Δευτέρα 5 Δεκέμβριος 2016 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

ΟΙ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΝΟΥΣΗ (1)- Naturae debitum reddiderunt

ΠΑΝΟΥΣΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ 5

 

Διηγήματα και κοινωνικές μυθιστορίες

ΠΑΝΟΥΣΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ 3

 

Διηγήματα που έγραψε όσο ήταν αναπληρωτής υπουργός Προστασίας του Πολίτη. Oποιος θέλει να καταλάβει θα καταλάβει…

 

 

ΠΡΟ-ΛΟΓΙΚΑ

Το ερώτημα παλιό: «πρέπει ο εγκληματολόγος να διαβάζει αστυνομικά μυθιστορήματα ή πρέπει ο συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας να γνωρίζει βασικές αρχές της Εγκληματολογίας»; Δεν θ’ απαντήσω στο ερώτημα, γιατί πιστεύω πως οι αναγνώστες των αστυνομικών μου διηγημάτων θα βγάλουν μόνοι τα συμπεράσματά τους. Θεώρησα χρήσιμο να εκδώσω τα κείμενα αυτά τώρα, καθώς ύστερα από μια επτάμηνη θητεία ως Αναπληρωτής Υπουργός Προστασίας του Πολίτη (27/1/2015 – 28/8/2015), μια δεύτερη ματιά πάνω στα ζητήματα του εγκλήματος και της τιμωρίας είναι για μένα πολλαπλώς γόνιμη. Τα διηγήματα δεν είναι «αμιγώς» αστυνομικά. Στην ουσία, μέσα από την πλοκή μυστηρίου, αναδύονται οι απόψεις μου για τον Κόσμο, τη Φύση, τον Άνθρωπο, την Ιστορία, την Πολιτική. Σ’ έναν πραγματικό χώρο όπου το ακατανόητο κυριαρχεί ελπίζω να μη γίνομαι τόσο αινιγματικός ώστε να φέρνω μελαγχολία.

Γ. Πανούσης

Αθήνα, Σεπτέμβριος 2015

 

Naturae debitum reddiderunt*

ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ

Ο χώρος

Δεν είναι όλες οι θάλασσες ίδιες. Άλλες τσαντίζονται, θυμώνουν με τα υπερφίαλα βράχια και βγάζουν αφρούς απ’ το σπηλαιώδες στόμα τους κι άλλες δεν χωράνε στην κούνια τους και πλημμυρίζουν με τα δάκρυά τους τις ακτές.

Υπάρχουν όμως και θάλασσες που ντρέπονται για τον εσωτερικό τους κόσμο και συχνά νοιώθουν την ανάγκη να βγάλουν έξω τα σωθικά τους, ν’ απαλλαγούν από τις ενοχές που οι άνθρωποι τις φορτώνουν.

Έτσι ήταν κι αυτή η γαλαζοπράσινη θάλασσα στο νησί Ελούσα. Κάθε τέσσερα χρόνια τραβιότανε πίσω στα βαθιά, ένα χιλιόμετρο τουλάχιστον πέρα από την παραλία κι αποκάλυπτε τα κρυμμένα μυστικά της (από σάπιες πετρελαιοκηλίδες μέχρι άγνωστα νεκρά είδη).

Οι κάτοικοι του νησιού ονομάτιζαν «θαλάσσευμα» αυτό το παράξενο φαινόμενο, καθώς συχνά «ξέβραζε» και ανθρώπινα πτώματα. Τελευταία φορά, τον Απρίλη, είχαν βρει ένα σχεδόν αποσαρκωμένο ανθρώπινο πλάσμα που είχε στο λαιμό του ένα μεγάλο σταυρό πάνω στον οποίο ήταν χαραγμένες οι λέξεις: “abstineas igitur damnandis…”

– Πλησιάζουν οι μέρες για το «θαλάσσευμα», σιγοψιθύρισε ο γεροκαπετάνιος στο ταβερνάκι του λιμανιού. Οι άλλοι πλάι του άφησαν τα ζάρια και τα χαρτιά και γύρισαν προς το μέρος του.

– Το νησί δεν αντέχει άλλο αυτά τα μυστικά της θάλασσας. Θα γίνουμε το νησί των καταραμένων. Θα φύγουν όλοι. Δεν θα πατάει κανείς. Θα μαραζώσουμε, είπε ο πρόεδρος της κοινότητας.

– Τι μπορείτε να κάνετε, μονολόγησε ο νεαρός φοιτητής της Κοινωνιολογίας πούχε έρθει στο νησί για να μελετήσει τις διαστρωματώσεις και τις πολιτισμικές επιμειξίες.

– Αν εσείς δεν τους πνίγετε και δεν τους πετάτε στη θάλασσα δεν βλέπω τρόπο να ελέγξετε την κατάσταση. Αφήστε που λόγω των πτωμάτων μολύνεται κι άλλο η θάλασσα.

– Τι είναι αυτά που λες, φώναξε οργισμένος ο παπάς. Μη βλασφημείς, τέκνο μου, συνέχισε πιο ήρεμα. Οι υπόλοιποι κοίταξαν καχύποπτα ο ένας τον άλλο κι ύστερα έστειλαν άγρια βλέμματα/ μηνύματα στον φοιτητή.

– Αλήθεια, πώς λεγόταν το τελευταίο θύμα, ο πνιγμένος τέλος πάντων, ρώτησε σχεδόν αθώα, ο γιατρός του νησιού.

– Νίκος, Νίκος Κεπέσης, απάντησαν όλοι οι ντόπιοι εν χορώ.

– Και ποια ήταν η αιτία θανάτου; ξαναρώτησε ο γιατρός.

Δεν είναι όλα τα βουνά ίδια. Άλλα ορθώνονται αιώνες περήφανα κι απρόσιτα, κόντρα στους ευμετάβλητους καιρούς και στους κακόβουλους ανθρώπους κι άλλα ανοίγουν περάσματα και ατραπούς για να γνωριστούν με τους περιπατητές και τους ορειβάτες.

Υπάρχουν όμως και βουνά που τα αισθήματά τους για τους ανθρώπους γίνανε κάρβουνο, κάηκαν και κομματιάστηκαν από την αμέλεια, το δόλο, την απληστία των κάθε είδους επισκεπτών που δεν είδαν στ’ απλωμένα δέντρα τους ένα φιλικό καλωσόρισμα αλλά ένα κάλεσμα για «άντληση πόρων και κερδών».

Έτσι ήταν κι αυτό το γκρίζο βουνό στο χωριό Θηράσιμος. Κάθε τέσσερα χρόνια άνοιγε μόνο του ξέφωτα και σπηλιές για να δουν, όσοι τουλάχιστον ήθελαν, τις πληγές του, τους ασθενείς και σκοτωμένους φίλους του (άγρια ζώα, σπάνια φυτά). Οι κάτοικοι του χωριού ονομάτιζαν «βούνισμα» αυτό το παράξενο φαινόμενο, καθώς συχνά έβρισκαν μισοκαμένα ανθρώπινα σώματα. Τελευταία φορά, το Μάρτη, είχαν βρει ένα καρβουνιασμένο σώμα που είχε στο χέρι του ένα χρυσό μπρασελέ πάνω στο οποίο ήταν χαραγμένες οι λέξεις: «…hujus enim vel una potens ratio est…”

– Πλησιάζουν οι μέρες για το «βούνισμα», σιγοψιθύρισε ο γεροξυλοκόπος στο καφενεδάκι του χωριού. Οι άλλοι πλάι του άφησαν απότομα τα ποτήρια και τα φυντζάνια κάτω και γύρισαν προς το μέρος του.

– Το χωριό δεν αντέχει άλλο αυτά τα μυστικά του βουνού. Θα γίνουμε το χωριό των καταραμένων. Θα φύγουν όλοι. Δεν θα πατάει κανείς. Θα μαραζώσουμε, είπε ο πρόεδρος της κοινότητας.

– Τι μπορείτε να κάνετε, μονολόγησε η νεαρή φοιτήτρια της Οικολογίας πούχε έρθει στο χωριό για να μελετήσει τις αλληλεπιδράσεις φύσης – ανθρώπων στην ποιότητα ζωής.

– Αν εσείς δεν τους καίτε και δεν τους πετάτε στο βουνό δεν βλέπω τρόπο να ελέγξετε την κατάσταση. Αφήστε που λόγω των πυρπολημένων καίγεται και το βουνό.

– Τι είναι αυτά που λες, φώναξε οργισμένος ο ιερέας. Μη βλασφημείς, τέκνο μου, συνέχισε πιο ήρεμα. Οι υπόλοιποι κοίταξαν καχύποπτα ο ένας τον άλλο κι ύστερα έστειλαν άγρια βλέμματα/ μηνύματα στη φοιτήτρια.

– Αλήθεια, πώς λεγόταν το τελευταίο θύμα, ο καμένος τέλος πάντων, ρώτησε σχεδόν αθώα, ο αγροτικός γιατρός.

– Γιώργος, Γιορίκας Ζαϊφίδης, απάντησαν όλοι οι ντόπιοι εν χορώ.

– Και ποια ήταν η αιτία θανάτου; ξαναρώτησε ο γιατρός.

     *

Δεν είναι όλες οι πόλεις ίδιες. Άλλες κουβαλάνε με βάρος και σεμνότητα την ιστορία τους, την αρχιτεκτονική τους, την ατμόσφαιρά τους κι άλλες επιτίθενται στον κάθε διερχόμενο σαν να θέλουν να τον διώξουν για να μην αντικρύσει κάποιο τρομερό θέαμα.

Υπάρχουν όμως και πόλεις αλαζονικές που κοιτάζουν τον ουρανό με αυθάδεια από τον 40ο όροφο των γυάλινων ή ατσάλινων κτιρίων τους και που αρνούνται να τοποθετήσουν πινακίδες με ονόματα και διευθύνσεις στους δρόμους και στις πλατείες για να μην τις βρίσκουν οι ξένοι.

Έτσι ήταν κι αυτή η σύγχρονη τεχνό-πολη Μορτός. Μόνο που κάθε τέσσερα χρόνια έπρεπε –για λόγους τεχνικής και τεχνολογικής ασφυξίας– ν’ ανοίγει λίγο τα «οχυρωματά» της κι άφηνε –αναγκαστικά– ντόπιους κι άλλους να μετρήσουν τους βιο-ρυθμούς της.

Οι κάτοικοι των γειτονικών πόλεων ονομάτιζαν «πολισσονομία» αυτό το παράξενο φαινόμενο, καθώς συχνά έβρισκαν μέσα στους δρόμους και στα σοκάκια πεθαμένους ανθρώπους. Τελευταία φορά, το Φλεβάρη, είχαν βρει μία από καιρό άψυχη κοπέλα που είχε στο αυτί της ένα χρυσό σκουλαρίκι πάνω στο οποίο ήταν χαραγμένες οι λέξεις: “…ne crimina nostra sequantur ex nobis geniti …”

– Πλησιάζουν οι μέρες για την «πολισσονομία», σιγοψιθύρισε ο ταξιδευτής έμπορος στο μπαρ του ξενοδοχείου που ήταν στην άκρη της πόλης. Οι άλλοι πλάι του άφησαν τις εφημερίδες και τα περιοδικά και γύρισαν προς το μέρος του.

– Ο κόσμος δεν αντέχει άλλο αυτά τα μυστικά της πόλης μας. Θα γίνουμε η πόλη των καταραμένων. Θα φύγουν όλοι. Δεν θα πατάει κανείς. Θα μαραζώσουμε, είπε ο Δήμαρχος.

– Τι μπορείτε να κάνετε, μονολόγησε η φοιτήτρια της Χωροταξίας πούχε έρθει στην πόλη για να μελετήσει τη σχέση χώρου και ψυχολογίας των κατοίκων.

– Αν εσείς δεν τους σκοτώνετε και δεν τους πετάτε στους δρόμους, δεν βλέπω τρόπο να ελέγξετε την κατάσταση. Αφήστε που λόγω της αποσύνθεσης των πτωμάτων γεμίζει και με άλλες αρρώστιες η πόλη.

