
Του Νίκου Λακόπουλου

Το πρόβλημα αρχίζει να υπάρχει όταν ο ΣΥΡΙΖΑ αρχίζει να εμφανίζει στις δημοσκοπήσεις άνοδο και αναπόφευκτα πέρα από την δεξαμενή που έχει στις ¨γκρίζες ζώνες” κάθε μονάδα που ανεβαίνει θα αφαιρείται από την ΝΔ ώστε η μάχη θα γίνει ένα πραγματικό ντέρμπι.
Τότε αν ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κερδίσει πάλι τις εκλογές- με μικρότερο ποσοστό ώστε δεν θα έχει αυτοδυναμία, η Νέα Δημοκρατία θα έρθει πρώτη μεν- και θα πάρει το μπόνους των πενήντα εδρών- αλλά δεν θα μπορεί μόνη της να σχηματίσει κυβέρνηση. Αναπόφευκτα θα στραφεί στο Κινάλ, αλλά τι θα γίνει αν το Κινάλ δεν συμπράξει σ΄αυτή την συγκυβέρνηση που θα σημαίνει και το τέλος του -πιθανόν με μια διάσπασή του;
Είναι σαφές ότι στην ηγεσία του Κινάλ υπάρχουν δυο γραμμές όπου η μία των Βενιζέλου- Λοβέρδου -των ερευνώμενων και για την υπόθεση Novartis- θέλει συμμαχία με την Νέα Δημοκρατία και “στρατηγική ήττα” του ΣΥΡΙΖΑ με μια επιστροφή στο παρελθόν της κυβέρνησης των Σαμαρο-βενιζέλων- που κόστισε στο Κινάλ την κάθοδό του στο 4%.
Η δεύτερη εκφράζεται κατά καιρούς από στελέχη του, αλλά διατυπώθηκε χθες με απόλυτη σαφήνεια από τον γραμματέα επικοινωνίας του Κινάλ Σταμάτη Μαλέλη: «Εφόσον δεν προκύψει αυτοδυναμία της ΝΔ στις επόμενες εκλογές, τότε, ναι, δεν πρόκειται να συμπράξουμε σε μια κυβέρνηση – όλεθρο με τον Κυριάκο Μητσοτάκη και με νεοφιλελεύθερη ατζέντα».
Και για όσους δεν κατάλαβαν τι εννοεί -ή τι μπορεί να συμβεί σε μια τέτοια περίπτωση- πρόσθεσε πως «θέλουμε προοδευτική διακυβέρνηση. Είναι καλύτερα να πάμε σε νέες εκλογές με απλή αναλογική και δεν πρόκειται να τις φοβηθούμε».

Ο Νίκος Παππάς έπιασε στον αέρα την ιδέα και δήλωσε σήμερα: “Καλωσορίζω κάθε άποψη -και αυτή του κ. Μαλέλη- που αναγνωρίζει ότι το πρόγραμμα του κ. Μητσοτάκη είναι κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του Δ.Ν.Τ. Ο τόπος χρειάζεται σταθερή μακροχρόνια αριστερή προοδευτική διακυβέρνηση”.
Το πρόβλημα είναι πως το Κινάλ έτσι κι αλλιώς θα διασπαστεί- διχασμένο και στη βάση του στο θέμα των συμμαχιών και η όμορφη προοπτική ότι θα πάρει ένα μεγάλο ποσοστό και θα επιβάλλει τους όρους της είναι μια προσπάθεια της ηγεσίας του να μη δει την αλήθεια: αφότου απέτυχε να γίνει δυναμικός πόλος της Κεντροαριστεράς ώστε να γίνει συνομιλητής εξουσίας το μόνο που έχει να επιλέξει είναι αν θα συνταχθεί με ένα προοδευτικό μέτωπο -με δυνατότητα επιβίωσης θα πρέπει να επιλέξει τον τρόπο με τον οποίο θα τελειώσει.
Αν όχι τώρα, τότε πολύ σύντομα μια καταπακτή θα το αφανίσει όπως αφάνισε το κόμμα του Ζίγδη που βρέθηκε από το 11% κάτω από ένα σε μια μέρα. Άλλωστε ο γραμματέας επικοινωνίας του κόμματος το διαισθάνεται όταν λέει πως “στόχος του ΚΙΝΑΛ είναι διψήφιο ποσοστό στις επόμενες εκλογές. Ενα 6-7% θα έπρεπε να μας προβληματίσει, ισοδυναμεί με ήττα».

