Πέμπτη 8 Δεκέμβριος 2016 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Το ασφαλιστικό ζήτημα ως επιτομή του ελληνικού ζητήματος

Ρώτησα κάποια στιγμή τον αγαπητό μου φίλο Τσάρλς Νταλάρα για το πώς αντιλαμβάνεται το DSA, αν το αντιλαμβάνεται ως κάτι τεχνικά άψογο, μου είπε ότι «φυσικά είναι κάτι μεταξύ επιστήμης και τέχνης, διότι έχει μέσα μια σειρά από διαισθητικά στοιχεία, από υποθέσεις οι οποίες τακτοποιούν μαθηματικά το σχήμα, αλλά όχι οικονομικά». Και έτσι επήλθε η συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.

Άρθρο του Ευάγγελου Βενιζέλου


Το ασφαλιστικό είναι η επιτομή του ελληνικού ζητήματος που σε άλλες του πτυχές αποκαλύπτεται και σε άλλες συγκαλύπτεται τα έξι τελευταία χρόνια. Τα χρόνια όχι της δημιουργίας αλλά των επιπτώσεων της κρίσης και της προσπάθειας υπέρβασής της.

Η παρουσίαση της κυβερνητικής πρότασης επί τη βάσει της οποίας διεξάγεται – υποτίθεται – η τελευταία φάση της διαπραγμάτευσης με την τρόικα, συμπίπτει με την επέτειο του ενός χρόνου από την ενθουσιώδη υπερψήφιση του «προγράμματος της Θεσσαλονίκης», των εύκολων υποσχέσεων για αποκατάσταση των περικοπών και επαναφορά της 13ης σύνταξης, της επικοινωνιακής πανστρατιάς κατά του «μειλ Χαρδούβελη» που φαντάζει όαση συγκρινόμενο με τις τωρινές προτάσεις.

Ένα χρόνο μετά τις εκλογές του Ιανουαρίου 2015 η χώρα προσδοκά να επανέλθει το Δεκέμβριο του 2018 στη θέση που ήταν το Δεκέμβριο του 2014.
Ένα χρόνο μετά τις εκλογές του Ιανουαρίου 2015 το πλαίσιο μέσα στο οποίο τίθεται το ασφαλιστικό είναι δυστυχώς πολύ δυσμενέστερο. Η χώρα αντί να βρίσκεται σε καθεστώς προληπτικής πιστωτικής γραμμής και προστατευμένης επανόδου στις αγορές, βρίσκεται βαθιά μέσα στο τρίτο μνημόνιο καθώς ζήτησε και έλαβε με αυστηρούς όρους νέο μεγάλο δάνειο από τους Ευρωπαίους εταίρους της για να καλύψει τις επιπτώσεις του πρώτου 7μηνου της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ. Υποχώρησε ξανά σε κατάσταση ύφεσης και τώρα προσδοκά να επανέλθει το Δεκέμβριο του 2018 στη θέση που ήταν το Δεκέμβριο του 2014.

Περιττεύει να επαναλάβω εδώ τι συνέβη με τη διαρροή καταθέσεων, τα capital controls, τις απώλειες του δημοσίου από την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, τις ανακολουθίες ως προς τις ιδιωτικοποιήσεις, την αποθάρρυνση των επενδύσεων, το κλίμα αμφιθυμίας και αβεβαιότητας. Περιττεύει να αναφερθώ στη συνολική διεθνή και περιφερειακή θέση της χώρας και στο τρόπο διαχείρισης του προσφυγικού και του μεταναστευτικού. Ούτε στο επίπεδο λειτουργίας των θεσμών της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου. Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες τίθεται ξανά ζήτημα προσωπικής ασφάλειας από σημαντικά στελέχη του ίδιου του κυβερνητικού χώρου που τώρα απομακρύνθηκαν.

 Ο πίνακας που συνοδεύει το κείμενο είναι: Αntonio Ζanchi (1631 –1722), Sisyphus

Ο Πίνακας που συνοδεύει το κείμενο είναι: Αntonio Ζanchi (1631 –1722), Sisyphus

Η κυβέρνηση Τσίπρα – Καμμένου βρέθηκε να χειρίζεται το ασφαλιστικό που η ίδια επιβάρυνε.
Η κυβέρνηση Τσίπρα – Καμμένου βρέθηκε να χειρίζεται το ασφαλιστικό που η ίδια επιβάρυνε και η ίδια τοποθέτησε στα χειρότερα δυνατά συμφραζόμενα, παρότι η χώρα – σε πείσμα των προσπαθειών της κυβέρνησης – βρίσκεται πολύ κοντά στην επανάκτηση πρωτογενούς πλεονάσματος και όχι με πρωτογενές έλλειμμα 13,5 % του σημερινού ΑΕΠ, όπως συνέβαινε το 2009.