– Τι είναι αυτά που λες, φώναξε οργισμένος ο Επίσκοπος. Μη βλασφημείς, τέκνο μου, συνέχισε πιο ήρεμα. Οι υπόλοιποι κοίταξαν καχύποπτα ο ένας τον άλλο κι ύστερα έστειλαν άγρια βλέμματα/ μηνύματα στη φοιτήτρια.

– Αλήθεια, πώς λεγόταν το τελευταίο θύμα, ο σκοτωμένος τέλος πάντων, ρώτησε σχεδόν αθώα, ο διευθυντής του Νοσοκομείου.

– Ήταν γυναίκα, Μαρία, Mary Palas, από το Παλάση, απάντησαν όλοι οι ντόπιοι εν χορώ.

– Και ποια ήταν η αιτία θανάτου; ξαναρώτησε ο διευθυντής.

*

 Όλα τ’ ανθρωπόσπιτα δεν είναι ίδια. Άλλα με το κεντητό στο παραθύρι και τη γλάστρα στην αυλή, με το γέλιο των παιδιών και τη σωφροσύνη των γερόντων γεμίζουν τα κεραμίδια με πουλιά κι άλλα με τη θωρακισμένη πόρτα, τα κάγκελα ασφαλείας, τα φοβισμένα πρόσωπα και τις απονευρωμένες σχέσεις διώχνουν ακόμα και τις αναμνήσεις.

Υπάρχουν όμως και ανθρωπόσπιτα που αποπνέουν μυστήριο. Σκιές, φαντάσματα, υπόκωφοι θόρυβοι, σφραγισμένες γρίλιες δίνουν την αίσθηση του θανάτου (παληού κρυμμένου ή επερχόμενου).

Έτσι ήταν κι αυτά τα σκοτεινά ανθρωπόσπιτα πίσω από τα Λατομεία, στην Άλυχνο. Οι γύρω κάτοικοι διηγούνται ότι κάθε τέσσερα χρόνια άνοιγαν μια χαραμάδα λες και κάποιος από τα μέσα να’ θελε να επικοινωνήσει με κάποιον διαβάτη.

Οι περαστικοί και οι περίεργοι ονομάτιζαν «νεκραδήμεια» αυτό το παράξενο φαινόμενο, καθώς συχνά έβρισκαν στη γύρω περιοχή έναν «πεταμένο» νεκρό. Τελευταία φορά, το Γενάρη, είχαν «ανακαλύψει» ένα σκελετωμένο σωρό που είχε στην τσέπη του ένα χρυσό μενταγιόν πάνω στο οποίο ήταν χαραγμένες οι λέξεις: «…quoniam dociles imitandis turpibus ac pravis omnes sumus…”

*

– Πλησιάζουν οι μέρες για τα «νεκραδήμεια», σιγοψιθύρισε ο φορτηγατζής στο φαστφουντάδικο της εθνικής οδού, ακριβώς απέναντι από τον λαϊκό οικισμό. Οι άλλοι πλάι του άφησαν την πίτσα και τα χάμπουργκερ και γύρισαν προς το μέρος του.

– Η περιοχή δεν αντέχει άλλο τα μυστικά αυτών των σπιτιών. Θα γίνουμε η περιοχή των καταραμένων. Θα φύγουν όλοι. Δεν θα πατάει κανείς. Θα μαραζώσουμε, είπε ο εκτελών χρέη προέδρου διαμερισματικού συμβουλίου.

– Τι μπορείτε να κάνετε, μονολόγησε ο φοιτητής της Κοινωνικής Πολιτικής πούχε έρθει στην περιοχή για να μελετήσει τη σχέση φτώχιας – ανεργίας – πρόωρου θανάτου.

– Αν εσείς δεν τους αφήνετε να πεθαίνουν και κρύβετε την ύπαρξή τους μέχρι να τα τινάξουν οριστικά, δεν βλέπω τρόπο να ελέγξετε την κατάσταση. Αφήστε που λόγω της μη-ταφής άρχισε να βρωμάει όλη η περιοχή.

– Τι είναι αυτά που λες, φώναξε οργισμένος ο πάστορας. Μη βλασφημείς, τέκνο μου, συνέχισε πιο ήρεμα.

Οι υπόλοιποι κοίταξαν καχύποπτα ο ένας τον άλλο κι ύστερα έστειλαν άγρια βλέμματα/ μηνύματα στο φοιτητή.

– Αλήθεια, πώς λεγόταν το τελευταίο θύμα, ο εγκαταλελειμμένος σκελετωμένος τέλος πάντων, ρώτησε σχεδόν αθώα, ο νοσοκόμος του τοπικού υγειονομικού σταθμού.

– Δεν μάθαμε το όνομά του ακόμα, δεν ξέρουμε, απάντησαν όλοι οι ντόπιοι εν χορώ. Λένε ότι ήταν αλβανός υπήκοος, λαθρομετανάστης.

– Και ποια ήταν η αιτία θανάτου; ξαναρώτησε ο νοσοκόμος.

ΟΙ ΠΙΘΑΝΕΣ ΑΙΤΙΕΣ 

– Ήταν πνιγμός, είπε με στόμφο ο ιατροδικαστής. Δεν μπορούμε όμως ν’ αποφανθούμε με βεβαιότητα αν έπεσε μόνος του στη θάλασσα ή αν κάποιος τον έσπρωξε. Πάντως σημάδια βίας δεν υπάρχουν στο σώμα του.

– Μα πώς γίνεται ένας νέος άνθρωπος να βρίσκεται στη θάλασσα και να μην μπορεί να κολυμπήσει, να φωνάξει «βοήθεια», κάτι να κάνει βρε παιδί μου για να σωθεί, αναρωτήθηκε ο λιμενάρχης.

– Αυτό ακριβώς λέω κι εγώ τόσο καιρό, πρόσθεσε ο ενωματάρχης. Γι’ αυτό επιμένω ότι πρόκειται για έγκλημα. Κάποιος τον έριξε στο νερό και του κράτησε το κεφάλι μέσα μέχρι να πνιγεί.

– Νομίζω ότι μπλέκετε ανάμεσα στη γραφειοκρατία και την επαγγελματική διαστροφή, πετάχτηκε ο παρευρισκόμενος εκπρόσωπος της τοπικής κίνησης για τα Δικαιώματα της Θάλασσας. Για να βρούμε τη λύση πρέπει να κάνουμε μια λογική υπέρβαση και να ρωτήσουμε την ίδια τη θάλασσα.

Γέλασαν όλοι. Αυτός όμως συνέχισε απτόητος.

– Αφού κανένας άνθρωπος δεν ήταν μπροστά για να μας περιγράψει τι έγινε, ποιος είναι ο φταίχτης, τι το πιο αξιόπιστο αγαπητοί μου, από το να ανακρίνουμε τη θάλασσα;

– Τι εννοείτε, ακριβώς, ρώτησαν με έκδηλη περιέργεια ταυτόγχρονα ο Λιμενάρχης και ο Ενωματάρχης.

*

 – Ήταν λαμπάδιασμα, είπε με στόμφο ο ιατροδικαστής. Δεν μπορούμε όμως ν’ αποφανθούμε με βεβαιότητα πως βρέθηκε περικυκλωμένος από τη φωτιά, αν την έβαλε ο ίδιος, αν άλλοι τον πυρπολήσανε. Πάντως σημάδια βίας δεν υπάρχουν στο σώμα του.

– Μα πως γίνεται ένας νέος άνθρωπος να βλέπει τις φλόγες να πλησιάζουν και να μην μπορεί να τρέξει, να φωνάξει «βοήθεια», κάτι να κάνει, βρε παιδί μου για να σωθεί, αναρωτήθηκε ο δασάρχης.

– Αυτό ακριβώς λέω κι εγώ τόσο καιρό, πρόσθεσε ο αστυνόμος. Γι’ αυτό επιμένω ότι πρόκειται για έγκλημα. Κάποιος τούβαλε φωτιά και τον άφησε ν’ απανθρακωθεί.

– Νομίζω ότι μπλέκετε ανάμεσα στη γραφειοκρατία και την επαγγελματική διαστροφή, πετάχτηκε ο παρευρισκόμενος εκπρόσωπος της τοπικής κίνησης για τα Δικαιώματα του Βουνού. Για να βρούμε τη λύση πρέπει να κάνουμε μια λογική υπέρβαση και να ρωτήσουμε το ίδιο το βουνό. Γέλασαν όλοι. Αυτός όμως συνέχισε απτόητος.

– Αφού κανένας άνθρωπος δεν ήταν μπροστά για να μας περιγράψει τι έγινε, ποιος είναι ο φταίχτης, τι το πιο αξιόπιστο, αγαπητοί μου, από το να ανακρίνουμε το βουνό;

– Τι εννοείτε ακριβώς, ρώτησαν με έκδηλη περιέργεια ταυτόγχρονα ο Δασάρχης και ο Αστυνόμος.

*

– Ήταν θανατηφόρα πτώση, είπε με στόμφο ο ιατροδικαστής. Δεν μπορούμε όμως ν’ αποφανθούμε με βεβαιότητα πως βρέθηκε εκεί πεσμένη, αν γλίστρησε η ίδια, αν άλλοι την έριξαν ή αν αυτοκτόνησε. Πάντως σημάδια βίας δεν υπάρχουν στο σώμα της.

– Μα πως γίνεται ένας νέος άνθρωπος να πέφτει στο κενό και να μην μπορεί να κρατηθεί, να φωνάξει «βοήθεια», κάτι να κάνει βρε παιδί μου για να σωθεί, αναρωτήθηκε ο βουλευτής.

– Αυτό ακριβώς λέω κι εγώ τόσο καιρό, πρόσθεσε ο Διευθυντής του Αστυνομικού Τμήματος. Γι’ αυτό επιμένω ότι πρόκειται για έγκλημα. Κάποιος την πίεσε, την έσπρωξε και την άφησε να ξεψυχήσει.

– Νομίζω ότι μπλέκετε ανάμεσα στη γραφειοκρατία και την επαγγελματική διαστροφή, πετάχτηκε ο παρευρισκόμενος εκπρόσωπος της τοπικής κίνησης για τα Δικαιώματα της Ανθρώπου. Για να βρούμε τη λύση πρέπει να κάνουμε μια λογική υπέρβαση και να ρωτήσουμε τον ίδιο το δρόμο. Γέλασαν όλοι. Αυτός όμως συνέχισε απτόητος.

– Αφού κανένας άνθρωπος δεν ήταν μπροστά για να μας περιγράψει τι έγινε, ποιος είναι ο φταίχτης, τι το πιο αξιόπιστο αγαπητοί μου, από το να ανακρίνουμε το δρόμο;

– Τι εννοείτε, ακριβώς, ρώτησαν με έκδηλη περιέργεια ταυτόγχρονα ο Βουλευτής και ο Αστυνομικός Διευθυντής.*

– Ήταν από παρατεταμένη ασιτία, οργανική αδυναμία και ασφυξία, είπε με στόμφο ο ιατροδικαστής. Δεν μπορούμε όμως ν’ αποφανθούμε με βεβαιότητα πως βρέθηκε σ’ αυτή την κατάσταση, αν το ήθελε ο ίδιος, αν άλλοι του αρνήθηκαν τροφή και αέρα. Πάντως σημάδια βίας δεν υπάρχουν στο σώμα του.

– Μα πως γίνεται ένας νέος άνθρωπος να βλέπει ότι πεθαίνει και να μην μπορεί να βρει κάτι να φάει, ν’ ανοίξει ένα παράθυρο, να φωνάξει «βοήθεια», κάτι να κάνει βρε παιδί μου για να σωθεί, αναρωτήθηκε ο έμπορος αυτοκινήτων.

– Αυτό ακριβώς λέω κι εγώ τόσο καιρό, πρόσθεσε ο ιδιωτικός ντετέκτιβ. Γι’ αυτό επιμένω ότι πρόκειται για έγκλημα. Κάποιος δεν τον άφησε να φάει και ν’ αναπνεύσει και στο τέλος τον εγκατέλειψε ετοιμοθάνατο.