Το ερώτημα είναι όταν κάποτε οι εκλογές γίνουν με απλή αναλογική- αν αυτό δεν αλλάξει- με ποιες συμμαχίες θα μπορέσει να κυβερνήσει πάλι ο ΣΥΡΙΖΑ. Μιλάει για συμμαχία προοδευτικών δυνάμεων -και βάζει και σ΄αυτές και τον Καμμένο, αλλά δεν απαντά ποιες είναι αυτές. Ή μάλλον ξεκαθαρίζει πως θέλει να συνεργαστεί με την Κεντροαριστερά, αλλά όχι με τη σημερινή της ηγεσία, όχι με τον Βενιζέλο ή τον Λοβέρδο.
Η απάντηση στο ερώτημα γιατί δεν συνεργάστηκε το 2015 με την Δημοκρατική Παράταξη και το Ποτάμι, αλλά προτίμησε με τα γνωστά αποτελέσματα τον δεξιό, αλλά “‘έντιμο” Πάνο Καμμένο είναι πως αυτή η κυβέρνηση θα διαλυόταν πολύ σύντομα, όταν μάλιστα μέλη αυτής της συγκυβέρνησης που δεν έγινε ποτέ θα βρίσκονταν ερευνώμενα για σκάνδαλα, όπως έγινε με υπουργούς και πρώην πρωθυπουργό από τον χώρο των δύο μεγάλων κομμάτων που αποτελούν για τον ΣΥΡΙΖΑ, το “παλιό πολιτικό σύστημα”.
Φαίνεται -και από τις επιλογές στις αυτοδιοικητικές εκλογές- ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν επιθυμεί συνδιαλλαγή με αυτό το σύστημα και προτιμά να πάει στις εκλογές για καθαρές λύσεις κι ας χάσει τις εκλογές, καταγράφοντας μια δυναμική που δεν είχε το 2015 όταν ένα κόμμα του 4% έφτασε στο 17%, στο 27% και τελικά στο 35%- από ψηφοφόρους που “δανείστηκε” κυρίως από το παλιό ΠΑΣΟΚ.
Η πολιτική αυτή θυμίζει τον… Μάο Τσε Τουγκ όταν έλεγε “να τραβήξουμε μια ξεκάθαρη οριστική γραμμή ανάμεσα σε μας στον εχθρό” και “δεν υπάρχει υποχώρηση”, αλλά και την πάλη ανάμεσα στο πρώτο ΠΑΣΟΚ και την Ένωση Κέντρου που ο Ανδρέας Παπανδρέου θεωρούσε “αστικό κόμμα”.
Προφανώς ο Αλέξης Τσίπρας θέλει την ενότητα της δημοκρατικής παράταξης, αλλά μέσα στο δικό του κόμμα ή μέσα σε έναν νέο συνασπισμό που θα περιλαμβάνει σοσιαλδημοκράτες, οικολόγους, κεντροαριστερούς, ακόμα και δεξιές δυνάμεις. Η συμμαχία του με τον Πάνο Καμμένο δεν ήταν ταχτική, αλλά στρατηγική καθώς κατανοεί πως για να κυβερνήσεις στην Ελλάδα πρέπει να ενώσει ένα, δύο τρία πολιτικά ρεύματα, συν τον… Θεό- που μπορεί νάναι και αριστερός- ως φιλάνθρωπος- τελικά.

Ο κόσμος πάει μπροστά, ο πολιτικός πρέπει να βλέπει πολλές κινήσεις μετά και όπως είπε πρόσφατα και ο Κώστας Καραμανλής -που δεν μιλούσε ως τώρα- ο τόπος χρειάζεται “μία ευρύτατη κοινωνική πλειοψηφία για κυβέρνηση ισχυρή και σταθερή με ορίζοντα τετραετίας” συν μια ‘κυβέρνηση που θα υπηρετεί και θα υπερασπιστεί τα εθνικά συμφέροντα” και τους οικονομικά ασθενέστερους.
Ο νοών νοείτω. Το πρόβλημα δεν είναι ποιος είναι ο καλύτερος, ούτε πόσο “ψεύτης” είναι ο Αλέξης Τσίπρας- όπως ήταν άλλωστε και ο Ανδρέας Παπανδρέου. Αλλά ποιος μπορεί να εκφράσει μια κοινωνική πλειοψηφία και να σχηματίσει μια κυβέρνηση ισχυρή -που να μπορεί και να κυβερνήσει. Ή ποιος θα εκπροσωπήσει μια πολιτική κατάσταση, ένα καθεστώς, που ο ίδιος θα έχει διαμορφώσει.
Κατά τα άλλα η ζωή θα απαντήσει σε όλα αυτά τα ερωτήματα, ο λαός θα αποφασίσει “με ποιον θα πάει και ποιον θα αφήσει” –όπως είπε πρόσφατα ο Κυριάκος και σε ποιους θα πει “Αντίο”.
