, το iΕidiseis.gr αποκάλυπτε: «Μόλις σε 30 εταιρείες το 40% των δανείων του Ταμείου Ανάκαμψης – Ό,τι περίσσεψε πήγε στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, που μοιράστηκαν το ένα έκτο της συνολικής πίτας των δανείων του».
Αν ισχύει η πρωθυπουργική θεωρία –και πρακτική– για ενίσχυση εισοδημάτων στους «πολλούς» διά φοροαπαλλαγών και μειώσεων φόρων, ισχύει στο πολλαπλάσιο για τους προαναφερθέντες «λίγους».
Αυτοί άλλωστε συντηρούν την ακρίβεια διά της εναρμονισμένης κερδοφορίας –στην οποία συμμετέχει και το κράτος, με τη διατήρηση υψηλού ΦΠΑ.
Αν ο απερχόμενος Πρωθυπουργός υπερηφανεύεται για την αναβάθμιση του επιπέδου ζωής των πολλών, τι πρέπει να πει για την αύξηση των υπερκερδών στους επικυρίαρχους της οικονομίας; Με κυβερνητική ανοχή στην αισχροκέρδεια, την ελαστικότητα –ή την πλήρη απουσία– ελέγχων και τις ποικίλες χρηματοδοτικές διευκολύνσεις…
Η πολιτική «αξιοποίησης» του δημοσίου και του κοινοτικού χρήματος από το «επιτελικό κράτος» έρχεται σε κραυγαλέα σύγκρουση με την αδιαφάνεια, τις απευθείας αναθέσεις, τη φαυλότητα, τη διαφθορά, τη σκλήρυνση της παραδοσιακής εύνοιας των ημετέρων…
Οι «επενδύσεις» υποτίθεται «αυξάνονται», αλλά το συνολικό ποσοστό σε σχέση με το ΑΕΠ παραμένει δραστικά χαμηλότερο από τον κοινοτικό μέσο όρο. Άλλωστε, τι ακριβώς κερδίζει η ελληνική οικονομία όταν το 60% των ξένων επενδύσεων κατευθύνεται στη «διαχείριση ακίνητης περιουσίας» και τις «χρηματοπιστωτικές και ασφαλιστικές δραστηριότητες»;
Με ποια έννοια, οι Έλληνες «αισθάνονται ασφάλεια και σταθερότητα» όταν αυξάνονται διαρκώς όσοι και όσα αδυνατούν να πληρώσουν στην Εφορία, τις Τράπεζες, τα Ταμεία, τους διαβόητους Servicers; Αν το κράτος κάνει καλά τη δουλειά του, γιατί όλο και περισσότεροι αναγκάζονται να καταφύγουν στον πανάκριβο ιδιωτικό τομέα της υγείας και της εκπαίδευσης;
Αν «είναι καιρός η πατρίδα μας να γευθεί τους καρπούς των προσπαθειών της», τι ακριβώς γεύονται οι αγρότες που χάνουν διαρκώς εισόδημα, οι ελεύθεροι επαγγελματίες και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, που συρρικνώνονται, οι συνταξιούχοι που πένονται και οι εργαζόμενοι, που δεν μπορούν να διαπραγματευτούν συμβάσεις με τους εργοδότες τους;
Πόσο καλό άλλοθι είναι το άγιο δισκοπότηρο της δημοσιονομικής πειθαρχίας, που δεσμεύει το εύρος και το βάρος της οικονομικής πολιτικής του ως προς τις παροχές, όταν αυξάνονται οι διεθνείς «δείκτες» με την Ελλάδα ουραγό;
Από τη Θεσσαλονίκη ο Πρωθυπουργός έκανε ταμείο για τη «συμφωνία Αλήθειας», που «υπέγραψε πριν από οκτώ χρόνια» και ανήγγειλε από το ίδιο βήμα νέα «συμφωνία Προόδου και Ευημερίας».
Ωστόσο, ήταν σαν να έβλεπε τον εαυτό του στον καθρέφτη όταν καταλόγιζε στους αντιπάλους του: «Ωραία που τα λες, μα έλα που σε ξέρω…».
ΥΓ: Αν οι νερόβραστες αντιδράσεις των κομμάτων στις εξαγγελίες Μητσοτάκη υποδηλώνουν ότι το Σαββατοκύριακο είναι αργία για την αντιπολίτευση, μάλλον με το δίκιο του επιδιώκει νέα θητεία…
ΑΠΟ ΤΟ IEIDISEIS.GR