– Νομίζω ότι μπλέκετε ανάμεσα στη γραφειοκρατία και την επαγγελματική διαστροφή, πετάχτηκε ο παρευρισκόμενος εκπρόσωπος της τοπικής κίνησης για τα Δικαιώματα των Μεταναστών. Για να βρούμε τη λύση πρέπει να κάνουμε μια λογική υπέρβαση και να ρωτήσουμε το ίδιο το σπίτι. Γέλασαν όλοι. Αυτός όμως συνέχισε απτόητος.

– Αφού κανένας άνθρωπος δεν ήταν μπροστά για να μας περιγράψει τι έγινε, ποιος είναι ο φταίχτης, τι το πιο αξιόπιστο αγαπητοί μου, από το να ανακρίνουμε το σπίτι;

– Τι εννοείτε, ακριβώς, ρώτησαν με έκδηλη περιέργεια ταυτόχρονα ο έμπορος αυτοκινήτων και ο ιδιωτικός ντετέκτιβ.

ΤΟ ΑΛΛΗΓΟΡΙΚΟ, ΤΟ ΣΥΜΒΟΛΙΚΟ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΚΟ

Η θάλασσα, το βουνό, ο δρόμος, το σπίτι κλήθηκαν στο δικαστήριο αλλά αρνήθηκαν να παραστούν. Θεωρούσαν τη Δικαιοσύνη των Ανθρώπων τυπική, άψυχη, άδικη. Έστειλαν όμως αντιπροσώπους τους.

Δίκη 1η

Ο Δικαστής ήταν βλοσυρός αλλά τηρούσε άψογα τους δικονομικούς κανόνες παρόλο που πρώτη φορά δίκαζε μια τέτοιαν υπόθεση κατ’ αγνώστων κατηγορουμένων, κατ’ αγνώστων συνθηκών, κατ’ αγνώστων κινήτρων.

– Σ’ ακούμε μάρτυρα, λέει απευθυνόμενος στο μοναδικό μάρτυρα κύριο Ιχθυώδη.

– Ήμουν εκεί, κύριε Δικαστά, όταν πνίγηκε.

– Εσύ τον έριξες στο νερό;

– Όχι.

– Τότε ποιος;

– Ο ίδιος έπεσε.

– Αυτοκτόνησε δηλαδή;

– Όχι.

– Τότε;

– Τον σκότωσε η κατάρα.

– Ποιά; αναφώνησε μ’ έκπληξη ο δικαστής.

– Οι κατάρες σκοτώνουν τη λογική μας και τις επικαλούμαστε για να κρύψουμε τις ευθύνες και ενοχές μας, είπε σε υψηλούς τόνους ο δικηγόρος. Ο μάρτυρας τον κοίταξε με άχρωμο βλέμμα, αλλά συνέχισε.

– Όλοι στο νησί γνωρίζουμε την κατάρα της Ιχθυβολίας. Την ακούμε τα βράδια να βογγάει πέρα στα βράχια, την βλέπουμε τα ξημερώματα να χτυπιέται πάνω στις βάρκες, πολλές φορές έχει «σαλέψει τα μυαλά» όσων την κοιτάζανε τις ώρες του θυμού της.

– Ενίσταμαι, κύριε Πρόεδρε, διέκοψε τη σιωπή ο δικηγόρος. Ενίσταμαι, εδώ βρισκόμαστε για το θάνατο ενός ανθρώπου κι όχι για παραμύθια, μύθους, θρύλους της θάλασσας.

– Η πολιτική αγωγή τι έχει να πει, ρώτησε ο πρόεδρος.

– Ποτέ πια, ποτέ πια, ποτέ πια.

– Ν’ αποσυρθούν οι ένορκοι σε διάσκεψη, αποφάνθηκε ο Δικαστής.

 Δίκη 2η

Ο Δικαστής ήταν βλοσυρός αλλά τηρούσε άψογα τους δικονομικούς κανόνες παρόλο που πρώτη φορά δίκαζε μια τέτοιαν υπόθεση κατ’ αγνώστων κατηγορουμένων, κατ’ αγνώστων συνθηκών, κατ’ αγνώστων κινήτρων.

– Σ’ ακούμε μάρτυρα, λέει απευθυνόμενος στο μοναδικό μάρτυρα την κυρία Δασοσκεπή.

– Ήμουν εκεί, κύριε Δικαστά, όταν κάηκε.

– Εσύ τον πυρπόλησες;

– Όχι.

– Τότε ποιος;

– Ο ίδιος κάηκε.

– Αυτοκτόνησε δηλαδή;

– Όχι.

– Τότε;

– Τον σκότωσε η κατάρα.

– Ποιά; αναφώνησε μ’ έκπληξη ο δικαστής.

– Οι κατάρες σκοτώνουν τη λογική μας και τις επικαλούμαστε για να κρύψουμε τις ευθύνες και ενοχές μας, είπε σε υψηλούς τόνους ο δικηγόρος.

 Ο μάρτυρας τον κοίταξε με άχρωμο βλέμμα, αλλά συνέχισε.

– Όλοι στο χωριό γνωρίζουμε την κατάρα της Δρυοπαγίας. Την ακούμε τα βράδια να βογγάει πέρα στις κορυφές του βουνού, την βλέπουμε τα ξημερώματα να χτυπιέται πάνω στα δέντρα, πολλές φορές έχει «σαλέψει τα μυαλά» όσων την κοιτάζανε τις ώρες του θυμού της.

– Ενίσταμαι, κύριε Πρόεδρε, διέκοψε τη σιωπή ο δικηγόρος. Ενίσταμαι, εδώ βρισκόμαστε για το θάνατο ενός ανθρώπου κι όχι για παραμύθια, μύθους, θρύλους του βουνού.

– Η πολιτική αγωγή τι έχει να πει, ρώτησε ο πρόεδρος.

– Ποτέ πια, ποτέ πια, ποτέ πια.

– Ν’ αποσυρθούν οι ένορκοι σε διάσκεψη, αποφάνθηκε ο Δικαστής.

 Δίκη 3η

Ο Δικαστής ήταν βλοσυρός αλλά τηρούσε άψογα τους δικονομικούς κανόνες παρόλο που πρώτη φορά δίκαζε μια τέτοιαν υπόθεση κατ’ αγνώστων κατηγορουμένων, κατ’ αγνώστων συνθηκών, κατ’ αγνώστων κινήτρων.

– Σ’ ακούμε μάρτυρα, λέει απευθυνόμενος στο μοναδικό μάρτυρα τον κύριο Πολισσόο.

– Ήμουν εκεί, κύριε Δικαστά, όταν σκοτώθηκε.

– Εσύ την σκότωσες;

– Όχι.

Τότε ποιος;

– Η ίδια σκοτώθηκε.

– Αυτοκτόνησε δηλαδή;

– Όχι.

– Τότε;

– Την σκότωσε η κατάρα.

– Ποιά; αναφώνησε μ’ έκπληξη ο δικαστής.

– Οι κατάρες σκοτώνουν τη λογική μας και τις επικαλούμαστε για να κρύψουμε τις ευθύνες και ενοχές μας, είπε σε υψηλούς τόνους ο δικηγόρος. Ο μάρτυρας τον κοίταξε με άχρωμο βλέμμα, αλλά συνέχισε.

– Όλοι στην πόλη γνωρίζουμε την κατάρα της Δορυκτησίας. Την ακούμε τα βράδια να βογγάει στις πλατείες, την βλέπουμε τα ξημερώματα να χτυπιέται πάνω στις πόρτες μας, πολλές φορές έχει «σαλέψει τα μυαλά» όσων την κοιτάζανε τις ώρες του θυμού της.

– Ενίσταμαι, κύριε Πρόεδρε, διέκοψε τη σιωπή ο δικηγόρος. Ενίσταμαι, εδώ βρισκόμαστε για το θάνατο ενός ανθρώπου κι όχι για παραμύθια, μύθους, θρύλους της πόλης.

– Η πολιτική αγωγή τι έχει να πει, ρώτησε ο πρόεδρος.

– Ποτέ πια, ποτέ πια, ποτέ πια.

– Ν’ αποσυρθούν οι ένορκοι σε διάσκεψη, αποφάνθηκε ο Δικαστής.

  Δίκη 4η

 Ο Δικαστής ήταν βλοσυρός αλλά τηρούσε άψογα τους δικονομικούς κανόνες παρόλο που πρώτη φορά δίκαζε μια τέτοιαν υπόθεση κατ’ αγνώστων κατηγορουμένων, κατ’ αγνώστων συνθηκών, κατ’ αγνώστων κινήτρων.

– Σ’ ακούμε μάρτυρα, λέει απευθυνόμενος στο μοναδικό μάρτυρα την κυρία Ξενότιμου.

– Ήμουν εκεί, κύριε Δικαστά, όταν πέθανε.

– Εσύ τον άφησες να πεθάνει;

– Όχι.

– Τότε ποιος;

– Ο ίδιος.

– Αυτοκτόνησε δηλαδή;

– Όχι.

– Τότε;

– Τον σκότωσε η κατάρα.

– Ποιά; αναφώνησε μ’ έκπληξη ο δικαστής.

– Οι κατάρες σκοτώνουν τη λογική μας και τις επικαλούμαστε για να κρύψουμε τις ευθύνες και ενοχές μας, είπε σε υψηλούς τόνους ο δικηγόρος. Ο μάρτυρας τον κοίταξε με άχρωμο βλέμμα, αλλά συνέχισε.

– Όλοι στην περιοχή γνωρίζουμε την κατάρα της Πτωχοποιΐας. Την ακούμε τα βράδια να βογγάει πέρα στους βάλτους, την βλέπουμε τα ξημερώματα να χτυπιέται πάνω στις νταλίκες στην εθνική οδό, πολλές φορές έχει «σαλέψει τα μυαλά» όσων την κοιτάζανε τις ώρες του θυμού της.

– Ενίσταμαι, κύριε Πρόεδρε, διέκοψε τη σιωπή ο δικηγόρος. Ενίσταμαι, εδώ βρισκόμαστε για το θάνατο ενός ανθρώπου κι όχι για παραμύθια, μύθους, θρύλους της περιοχής.

– Η πολιτική αγωγή τι έχει να πει, ρώτησε ο πρόεδρος.

– Ποτέ πια, ποτέ πια, ποτέ πια.

– Ν’ αποσυρθούν οι ένορκοι σε διάσκεψη, αποφάνθηκε ο Δικαστής.*

 Τελικά αυτοί οι θάνατοι πως έπρεπε να χαρακτηριστούν: έγκλημα, ατύχημα ή αυτοκτονία; Και ποιος ήταν ο δράστης, ο ένοχος, ο φονηάς;

 Πώς και γιατί διέπραξε το «κακό»; αναρωτήθηκε φωνακτά ο Δικαστής. Νεκρική σιγή στο ακροατήριο.

ΟΙ ΕΙΔΙΚΟΙ

– Κάθε θάνατος είναι φόνος (toute morte est meurtre), αποφάνθηκε ο καθηγητής Εγκληματολογίας στο σεμινάριο που είχε οργανωθεί στο Πανεπιστήμιο με θέμα τον ανεξήγητο θάνατο τεσσάρων αγνώστων μεταξύ τους ανθρώπων. Ένας κάθε μήνα, σε τέσσερα διαφορετικά σημεία της χώρας, μ’ ένα κομμάτι από άγνωστο μήνυμα στα λατινικά, χωρίς εμφανή σημάδια βίας και τελικά κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες.

Και συνέχισε:

 Κάθε φόνος μπορεί να προσεγγισθεί και ως αναπόφευκτο ατύχημα, ως ανυπέρβλητη πίεση, ως α-τυχία και όχι απλώς να συγχωρείται ή να μην τιμωρείται.

Υπάρχουν πολλές άλλες πραγματικότητες παράλληλα με τη δική μας.

Η ανθρωποκτονία εμπεριέχει τη μαγική επιβεβαίωση μιας επιθυμίας να κατέχεις τον άλλον, να τον υποδουλώσεις. Η θανάτωση «του άλλου» κραταιώνει το απόλυτο πάθος.

Μέσα από το θάνατο των άλλων πολλοί αποδέχονται και το δικό τους θάνατο. Η λειτουργική αυτή σημασία του φόνου δεν κατηγοριοποιείται. Η σύγκρουση δαιμονικού και αγγελικού στοιχείου, η βίωση της μοίρας, η αναζήτηση των ορίων της ελευθερίας, η διάσπαση της ψυχής που προκαλεί το έγκλημα, το παιχνίδι με τη φύση και την ουσία του ανθρώπου καθιστούν την ανθρωποκτονία «πράξη υπέρβασης».

– Μία κοινωνία χωρίς ανθρωποκτονίες είναι πιο αγνή από μια κοινωνία χωρίς πάθη; ρώτησε ένας φοιτητής Νομικής.

– Ο κόσμος είναι γεμάτος από δύο ειδών ανθρώπους: τους δολοφόνους και τους δολοφονημένους, απάντησε ο καθηγητής. Από μέσα του όμως αναρωτήθηκε. «Νάναι άραγε έτσι; ή μήπως όλοι είμαστε και τα δύο μαζί; Κι αν αυτό ισχύει, ποιος άραγε μένει για να παίξει το ρόλο του «γιατρού»;

– Όχι, και η απαθής κοινωνία «σκοτώνει», συμπλήρωσε στην απάντησή του.

– Άλλες επισημάνσεις, ερωτήσεις, απορίες, πρόσθεσε δυνατά για να ξεφύγει από τις σκέψεις του.

 – Κύριε καθηγητά, πετάχτηκε μια φοιτήτρια Ψυχολογίας, μας είχατε διδάξει ότι μπορεί κανείς να διαπράξει ανθρωποκτονία για διάφορους λόγους. Στο όνομα του Κράτους, μιας πίστης, ενός συμφέροντος, μιας αγάπης. Μπορεί να διακατέχεται από ευγενή ή χαμηλά κίνητρα. Μπορεί να είναι αυθόρμητος, ζηλότυπος, να επιζητεί την εξάλειψη του «άλλου». Σε κάθε πάντως περίπτωση η ανθρωποκτονία κινητοποιεί όχι μόνο τους διωκτικούς ή δικαστικούς μηχανισμούς, όχι μόνο τους ειδικούς εγκληματολόγους, κοινωνιολόγους, ψυχολόγους, αλλά κυρίως τις φαντασιώσεις μας. Μέσα σε κάθε φόνο κρύβονται πολλοί μικρότεροι θάνατοι (σε συμβολικό τουλάχιστον επίπεδο). Το θανάσιμο πάθος και η συμβολική βία συνυπάρχουν. Μήπως στην περίπτωση που εξετάζουμε είχαμε συμ-βολική βία;

– Μόνον όταν βρούμε τον ένοχο, αν τέτοιος υπάρχει, θα μπορέσουμε να λύσουμε αυτό τον γρίφο. Μην ξεχνάμε άλλωστε ότι ο κάθε εγκληματίας γίνεται αντικείμενο για το ίδιο του το έγκλημα (αν έγκλημα υπάρχει, σκέφτηκε πάλι από μέσα του). Εκείνη την ώρα χτύπησε το κουδούνι του διαλείμματος και έσωσε τον καθηγητή από τα δύσκολα ερωτήματα αλλά και διλήμματα. Στην πόρτα εμφανίστηκε ο Κοσμήτορας.

– Συνάδελφε, έρχεσαι λίγο στο γραφείο; Θέλω να συζητήσουμε ένα σοβαρό θέμα. Ακολούθησε με αργά βήματα τον προπορευόμενο Κοσμήτορα για να προλάβει να ετοιμάσει την άμυνά του. Δεν τα πήγαιναν και πολύ καλά τελευταία διότι ο πρώην φίλος του είχε πολιτικές βλέψεις και έριχνε πολύ νερό στις επιστημονικές του απόψεις.

– Σ’ ακούω, του είπε μόλις μπήκαν στο πολυτελές γραφείο της Κοσμητείας.

– Θα έρθω αμέσως στο θέμα. Δέχομαι συνεχώς τηλεφωνήματα, παραινέσεις, προτάσεις, ακόμα και πιέσεις να πάρει η Σχολή μας θέση για το αίνιγμα των τεσσάρων. Θέλω ως ειδικός να με βοηθήσεις να βρούμε μιαν άκρη χωρίς όμως να «σπάσουμε αυγά».

– Δηλαδή;

– Να μην θίξουμε ούτε την Κυβέρνηση, ούτε την Αστυνομία, ούτε τις Δημοτικές Αρχές. Αντιλαμβάνεσαι τους κινδύνους.

– Εσύ συνειδητοποιείς ότι έτσι δεν δικαιώνεται η επιστημονική έρευνα;

– Δεν θέλουμε έρευνα. Κάποια βολική δήλωση μας χρειάζεται. Όπως π.χ. εξετάζονται όλα τα ενδεχόμενα ή μπορεί να βρισκόμαστε μπροστά σ’ έναν ιδιότυπο serial killer ή σε συμβόλαιο θανάτου. Κάτι τέτοιο.

 – Δεν γίνονται έτσι τα πράγματα, κύριε Κοσμήτορα, απάντησε ο Εγκληματολόγος. Αν, αν επαναλαμβάνω, πρόκειται για εγκλήματα τότε η εγκληματολογική θεωρία ακολουθεί ορισμένες αρχές.

– Σαν τι;

Ο εγκληματολόγος πήρε φόρα: Το έγκλημα προκειμένου να αξιολογηθεί/ αιτιολογηθεί πρέπει να μελετάται πρώτα συνολικά (στο επίπεδο του γενικού), ύστερα να διερευνούμε τις αιτίες των ξεχωριστών τύπων του εγκλήματος (σε επίπεδο πιο ιδιαίτερο) και τέλος τις αιτίες των συγκεκριμένων εγκλημάτων (σε επίπεδο ατομικό). Για την εγκληματολογία είναι το ίδιο σημαντικό να γνωρίζει τις αιτίες του εγκλήματος γενικά, τις αιτίες των εξατομικευμένων τύπων του εγκλήματος και τις αιτίες ενός συγκεκριμένου εγκλήματος. Επιπλέον, πρέπει να καταλάβουμε ότι η ανάλυση του «ατομικού» έχει τη βάση της στη μελέτη των αιτιών του εγκλήματος ως σύνολο. Η έρευνα πάντα αρχίζει από το άτομο, τη μονάδα. Με την πρόθεση να κάνουμε μια βαθειά μελέτη του γενικού, είναι ουσιαστικό να αποσπάσουμε τα ξεχωριστά φαινόμενα από τη γενική αλληλοσύνδεση και να τα εξετάσουμε απομονωμένα.

Τα εγκλήματα, αν πάρει κανείς κάθε ένα απ’ αυτά ατομικά, είναι όλα μοναδικά˙ χάρις σ’ αυτό διαφέρουν το ένα από το άλλο. Αυτό γιατί οι αιτίες ενός συγκεκριμένου εγκλήματος ως ατομικού βιοκοινωνικού φαινομένου, εμφανίζονται να είναι μοναδικές, ατομικές. Καθώς το έγκλημα αναφέρεται σε ανθρώπινες ενέργειες, στην ανάλυση των ατομικών εγκλημάτων μπορεί κανείς να μελετήσει την προσωπικότητα του εγκληματία και επίσης τις αντικειμενικές συνθήκες που συνδέονται με το έγκλημα. Έπειτα πρέπει κανείς να ανακαλύψει αν οι παράγοντες και οι αλληλοσυνδέσεις που αναφέρονται μ’ αυτόν τον τρόπο βρίσκονται σε διαλεκτική σχέση, αφού τα αίτια του φαινομένου «έγκλημα» έχουν υβριδική φύση: υποκειμενική και αντικειμενική ταυτόχρονα.

Μια ανάλυση των αιτιών του εγκλήματος σ’ όλα τα επίπεδα προϋποθέτει εξέταση των υποκειμενικών και αντικειμενικών φαινομένων. Οι αντικειμενικές αιτίες αποτελούνται από αυτό που υπάρχει έξω από τον άνθρωπο και οι υποκειμενικές αιτίες είναι ο,τιδήποτε έχει σχέση είτε με το άτομο που διαπράττει το έγκλημα (η στενή εξήγηση του υποκειμενικού) είτε με παραβάσεις θεσμών (η ευρεία έννοια του υποκειμενικού). Η συνύφανση των αντικειμενικών και των υποκειμενικών στοιχείων στις αιτίες του εγκλήματος απαιτεί μια διαφορετική προσέγγιση της ανάλυσης των πράξεων.

Δεν υπάρχει λοιπόν «εγκληματική προσωπικότητα» και βέβαια δεν μπορεί να είναι διαρκές χαρακτηριστικό ενός και του αυτού προσώπου. Έτσι εξηγείται το ότι ένα άτομο δεν έχει γίνει ακόμη εγκληματίας αν και η συμπεριφορά του είναι κοινωνικά επικίνδυνης φύσης, κάποιος άλλος ήταν εγκληματίας αλλά έπαυσε να είναι και κάποιος τρίτος ποτέ δεν υπήρξε εγκληματίας και ούτε θα γίνει. Η συνολική όμως προσωπικότητα ρυθμίζει και τη λειτουργία της ηθικής. Δοκιμάζει την ιδέα μιας πιθανής πράξης μέσα από ένα ηθικό τεστ και διαφοροποιεί μια άμεση ικανοποίηση από μια ενστικτοδιανοητική τάση, παίρνοντας ως σημείο αναφοράς τις γενικά αποδεκτές κοινωνικοπολιτισμικές αξίες.

Χωρίς να διαχωρίζουμε οργανισμό και προσωπικότητα, σώμα και ψυχή, διακρίνουμε στην προσωπικότητα την ενότητα «του ανθρώπινου είναι». Όπως όμως δεν μπορούμε να χωρίσουμε οργανισμό και προσωπικότητα, δεν μπορούμε επίσης να χωρίσουμε προσωπικότητα και περιβάλλον, γιατί τα δύο αυτά μεγέθη σχηματίζουν ένα ενιαίο σύνολο, που όταν αλλάζει ένα στοιχείο του, αλλάζει ταυτόχρονα και το σύνολο.

– Ευχαριστώ για τη διάλεξη, τον διέκοψε ο Κοσμήτορας. Μόνο που δεν ενδιαφερόμαστε, σ’ αυτή τουλάχιστον τη φάση, για το γιατί έγινε ό,τι έγινε. Τα Media μας πιέζουν να πούμε ποιος τόκανε ή ποιο προφίλ ταιριάζει περίπου στον πιθανό δράστη.

– Αν είναι έτσι, να βρείτε ένα μέντιουμ ή να προβάλλετε στην αίθουσα τελετών το Minority Report για να πάρετε ιδέες, απάντησε κοφτά ο Εγκληματολόγος ανοίγοντας την πόρτα για να φύγει.

– Όλα δεν είναι γραμμικά και ευθέως εξηγήσιμα στα μυστήρια της ανθρώπινης συμπεριφοράς, ήταν τα τελευταία του λόγια καθώς ο Καθηγητής είχε ήδη βγει στο προαύλιο της Σχολής. Ο Κοσμήτορας πετάχτηκε σαν ελατήριο από τη θέση του

– Τι εννοείς, κραύγασε τρέχοντας πίσω του. Τι εννοείς, ότι όλα μπορεί να οφείλονται σε «άλλη» τάξη ή καλύτερα σε αταξία;

 Η ΜΟΙΡΑ

Το φαινομενικά τυχαίο μπορεί να είναι (και αυτό) αιτιοκρατικό. Η πολυπλοκότητα εκφράζει μια φαινομενική αταξία, η οποία όμως κρύβει μιαν άγνωστη σε μας και κωδικοποιημένη μορφή τάξης.

Η τύχη υπάρχει μόνο σε σχέση μ’ έναν καθορισμένο αιτιατό νόμο. Απόλυτα τυχαίο, έξω από κάθε αιτιατό νόμο, έξω από μια γενική τάξη που περιλαμβάνει τα πάντα, δεν νοείται. Το χαρακτηρίζουμε όμως πολλές φορές «τυχαίο» διότι δεν γνωρίζουμε ποιόν ακριβώς αιτιατό νόμο ακολουθεί.

Μας λείπουν λεπτομέρειες, αλληλεπιδράσεις ή η σωστή εξίσωση, γι’ αυτό δεν μπορούμε να προβλέψουμε. Η πιθανολογική περιγραφή οφείλεται στην ατελή γνώση για τις αρχικές συνθήκες δημιουργίας του Σύμπαντος. Η ευαίσθητη εξάρτηση από τις αρχικές συνθήκες ούτε καταστέλλει ούτε πλήρως απελευθερώνει το παιχνίδι. Η τύχη έχει λοιπόν τη δική της αιτία και η θεωρία του παιχνιδιού των ανεξάρτητων ζαριών είναι ίσως η μόνη που μπορεί να μας την εξηγήσει. Το «μοιάζει νάγινε τυχαία» δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια διαφυγή από το συνειδητό. «Τυχαίο» είναι ό,τι δεν καταλάβαμε πώς προέκυψε γι’ αυτό και συχνά το χαρακτηρίζουμε «παράλογο». Ούτε κρυμμένη τάξη ούτε τυφλή ανομία φαίνεται να καθοδηγούν τη συμπτωματικότητα. Πρέπει να κατανοήσουμε εν ταυτώ μέρη και σύνολο καθώς και τις ανταγωνιστικές δυνάμεις που συνυπάρχουν.

 Η τυχαιότητα, η πιθανότητα μπαίνουν στην υπηρεσία της φύσης όχι για να καταστρέψουν την τάξη αλλά για να τη διαφοροποιήσουν και να την οδηγήσουν σε νέες μορφές. Αυτό ακολουθούν και τα άτακτα φαινόμενα (με «μυστηριώδες» είδος τάξης) και τα φαινόμενα με πρόσοψη τάξης (που κρύβουν χαώδη αταξία). Το πολύπλοκο στοιχείο ενός συστήματος είναι το γεγονός ότι το σύνολο μετράει περισσότερο από ό,τι το άθροισμα των μερών. Δεν κατέχουμε το όλον όταν γνωρίζουμε μόνο τα κομμάτια του. Η σύνθεση αυτονομίας και εξάρτησης συνιστά την προσφορότερη λύση.

 Συνέπεια των παραπάνω είναι ν’ αλλάζουν συνεχώς και οι ρόλοι των δρώντων προσώπων. Οι άνθρωποι δεν αναλαμβάνουν απλώς ρόλους, αλλά η μοίρα τους είναι να δημιουργούν ρόλους. Το αποσταθεροποιημένο υποκείμενο βρίσκεται μόνιμα «εν τω γίγνεσθαι» χωρίς να αισθάνεται ότι διαθέτει πλήρη εσωτερική ενότητα.

Από ένα κόσμο του «είναι» μετα–βαίνουμε σ’ έναν κόσμο του «γίγνεσθαι». Παντού υπάρχει μια ενδογενής ελευθερία που δεν αντιφάσκει με την ύπαρξη αιτίων. Πολλοί ανεξάρτητοι παράγοντες αλληλεπιδρούν με ποικίλους τρόπους και συντείνουν στην προσαρμογή στις νέες συνθήκες.

Το «δίλημμα του ντετερμινισμού» συνδέεται με τις πραγματικές ελευθερίες για επιλογή που διαθέτει ο άνθρωπος. Ακόμα όμως και αν γνωρίζουμε καλά τις «αρχικές αιτίες και συνθήκες» δεν είναι δυνατό να προβλέψουμε την τελική επιλογή.

 Η σύνδεση της μηχανικής αιτιότητας και της λογικής με την ελευθερία και τη ζωή δεν είναι τόσο αυτονόητη. Η αταξία προκαλεί φόβους, αλλά αποτρέπει και την απόλυτη εξουσία «επί του βεβαίου κόσμου».

 Το τέλος των βεβαιοτήτων δεν περιορίζει, αλλά αντιθέτως ενισχύει την ελεύθερη επιλογή. Το ντετερμινιστικό χάος αποκλείει την προβλεψιμότητα και έτσι η ελεύθερη βούληση του ανθρώπου παίρνει ξανά τη θέση που της ανήκει στη διαμόρφωση της ιστορίας και της ζωής.

Η ικανότητα (ανα)προσαρμογής στα νέα περιβάλλοντα εξαρτάται από την ελευθερία του ανθρώπου και όχι από τα συστήματα που δεν μπορούν πλέον να «προβλέψουν».

Η ελευθερία βουλήσεως και ο ντετερμινισμός δεν αλληλοαποκλείονται: βρίσκονται σε αέναο ανταγωνισμό. Η μοίρα δεν βάζει τελεσίδικους περιορισμούς στην ελευθερία επιλογής. Όλα είναι ενδεχόμενα. Όλα παίζονται. Η δύναμη της αναθεώρησης των ερμηνευτικών υποθέσεων δίνει στον άνθρωπο νέα αίσθηση ελευθερίας, νέες προσδοκίες που αποδυναμώνουν τον ντετερμινιστικό φαταλισμό, την προκαθορισμοκρατία.

Το πέρασμα από τη βεβαιότητα στην πιθανότητα ξαναδίνει νόημα στην ελευθερία της βούλησης. Όλοι είμαστε ελεύθεροι να κάνουμε ό,τι θέλουμε μέσα στις σχέσεις απροσδιοριστίας/ αβεβαιότητας. Οι νόμοι της φύσης δεν είναι απόλυτα εξουσιαστικοί. Το «υπάρχειν» δεν ταυτίζεται με το «προ-καθορισμένο».

Η ελευθερία της βούλησης συναρτάται με την μη- πρόβλεψη του μέλλοντος καθώς συνίσταται στην επιλογή μιας από τις αρκετές πιθανότητες. Η ελευθερία μας, δηλ. ο μεγάλος αριθμός των δυνατών αντιδράσεων, δεν ανέχεται εμπόδια αλλά αποδέχεται τον παράγοντα «τύχη».

  Το ημέρωμα της τύχης σχετίζεται με την αλλαγή κατεύθυνσης της μοίρας. Το αιτιοκρατικό σύστημα περιορίζει την ελεύθερη βούληση αλλά διατηρεί την αίσθηση της ελευθερίας. Η «προβλέψιμη αιτία» αντικαθίσταται από την «ελευθερία επιλογής» σε συνθήκες πολυπλοκότητας, οι οποίες –σε κοινωνικό επίπεδο– μπορούν να προκύψουν και από σχετικά απλές δυναμικές.

 Η θεωρία των παιγνίων, ως εφαρμοσμένα Μαθηματικά στο πεδίο της στρατηγικής, αποδεικνύει ότι οι τύχες των ανθρώπων αλληλοεξαρτώνται. Η μοίρα του ενός επηρεάζεται άμεσα από τις πράξεις των άλλων. Η συνεργατική και επικοινωνιακή συμπεριφορά δημιουργεί συνεπώς νέες δυνατότητες τάξης.

 Η ΕΙΚΟΝΙΚΟΤΗΤΑ

– Οι πραγματογνωμοσύνες δεν βγάλανε άκρη, είπε ο πολιτικός καριέρας κοιτώντας αριστερά-δεξιά μήπως και τον ακούσουν οι πεθαμένοι και διαμαρτυρηθούν.

– Δεν μπορούμε όμως και να τις βάλουμε στο αρχείο, επεσήμανε ο δήμαρχος. Παραμένουν ανοικτές και εκκρεμείς. – Μόνον ο Θεός γνωρίζει την αλήθεια, αποφάνθηκε ο ιερέας κοιτώντας προς τον ουρανό.

– Υπάρχει πιθανότητα να βρισκόμαστε μπροστά σε μια περίπτωση τυχαίου εγκληματία ή τυχαίου θύματος ή συνδυασμού και των δύο, τους πάγωσε ο καθηγητής Εγκληματολογίας που δέχτηκε την πρόσκληση να πάει στη σύσκεψη της Ένωσης Ενεργών Πολιτών. Τα μέλη της Ένωσης ταράχτηκαν. Άρχισαν να μιλάνε μεταξύ τους και κανείς δεν καταλάβαινε τίποτα. Ο εγκληματολόγος μόλις που άκουσε τον ήχο του κινητού του.

– Εμπρός.

– Είμαι πλάι σας, μην γυρίσετε να με δείτε. Άκουσα την εκδοχή σας και θέλω να σας δώσω ένα στοιχείο: ψάξ’τε την αλήθεια στην εκπομπή… Η σύνδεση διεκόπη ξαφνικά. Ο εγκληματολόγος γύρισε το πρόσωπό του πίσω αλλά υπήρχε τόσος κόσμος που φωνασκούσε και διαπληκτιζόταν ώστε ήταν αδύνατο να βρει ποιος τον είχε καλέσει και τί ήθελε ν’ αποκαλύψει. Ποια εκπομπή; Ποιο κανάλι;

 Πάντως πήρε αμέσως την απόφαση ν’ αρχίσει την έρευνα μολονότι ως εγκληματολόγος δεν είχε και μεγάλη εμπιστοσύνη στις μιντιακές πληροφορίες για τα «εγκλήματα». Στην αρχή τα πράγματα ήταν δύσκολα. Απροσπέλαστα πρόσωπα. Κλειστά στόματα.

 Με ευγένεια και επιμονή ρωτούσε και ξαναρωτούσε. Άλλωστε αυτό ήταν το πιστεύω του. Συνήθιζε να λέει ότι ο εγκληματολόγος πρέπει να διαθέτει το «ένστικτο της υποψίας». Φιλόσοφος ταυτόχρονα και ντετέκτιβ να εντοπίζει προβλήματα που οι  άλλοι προσπερνούν χωρίς να τους δίνουν προσοχή, να υποθέτει και να διαισθάνεται παραβλέποντας πολλές φορές τα εμπειρικά δεδομένα, να προβλέπει, να προλέγει, να προειδοποιεί.

 Ακόμα κι αν ο εγκληματολόγος δεν κατορθώνει πάντα να περιγράφει «πως έχουν τα πράγματα» είναι ο μόνος αρμόδιος για να πιστοποιήσει «πως δεν έχουν τα πράγματα», υποστήριζε με πάθος.

 Βρήκε μιαν «άκρη» συνομιλώντας μ’ έναν παληό του φοιτητή που είχε αναλάβει το αστυνομικό και δικαστικό ρεπορτάζ ενός δημόσιου καναλιού. Τον εκτιμούσε ως καθηγητή και αφού τον όρκισε ότι δεν θα προδώσει την πηγή του αποκάλυψε ότι οι αυτόπτες μάρτυρες ήξεραν τα πάντα. – Τί, υπάρχουν μάρτυρες, ρώτησε αιφνιδιασμένος από ένα στοιχείο για το οποίο μέχρι τότε δεν είχε κανείς μιλήσει. – Κι αυτοί, οι μάρτυρες που ήσαν ή δήλωσαν ότι ήσαν παρόντες; Αυτοί τί γύρευαν εκεί; Και γιατί δεν παρενέβησαν για να σώσουν τα θύματα;, ρώτησε με ανανεωμένο ενθουσιασμό.

– Αυτοί ήσαν «μάρτυρες» δύο κατηγοριών, αν και υποπτεύομαι ότι υπήρχε και μια τρίτη κατηγορία, αλλά επειδή μάλλον πρόκειται για προσωπική μου φαντασίωση δεν θέλω προς στιγμήν ν’ αναφερθώ σ’ αυτή την τρίτη κατηγορία μαρτύρων, είπε ο δημοσιογράφος.

– Τέλος, πάντων, πες μου για τις άλλες δύο κατηγορίες αυτοπτών μαρτύρων.

– Η πρώτη κατηγορία μαρτύρων ήταν οι άνθρωποι του καναλιού “The Price”

– Ποιανού;- Του ιδιωτικού καναλιού “The Price”. Αυτοί ήσαν υποχρεωμένοι από τους όρους της εκπομπής ν’ ακολουθούν κατά βήμα τους παίκτες.

– Τι λες, μωρέ. Δεν καταλαβαίνω τίποτα. Για ποια κανάλια και εκπομπές μιλάς; Εδώ συζητάμε για το μυστηριώδη θάνατο τεσσάρων ανθρώπων.

– Καλά, δεν σε πιστεύω. Δεν γνωρίζεις ότι όλη αυτή η ιστορία εκτυλισσόταν στο πλαίσιο ενός Reality Show;

– Τί;

– Α! μου φαίνεται πως είσαι βαθιά νυχτωμένος και τόση ώρα μιλάμε παράλληλα. Άκου για να καταλάβεις μήπως και συνεννοηθούμε, τον επέπληξε ο δημοσιογράφος. Το κανάλι “The Price” προβάλλει μια εκπομπή με μεγάλη τηλεθέαση πούχει τίτλο «Τέσσερις παίκτες, τέσσερα σημεία επαφής, ένας θησαυρός» και αφορά No Limits παίκτες και καταστάσεις.

– Και σε τί συνίσταται αυτό το επικίνδυνο, όπως λες, παιχνίδι;

– Από όλους όσους δηλώνουν συμμετοχή κληρώνονται τέσσερις παίκτες, με βάση ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που γνωρίζουν μόνον οι παραγωγοί της εκπομπής, σε συμφωνία με τον βασικό σπόνσορα που είναι η ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΟΝΕΙΡΩΝ & ΟΝΕΙΡΕΜΕΝΩΝ ΤΑΞΙΔΙΩΝ ΣΤΟ ΟΝΕΙΡΟ Α.Ε., οι οποίοι τέσσερις παίκτες παίρνουν ένα χαρτί με τους κανόνες του παιχνιδιού και με «τέσσερα σημεία επαφής» και ξεκινάνε να βρουν έναν κρυμένο θησαυρό. Αυτός ο θησαυρός είναι συνήθως τοποθετημένος σε μια σπηλιά, σ’ ένα βράχο, σ’ ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι, σ’ έναν υπόνομο κλπ. Η αναζήτηση του θησαυρού κρύβει εκπλήξεις αλλά και κινδύνους γι’ αυτό οι τέσσερις παίκτες πρέπει νάναι πάντοτε μαζί ή έστω κοντά ο ένας στον άλλο. Στην περίπτωσή μας φαίνεται ότι κάτι πήγε από την αρχή στραβά.

– Και τότε γιατί οι υπεύθυνοι του προγράμματος δεν σταμάτησαν την εκπομπή, δεν απέβαλαν τους παίκτες που παραβίασαν τους κανόνες;

– Για λόγους τηλεθέασης.

– Δεν «σ’ έπιασα».

– Η ανάρμοστη, επιθετική, βουλιμική, αρπακτική τέλος πάντων συμπεριφορά των παικτών άρεσε πολύ στους τηλεθεατές με αποτέλεσμα η τηλεθέαση να εκτοξευθεί στο 45%. Καταλαβαίνεις τι κέρδη έφερε στο κανάλι η εκπομπή;

– Αυτό το καταλαβαίνω, αυτό όμως που δεν κατανοώ είναι πως οι τεχνικοί της εκπομπής έτρεχαν πίσω από τους παίκτες για να τους φιλμάρουν και δεν παρενέβαιναν όταν αυτοί κινδύνευαν ή τελικά πέθαναν;

– Α! αυτός ήταν γραπτός όρος της συμμετοχής στο παιχνίδι τον οποίον είχαν αποδεχτεί και υπογράψει οι παίκτες. Ότι δηλαδή και στην πιο δύσκολη στιγμή δεν είχαν το δικαίωμα να ζητήσουν βοήθεια από κανέναν. Αν τόκαναν θα χρεωνόντουσαν με 30.000 € ως ποινή.

– Ανήθικος, άκυρος, παράνομος όρος. Οι παρακολουθούντες τους παίκτες έχουν πλήρη ευθύνη. Ίσως για παράλειψη λυτρώσεως από κινδύνου ζωής ή για έκθεση ή για οτιδήποτε άλλο. Ίσως έχουν παραβιάσει όλο τον Ποινικό Κώδικα.

– Αυτά θα τα βρουν τα δικαστήρια, όταν κι εφόσον γίνουν δίκες. Άλλωστε ξέρεις καλά πόσους και ποιους δικηγόρους και νομικούς συμβούλους έχουν αυτά τα 25 κανάλια. Πώς εξηγείς άλλωστε το ότι έχουν περάσει πέντε μήνες και κανείς δεν έχει βρει το συνδετικό κρίκο των τεσσάρων θανάτων;

– Καλά αυτή τη «συγκάλυψη» θα την εξετάσουμε αργότερα. Πεσ’ μου όμως τώρα για τη δεύτερη κατηγορία των αυτοπτών μαρτύρων.

– Γι’ αυτή την εκπομπή, όπως αντιλαμβάνεσαι, υπήρξαν και έντονες αντιδράσεις. Έτσι δημιουργήθηκε μια Ομάδα Πολιτών, με την ονομασία «Σώστε τον άνθρωπο από τον εαυτό του» η οποία έτρεχε πίσω από τα συνεργεία και άλλοτε με διαδηλώσεις, άλλοτε με καταγγελίες, άλλοτε με καταλήψεις, προσπαθούσε να σταματήσει τα γυρίσματα.

– Κι εννοείς, ότι αυτοί οι «σωτήρες» ήσαν μπροστά όταν οι παίκτες πέθαναν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο;

– Πιστεύω ναι.

– Και γιατί δεν επενέβαιναν για να τους σώσουν;

– Πρώτον γιατί δεν μπορούσαν να σπάσουν τον κλοιό των συνεργείων που βιντεοσκοπούσαν.

– Και δεύτερον;

– Δεν ήθελαν.

– Τι πάει να πει δεν ήθελαν;

– Πάει να πει ότι έτσι –έστω κι ακραία– αφενός έπαιρναν την εκδίκησή τους απέναντι στην εκπομπή κι αφετέρου αποθάρρυναν άλλους παίκτες να μπουν στο Reality Show.

– Απάνθρωπο, σκληρό και άγριο, μου ακούγεται. Και σίγουρα έχουν κι αυτοί ποινικές ευθύνες.

– Ίσως, αλλά το θέμα δεν είναι εκεί. Ίσως στη δύσκολη στιγμή των παικτών να μην μπορούσε πράγματι κανείς να παρέμβει και να τους σώσει. Το θέμα είναι ότι οι τηλεθεατές –που μόλις χτες έμαθαν τα τραγικά νέα– θέλουν να προβληθούν και οι (προ)τελευταίες στιγμές των παικτών – θυμάτων. Πιέζουν τα κανάλια και οι διαφημιστές. Δεν ξέρω τι τελικά θα γίνει αλλά με τρομάζουν τέτοιες συμπεριφορές.

– Εμένα να δεις. Εν πάσει περιπτώσει, θα μου πεις ποια φαντάζεσαι ότι είναι η τρίτη κατηγορία αυτοπτών μαρτύρων;

– Θα στο εκμυστηρευθώ αλλά θέλω να μείνει μεταξύ μας.

– Αυτονόητο. Στο λόγο της τιμής μου. Επιστημονικής και άλλης.

– Κοίταξε έχουμε ένα πραγματικό γεγονός, το θάνατο τεσσάρων ανθρώπων κι ένα εικονικό γεγονός, το reality show. Και τα δύο συνδέονται ευθέως ή έμμεσα με τη φύση. Θάνατος στη θάλασσα, στο βουνό, στην πόλη, στα χωράφια, θάνατοι πλάι σε πετρελαιοκηλίδες, σε πυρκαγιές, σε υπονόμους, σε σκουπίδια. Κι από την άλλη Media που κερδοσκοπούν υποβιβάζοντας τη φύση και τον βιόκοσμο σε πεδίο αναζήτησης χαμένων θησαυρών. Βάζουν ανθρώπους να σκάβουν, να τρυπάνε, να μολύνουν, να πληγώνουν το κορμί της γης, κι όλα αυτά γιατί, για να κερδίσουν ένα χρηματικό έπαθλο ή για πέντε λεπτά δημοσιότητας.

– Εντάξει, όλα αυτά είναι λίγο-πολύ γνωστά. Μπες στο ζουμί.

– Πιστεύω ότι η φύση ήταν παρούσα σ’ όλες τις φάσεις της υπόθεσης.

– Δηλαδή; Τι είναι η φύση; Ανθρωπόμορφος εκδικητής;

– Όχι βέβαια. Εννοώ ότι η φύση ήταν εκεί ως κατάρα.

– Τί;

 

 Η ΔΙΑ-ΠΛΟΚΗ

Ο μεγαλομέτοχος του καναλιού “The Price”, ο παραγωγός της εκπομπής «Τέσσερις παίκτες, τέσσερα σημεία επαφής, ένας θησαυρός» και ο Πρόεδρος της ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΟΝΕΙΡΩΝ & ΟΝΕΙΡΕΜΕΝΩΝ ΤΑΞΙΔΙΩΝ ΣΤΟ ΟΝΕΙΡΟ Α.Ε. κάπνιζαν, έπιναν και έβριζαν καθώς ο παρουσιαστής της εκπομπής και η υπεύθυνη δημοσίων σχέσεων τους εξηγούσαν τι ακριβώς είχε συμβεί.

– Καλά πως τους επιλέξατε αυτούς τους παίκτες; ρώτησε θυμωμένα ο Πρόεδρος της Α.Ε.

– Να, θέλαμε τέσσερις διαφορετικούς τύπους. Έτσι φροντίσαμε στην κλήρωση να βγει ένας play boy μικροπλοιοκτήτης ο Νίκος Κεπέσης, ένας παλιννοστήσας από την πρώην ΕΣΣΔ εργολάβος, ο Γιορίκας Ζαϊφίδης, μια χρεωκοπημένη ελληνοαμερικανίδα μπίζνεσγουμαν η Mary Palas κι ένας αλβανικής καταγωγής, μάλλον παράνομος μετανάστης ο… ο… δεν θυμάμαι τόνομά του, νομίζω Αντρέας Ντινάϊ, ή κάτι τέτοιο. Ήταν το πιο επιτυχημένο, αντιπροσωπευτικό δείγμα παικτών για τα Reality Shows.

– Και γιατί δεν λειτούργησε το σχήμα;

– Νομίζω ότι για όλα φταίει ο Αλβανός. Αυτός παραβίασε πρώτος τους κανόνες.

– Τελικά ξέρουμε τι ακριβώς έγινε;

– Περίπου. Γιατί πολλές φορές οι παίκτες κρυβόντουσαν κι από τις κάμερες των συνεργείων. Είχαν φτιάξει τη δική τους συμμορία.

– Δηλαδή, ούρλιαξε ο μεγαλομέτοχος του καναλιού. Πέντε μήνες και δεν ξέρουμε τι είχε πραγματικά συμβεί, ενώ τόσες κάμερες τους ακολουθούσαν σε κάθε τους κίνηση;

– Νομίζω, ψέλλισε, η υπεύθυνη δημοσίων σχέσεων, απ’ ότι κατάλαβα από τα μισόλογα των τεχνικών, που δεν ανοίγουν εύκολα τα στόματά τους γιατί φοβούνται ευθύνες.

– Λέγε, λέγε, κι άσε τις ευθύνες. Αυτές θα τις χειριστούν οι «φίλοι μας», είπε ο πρόεδρος της Α.Ε.

– Νομίζω, συνέχισε η υπεύθυνη δημοσίων σχέσεων ότι τα πράγματα εξελίχθηκαν ως εξής: Ο 4ος (ο αλβανός) παίκτης βρήκε στο «πρώτο σημείο» επαφής, στο πατάρι του «στοιχειωμένου» σπιτιού, το χάρτη με το θησαυρό. Για να μην το μάθουν οι άλλοι τρεις κλειδώθηκε σ’ ένα δωμάτιο στο σπίτι. Μη θέλοντας να βγει γιατί αποφάσισε να κρατήσει δικό του όλο το θησαυρό και μη μπορώντας όταν άρχισε να χάνει τις δυνάμεις του να ζητήσει βοήθεια γιατί θάδινε 30.000 € και θα τον έστελναν πίσω στη χώρα του όπου φαίνεται ότι διωκόταν για εγκλήματα, έχασε τις αισθήσεις του –ήταν και λιπόσαρκος και κακής υγείας– και πέθανε από ασιτία ή και ασφυξία, αφού όλα τα παράθυρα και οι πόρτες ήταν σφραγισμένα και δεν έμπαινε από πουθενά αέρας.

 Η τρίτη (η Mary) βρήκε στοιχεία για το θησαυρό από «το δεύτερο σημείο επαφής», την τράπεζα πληροφοριών για ριψοκίνδυνους που βρισκόταν στην ταράτσα, στον 15ο όροφο ενός ουρανοξύστη. Μετά όμως η 3η σκοτώθηκε πέφτοντας από την ταράτσα του ουρανοξύστη καθώς της είχε φύγει από το χέρι ο χάρτης με το θησαυρό κι όρμηξε να τον πιάσει. Ο χάρτης χάθηκε, έλιωσε, σκίστηκε κάτω από τις ρόδες των αυτοκινήτων και των περαστικών. Έτσι ο 2ος (ο Ζαϊφίδης) πήγε στο «τρίτο σημείο επαφής» που ήταν η σπηλιά του βουνού για να ψάξει άλλα σημάδια και στοιχεία για το θησαυρό. Για να μη βρει το δρόμο και τον ακολουθήσει ο 1ος (ο Κεπέσης), ο 2ος έβαλε φωτιά σε κάτι ξερόκλαδα για να χαθούν τα ίχνη του. Φύσηξε όμως αέρας και φούντωσε η φωτιά, τον περικύκλωσε και απανθρακώθηκε.

 Ο 1ος είχε μείνει μόνος. Δεν τόξερε όμως. Αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια από το «τέταρτο και τελευταίο σημείο επαφής» που ήταν κρυμμένο στο βυθό της θάλασσας. Πήγε εκεί νύχτα και με παληόκαιρο για να μην τον δει κανένας. Όταν βούτηξε στα βαθιά δεν πρόσεξε και το πόδι του σφηνώθηκε μέσα στα βράχια και πνίγηκε.

– Αυτό είναι όλο; είπαν οι άλλοι. Είμαστε βέβαιοι;

– Τώρα βέβαια υπάρχει και η άλλη εκδοχή, είπε δειλά η υπεύθυνη δημοσίων σχέσεων. Ότι βρήκε το χάρτη ο 4ος, του τον έκλεψαν, τον «φυλάκισαν» μέσα στο σπίτι, τον άφησαν να πεθάνει οι τρεις άλλοι και μετά ο 2ος τον άρπαξε από τον 3ο και ο 1ος από τον 2ο αλλά όλοι βρήκαν τραγικό θάνατο διότι δεν γνώριζαν όλους τους κινδύνους των περιοχών όπου έψαχναν το θησαυρό. Αυτό το ήξερε μόνον ο κλειδωμένος και ετοιμοθάνατος στο σπίτι 4ος, αλλά δεν τους το είπε για να τους τιμωρήσει που τον πρόδωσαν και τον εγκατέλειψαν μόνο του κι αβοήθητο.

– Θα τρελαθούμε, αποφάνθηκε ο μεγαλομέτοχος. Τέτοιο μπέρδεμα ούτε αστυνομική ιστορία νάταν. Ποιος θα το πιστέψει ότι έτσι έγιναν τα πράγματα και ότι κανείς από εμάς δεν φταίει;

– Και τώρα τι θα γίνει; Θα δείξουμε τα τελευταία επεισόδια που ζητάνε οι τηλεθεατές μας; Ξέρετε πόσα λεφτά μας δίνουν οι διαφημιστές; Εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ, επεσήμανε ο παραγωγός.

– Εδώ που είμαστε δεν μπορούμε παρά να συνεχίσουμε. Απλώς ειδοποιήστε τους «φίλους μας» νάχουνε το νου τους να μην υπάρξουν διαρροές για το θέμα, είπε με αποφασιστικό κι αρχηγικό στόμφο ο Πρόεδρος της Α.Ε.

 ΤΡΕΙΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ

Πράξη 1η :

 Η τελευταία εκπομπή «τέσσερις παίκτες, τέσσερα σημεία επαφής, ένας θησαυρός» προέβλεπε τηλεθέαση 75%, θάσπαγε ρεκόρ και «ταμεία». Δεν έδειξαν όλες τις επίμαχες στιγμές. Οι τηλεθεατές όμως είδαν σε γκρο-πλαν τη θάλασσα με την πετρελαιοκηλίδα, το βουνό να καίγεται, την πόλη να βρωμάει, τα ανθρωπόσπιτα κλειδωμένα. Πνιγμένοι γλάροι, καμένα ελάφια, ραδιενεργά νερά.

 Διέκριναν φοβισμένα πρόσωπα, δυστυχισμένες φιγούρες, άυλα πλάσματα να κυνηγούν και να κυνηγιούνται. Επεσήμαναν αδιάφορους περαστικούς και συνένοχους διανοούμενους. Και για πρώτη –ίσως– φορά ξεπέρασαν την περιέργειά τους και την ταύτισή τους με τους ήρωες και έτσι την ώρα που ο τηλεπαρουσιαστής έλεγε με θριαμβευτικό στυλ: «Κι ο νικητής ήταν…» η τηλεθέαση έπεσε στο 5%, οι επόμενοι κληρωθέντες τέσσερις παίκτες που θα έψαχναν για θησαυρό στο Β. Πόλο, τον Αμαζόνιο, τη Σαχάρα και τα νησιά Γκαλαπάγκος γύρισαν άρον-άρον σπίτι τους και η εκπομπή σταμάτησε.

Οι υπεύθυνοι, Μεγαλομέτοχος, Παραγωγός, Παρουσιαστής, παραπέμφθηκαν σε δίκη μετά τη δημοσιοποίηση των αιτίων των θανάτων.

Πράξη 2η :

 Η ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΟΝΕΙΡΩΝ & ΟΝΕΙΡΕΜΕΝΩΝ ΤΑΞΙΔΙΩΝ ΣΤΟ ΟΝΕΙΡΟ Α.Ε., που από κείνη τη στιγμή την χαρακτήριζαν ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΘΑΝΑΤΟΠΟΙΝΙΤΩΝ ΚΑΙ ΛΟΙΠΩΝ ΑΥΤΟ- ΘΑΝΑΤΩΣΕΩΝ, όχι μόνο χρεοκόπησε αλλά και οι υπεύθυνοι, ο Πρόεδρος και το Δ.Σ., παραπέμφθηκαν σε δίκη για ηθική αυτουργία.

Πράξη 3η :

 Ο Δικαστής του Δικαστηρίου της Φύσης κήρυξε το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας και ζήτησε από τους ενόρκους, τα εναπομείναντα και επιβιώσαντα είδη της βιοποικιλότητας, την αμετάκλητη ετυμηγορία τους.

– Οι γνωστοί/ άγνωστοι υπεύθυνοι των θανάτων αλλά ίσως και τα ίδια τα θύματα κρίνονται ένοχα για εγκλήματα κατά της φύσης, είπαν με μια φωνή τα ψάρια, τα πουλιά, τ’ αγρίμια, τα δέντρα.

Τα λατομεία, οι χωματερές, το βρώμικο νερό, η μολυσμένη θάλασσα, οι ρύποι της πόλης, η υπερθέρμανση μας σκοτώνουν κάθε μέρα. Δεν είμαστε πουθενά ασφαλείς. Ούτε στο νησί, ούτε στο βουνό, ούτε στην πόλη. Ούτε με τους πλούσιους, ούτε με τους φτωχούς. Είναι ζήτημα οικο-τιμής να καταδικασθούν όλοι οι ένοχοι, όπου και να βρίσκονται. Παραγραφή στα εγκλήματα κατά της φύσης δεν νοείται.

 Άλλωστε, αξιότιμε κύριε Δικαστά, αν εμείς δεν καταδικάσουμε επισήμως τους φταίχτες (φυσικούς και ηθικούς αυτουργούς) και δεν 30 τους τιμωρήσουμε, η κατάρα θα κυνηγάει και αυτούς και τους απογόνους τους για πολλές γενηές. Ίσως κυνηγήσει κι εμάς.

Ο ΑΙΦΝΙΔΙΑΣΜΟΣ

– Γειά σας, είμαι η δολοφόνος, είπε απλά και κάθισε στην καρέκλα που βρισκόταν μπροστά στο γραφείο του Αστυνόμου.

– Δολοφόνος ποιανού, ρώτησε ο Αστυνόμος καθώς, αντικρίζοντας την όμορφη γυναίκα, η κάφτρα του τσιγάρου έπεφτε στο σακάκι του.

– Των τεσσάρων παικτών του Reality.

– Μα όλοι πέθαναν από μόνοι τους, βόγγηξε ο Αστυνόμος. Δεν διαβάσατε εφημερίδες; Δεν είδατε τηλεόραση;

– Κανείς δεν πεθαίνει από μόνος του. Κάποιος τους σκοτώνει. Κι αυτούς τους σκότωσα εγώ.

– Μα εσείς δεν είστε… η… Σας είδα χτες στην εκπομπή, είπε έκπληκτος ο Αστυνόμος. Άλλα λέγατε εκεί.

– Δεν άντεξα το βάρος. Ήρθα να ομολογήσω.

– Δικηγόρο δεν χρειάζεστε;

– Όχι, θα πω όλη την αλήθεια.

– Εντάξει. Εσείς ξέρετε. Είμαστε όμως υποχρεωμένοι μέχρι να σας συνοδεύσουμε στον Εισαγγελέα να σας κρατήσουμε εδώ. Και δεν μοιάζουν τα κελιά με τα σπιτάκια του Reality Show.

– Το γνωρίζω. Βρέθηκε στο κρατητήριο. Ο χώρος βρώμαγε απαίσια, αρουραίοι κυκλοφορούσαν ελεύθερα, τα τζάμια σπασμένα, γύρω σκουπίδια από τον προηγούμενο κρατούμενο.

– Ίδια η φύση. Ίδιοι οι άνθρωποι. Ίδια η ευτελής ζωή τους, σκέφτηκε η πρώην υπεύθυνη Δημοσίων Σχέσεων του Καναλιού “The Price”.

 Ο καθηγητής Εγκληματολογίας, στη διάλεξή του σ’ ένα ασφυκτικά γεμάτο αμφιθέατρο από φοιτητές όλων των Σχολών, υπογράμμισε πως την περίμενε αυτή την εξέλιξη.

– Κανείς μέχρι τώρα δεν είχε πει ποιος είχε δώσε τα χρυσά κοσμήματα: το σταυρό, το μπρασελέ, το σκουλαρίκι, το μενταγιόν, στους παίκτες. Κανείς δεν εξήγησε πως σβήνονταν τα ίχνη των περασμάτων, θυμάτων και συνεργείων, από τους τόπους όπου συνέβαιναν τα «ατυχήματα». Κάποιος τρίτος ακολουθούσε τους παίκτες και την τηλεόραση.

– Η κατάρα, φώναξε αυθόρμητα μια φοιτήτρια Πολιτικών Επιστημών στο πρώτο έδρανο. Ο καθηγητής χαμογέλασε.

– Η Εγκληματολογία βρίθει από μύθους και θρύλους. Έχει όμως πλέον αποκτήσει αυστηρά –και όχι μεταφυσικά– εργαλεία ανάλυσης.

 Και συνέχισε:

– Η γυναίκα που παραδόθηκε οικειοθελώς στην αστυνομία πράγματι τέλεσε τέσσερις φόνους. Σκότωσε και τους τέσσερις παίκτες του Reality Show.

– Και πως δεν την είδαν οι ρεπόρτερ και οπερατέρ του Καναλιού, απόρησαν πολλοί φοιτητές.

– Απλούστατα γιατί είχε κι αυτή ενταχθεί στην ομάδα παρουσιασθείσα ως ειδική σε ριψοκίνδυνα παιχνίδια. Ήταν συνεχώς κοντά στους τέσσερις παίκτες και κατάφερνε κάθε φορά, μετά από κάθε «ατύχημα», να μένει λίγο πίσω για να σβήνει τα ίχνη. Δεν ήθελε η Αστυνομία να φτάσει στη λύση του μυστηρίου πριν η ίδια εκτελέσει το έργο της.

– Και πώς τους δολοφόνησε;

– Τον Αλβανό τον νάρκωσε ή του έκανε ένεση καλίου και έκλεισε όλες τις πηγές οξυγόνωσής του. Την Mary την πέταξε από την ταράτσα του 15ου ορόφου. Τον ελληνο-πόντιο του έβαλε φωτιά στα ρούχα την ώρα που έμπαινε στη σπηλιά. Τον Κεπέση τον τράβηξε στο βυθό από κάτω. Με παληόκαιρο και με σκοτάδι δεν ήταν δα και τόσο δύσκολο να τον «κρατήσει» στο βυθό περισσότερο απόσο η αναπνοή του επέτρεπε. Αυτή βέβαια φορούσε μάσκα οξυγόνου. Όλα αυτά τα ομολόγησε η ίδια, δεν είναι δικές μου υποθέσεις, αναγνώρισε μ’ εντιμότητα ο εγκληματολόγος.

– Και ποιο ήταν το κίνητρό της, κύριε καθηγητά, ρώτησε τώρα ένας φοιτητής Θεολογίας.

– Κοινός παρονομαστής, η εκδίκηση, αγαπητέ μου. Όπως πάντα. Μολονότι η δράστης είναι γυναίκα πρόκειται για κλασσική περίπτωση «σύνδρομου του Κάϊν». Βέβαια υπάρχουν και δευτερογενή κίνητρα: τον αλβανό τον σκότωσε και για ρατσιστικούς λόγους, τον ελληνοπόντιο και για πολιτισμικοϊστορικούς λόγους, την αμερικανίδα για ζηλοτυπικούς λόγους και τον playboy για ερωτικούς λόγους. Ο Κάιν όμως ήταν παντού και πάντοτε παρών.

– Δηλαδή; ακούστηκε από όλη την αίθουσα.

Ο Κάιν συμβολίζει την οργή του χαμένου, του προσβεβλημένου. Δεν επιλέγεται από τον Κύριο στον ζηλότυπο ανταγωνισμό με τον αδελφό του Άβελ, δεν έγινε αποδεκτός.

 Ο ίδιος καταδικάστηκε να είναι «πλάνης και περιπλανώμενος πάνω στη γη», αλλά η οργή δεν παύει να «σκοτώνει» καθώς οι περιπλανώμενοι της γης άλλοτε γίνονται θύματα κι άλλοτε θύτες.

 Η πρώην υπεύθυνη δημοσίων σχέσεων είχε ερωτευθεί τον Νίκο Κεπέση –μπορεί νάχαν συνάψει και σχέση– και ζήτησε να παίξει στο ίδιο reality για νάναι κοντά του, να βρουν το θησαυρό και να ζήσουν μαζί. Η Διεύθυνση του Καναλιού δεν το επέτρεψε. Αυτή ζήλευε παράφορα αλλά ήταν και άπληστη. Από την αρχή της περιπέτειας αντελήφθη ότι η ελληνοαμερικανίδα Mary τάριχνε στο Νίκο κι αυτός ανταποκρινόταν. Φοβόταν ότι θα το «σκάσουν» οι δυό τους έχοντας αρπάξει και το θησαυρό. Έτσι έβαλε μπροστά το σχέδιό της. Συμμετείχε με διάφορα προσχήματα στα συνεργεία, κυρίως στις κρίσιμες στιγμές του reality, και έδρασε όπως είπαμε. Μετά έφτιαξε ένα «παραμύθι» για το πώς ξετυλίχτηκαν τα πράγματα κι έπεισε τους αρμόδιους ότι για όλα έφταιγαν οι ίδιοι οι παίκτες.

 – Αυτή ήταν τελικά η εκδίκηση μιας ερωτευμένης και διαψευσμένης γυναίκας που έπαιζε τη μοίρα της πάνω στο reality παιχνίδι των άλλων.

– Και γιατί παραδόθηκε, αφού κανείς δεν την υποπτεύθηκε;

– Γιατί το πρώτο θύμα τέτοιων φόνων είναι ο ίδιος ο δράστης του. Ο δολοφόνος συχνά νοιώθει πανικό. Γι’ αυτό θέλει να συλληφθεί, να μιλήσει, να τιμωρηθεί.

– Τελικά ποιός είναι κατά τη γνώμη σας ο πραγματικός ένοχος σε όλη αυτή την ιστορία, ρώτησε ένας φοιτητής Ιατρικής. Πολλοί δεν μαζεύτηκαν;

– Ποια είναι τα εγκλήματα που τελέστηκαν και ποια είναι η εξατομικευμένη ευθύνη του καθενός νομίζω ότι από ποινική άποψη τ’ αναλύσαμε επαρκώς. Την ηθική, κοινωνική, πολιτισμική πτυχή ας την αναζητήσει ο καθένας μέσα του.

Ίσως αυτή νάναι και η μεγαλύτερη εκδίκηση του Κάιν. Να μην μείνει τελικά κανείς από τα θύματα για να μας ομολογήσει ποιανού «είναι το κρίμα», όπως θάλεγε και ο Ντοστογιέφσκι. Να μην ξεχνάτε πάντως ότι τη μοίρα την έχουμε όλοι στα χέρια μας. Μη την αναθέσουμε σε άλλους.

Τα χειροκροτήματα των φοιτητών επισφράγησαν το τέλος της διάλεξη.

Όχι όμως και της υπόθεσης.

«ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΗ» ΚΑΘΑΡΣΗ;

– Κάθε μίσος είναι συνάμα και φόνος, στοχάστηκε φωναχτά ο καθηγητής Εγκληματολογίας στη συνάντηση της μυστικής οργάνωσης Dira.(* Κατάρα).  Τα άλλα μέλη συμφώνησαν .

– Στην ουσία μας σκοτώνουν και τους σκοτώνουμε κάθε μέρα, συμπέρανε ο Αντιπρόεδρος της Οργάνωσης. Είμαστε σε διαρκή πόλεμο.

Οι Οργανώσεις «Σώστε τον άνθρωπο από τη φύση» και οι Οργανώσεις «Σώστε τη φύση από τον άνθρωπο» θα βρίσκονται πάντοτε η μία απέναντι στην άλλη. Αυτοί θα θέλουν πάντοτε την υπερκατανάλωση, την τεχνικοποίηση, την εικονοποίηση, την κλωνοποίηση, τον επιδειξισμό, το κέρδος σε βάρος των νόμων και της αντοχής της φύσης κι εμείς θα επιδιώκουμε πάντοτε την προστασία της πρώτης μας ύλης, της φυσικής μας υπόστασης, της απλότητας και το σεβασμό στους συγκατοίκους μας στον πλανήτη. Είναι οι νεοΣατανάδες που το παίζουν ψευτοΘεοί και είμαστε οι Μαχητές του Καλού που πολεμάμε την απανθρωποποίηση του Ανθρώπου. Και το ότι τους δικάζουμε, με το συμβολικό τρόπο που το κάνουμε, πολύ τους είναι. Ως εντολοδόχοι της Φύσης μπορούμε να εκτελούμε τους ενόχους και χωρίς Δίκη. Ακόμα κι όταν «απαλλοτριώνουμε» ανθρώπους ή χώρους ο σκοπός μας παραμένει ιερός, άρα δικαιωμένος.

– Την τελευταία πάντως μάχη την κερδίσαμε πανηγυρικά, είπε ο εγκληματολόγος. Η χαζοερωτευμένη γυναίκα, με το θολωμένο της μυαλό, μας βοήθησε πολύ. Πίστεψε ότι σκότωσε τον Αλβανό επειδή τον κλείδωσε στο δωμάτιο, ότι έκαψε τον ελληνοπόντιο επειδή του πέταξε ένα βρεμένο με βενζίνη στουπί, ότι γκρέμισε την Mary επειδή την πέταξε με δύναμη πάνω στην τζαμαρία και τέλος ότι έπνιξε τον Νίκο επειδή του τράβηξε τα πόδια και τον κράτησε λίγα δευτερόλεπτα κάτω από το νερό.

Η καημένη που να φανταστεί ότι μετά από κάθε τέτοια απόπειρα εμείς πηγαίναμε και αποτελειώναμε τη δουλειά εκδικούμενοι τα reality, τη μόλυνση των ηθών, την εκμετάλλευση του φυσικού πλούτου.

– Η Φύση έχει μυστικά που δεν ανήκουν στους ανθρώπους, φιλοσόφησε ο Γραμματέας της Οργάνωσης. Όποιος τα πλησιάζει κι όποιος υπερβαίνει τα όρια του ανθρώπου πρέπει να τιμωρείται παραδειγματικά. Εμείς έχουμε αναλάβει να επαναφέρουμε τη φυσική τάξη, τη βιολογική ισορροπία και θα συνεχίσουμε να τηρούμε τον όρκο στη Dira.

– Εμείς είμαστε το Δικαστήριο της Φύσης και δικάζουμε με τους νόμους της φύσης, είπε ο καθηγητής Εγκληματολογίας. Και συνέχισε:

– Η υπεύθυνη δημοσίων σχέσεων του καναλιού The Price καταδικάστηκε από τους ενόρκους μας για εγκλήματα που δεν έκανε αλλά έμεινε ατιμώρητη για εγκλήματα κατά της φύσης και της ανθρώπινης φύσης που διέπραξε μαζί με τους φίλους και συναδέλφους της. Η θάλασσα, τα βουνά, οι πόλεις, οι άνθρωποι δεν είναι παιχνίδια στα χέρια των κάθε είδους «εκμεταλλευτών τους» Ανήκουν στο Χρόνο και στη Γαία, στην Αιώνια Τάξη.

– Το πιο συναρπαστικό ήταν το μήνυμα που στείλαμε με τα χρυσά κοσμήματα στα λατινικά. Κανένα από τα τσακάλια της Αστυνομίας, δεν ψυλλιάστηκε ότι ήταν αδύνατο η ζηλιάρα ερωμένη του Κεπέκη να σκεφτεί κάτι τέτοιο, είπε ο Αντιπρόεδρος. Όλοι νόμισαν ότι ήταν κάποτε γούρι. Κανείς δεν τα «ένωσε» για να το διαβάσει ενιαίο.

abstineas igitur damnandis; hujus enim vel una potens ratio est, ne crimina nostra sequantur ex nobis geniti; quoniam dociles imitandis turpibus ac pravis omnes sumus (ας αποφύγουμε να κάνουμε το κακό˙ για έναν πολύ σοβαρό λόγο, μην τυχόν τα παιδιά μας ακολουθήσουν τα εγκλήματά μας˙ είμαστε όλοι πολύ επιρρεπείς στο να μιμηθούμε ό,τι είναι ποταπό και φαύλο).

– Ποιο είναι το επόμενο σχέδιο, ερώτησε με αγωνία ένας αριστερός διανοούμενος, καινούργιο μέλος στην Οργάνωση. – Naturae debitum reddiderunt, απάντησε ο καθηγητής Εγκληματολογίας.

 

Γλωσσάρι (με τη σειρά που εμφανίζονται οι λέξεις)

Ελούσα : Καταδικασμένη

Θαλάσσευμα : Αυτό που ταξιδεύει δια θαλάσσης

Θηράσιμος : Όποιος /ό,τι πιάνεται στο κυνήγι
Βούνισμα: Ό,τι σωρεύεται

Μορτός : Θνητός

Πολισσονομία : Διοίκηση πόλης

Άλυχνο : Χωρίς φως

Νεκραδήμεια : Σχολή νεκρών

Κεπέσης : Παραθαλάσσιος

Ζαϊφίδης : Αδύναμος

Παλάση : Κουρέλι

Ιχθυώδης : Πλήρης ψαριών

Ιχθυοβολία : Καμάκωμα ψαριών

Δασοσκεπής : Πλήρης δασών

Δρυοπαγία : Κατασκευή από ξύλο

Πολισσόος : Ο φυλάττων την πόλη

Δορυκτησία : Απόκτηση με όπλο

Ξενότιμος : Ο τιμών τους ξένους

Πτωχοποία : Η δημιουργία επαιτών

Dira : Θεά της εκδίκησης

 

 

ΣΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ: ΣΕ ΠΟΙΟΝ ΑΝΗΚΕΙ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

 

 

* Naturae debitum reddiderunt: Πληρώνουν τα χρέη τους στη Φύση σε «Οικοεγκλήματα», Κέδρος 2008, σ. 291-336.

 

LinkedIn