Α. Η κυβερνητική θεωρία για την συνυπευθυνότητα της αντιπολίτευσης

Η μόνη αγωνία της κυβέρνησης είναι να καταστήσει συνυπεύθυνη την αντιπολίτευση με τρία βασικά επιχειρήματα:

Πρώτον, με το επιχείρημα ότι όταν έχουν προηγηθεί από το 2010 έως το 2013 πολλές περικοπές συντάξεων, δεν νοείται να υπάρχουν αντιρρήσεις σε νέες περικοπές από αυτούς που ανέλαβαν το πολιτικό βάρος των προηγούμενων.
Δεύτερον, με το επιχείρημα ότι η μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού και οι περικοπές που αυτή συνεπάγεται είναι αναγκαία για λόγους δημοσιονομικής προοπτικής αλλά και ως όρος των εταίρων και δανειστών που θέλουν μάλιστα ακόμη σκληρότερη παρέμβαση.
Τρίτον, με το επιχείρημα ότι η δημοκρατική φιλοευρωπαϊκή αντιπολίτευση ψήφισε το καλοκαίρι το μνημόνιο και δεν νοείται να προβάλει τώρα αντιρρήσεις ή επιφυλάξεις για το ασφαλιστικό που είναι βασικό κεφάλαιο του μνημονίου.

Πίσω από τα επιχειρήματα αυτά η κυβέρνηση θεωρεί ότι μπορεί να κρύψει τις εκκωφαντικές ανακολουθίες της, τη στάση της ως αντιπολίτευση από το 2010 έως το 2015, τα στερεότυπα που είχε καλλιεργήσει ως προς το ασφαλιστικό, τις ακραίες δημαγωγικές υποσχέσεις της ενόψει των εκλογών του Ιανουαρίου, του δημοψηφίσματος του Ιουλίου, αλλά ακόμη και των εκλογών του Σεπτεμβρίου 2015.

Η παρέμβαση των ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ στο ασφαλιστικό επιφέρει προφανώς μεγαλύτερες μειώσεις συντάξεων και μεγαλύτερη μείωση δημόσιας και εθνικής δαπάνης για συντάξεις από αυτήν του ν. 3863/2010.
Τώρα η κυβέρνηση ενσωματώνει στην πρότασή της όλες τις προηγούμενες παρεμβάσεις και περικοπές χωρίς να εξηγεί αναδρομικά τη στάση που είχε τότε. Δεν υπάρχουν πια δωσίλογοι που εκτελούν τις εντολές των κακών ξένων που ζηλεύουν τις υψηλές ελληνικές συντάξεις, αλλά δημογραφικά, αναλογιστικά, μακροοικονομικά και δημοσιονομικά δεδομένα που ανάγονται σε διεθνή συγκριτικά στοιχεία. Αυτά επικαλείται τώρα ως κυβέρνηση μια ομάδα ανθρώπων που απέρριπτε μετά βδελυγμίας τα ίδια επιχειρήματα ως αντιπολίτευση. Τώρα η κυβέρνηση ανακαλύπτει τα διαρθρωτικά προβλήματα του ελληνικού ασφαλιστικού ζητήματος: το δημογραφικό πρόβλημα, το μέγεθος της αδήλωτης εργασίας και της εισφοροδιαφυγής, την ανάμιξη ασφαλιστικών και προνοιακών παροχών που πρέπει να επιβαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισμό και όχι το κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα . «Καιρός του σπείρειν και καιρός του θερίζειν» όπως λέει ο Εκκλησιαστής και μας θυμίζει ο Γ . Σεφέρης.

Η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι οι μειώσεις που θα επέφερε η πλήρης εφαρμογή του ν. 3863/2010 στον όποιον αντιτάχθηκε με πάθος θα ήσαν μεγαλύτερες, αλλά δεν λέει γιατί μπαίνει στον κόπο να αναλάβει το κόστος ενός νέου νόμου όταν θα μπορούσε απλώς να εφαρμόσει ένα νόμο ψηφισμένο από τους «άλλους», τους «παλιούς», τους «προσκυνημένους». Η απάντηση είναι απλή: Γιατί η τωρινή παρέμβαση επιφέρει μεγαλύτερες μειώσεις συντάξεων και μεγαλύτερη μείωση της δημόσιας και της εθνικής δαπάνης για συντάξεις από αυτήν του ν. 3863/2010. Έχουν δοθεί στη δημοσιότητα πολλά αριθμητικά παραδείγματα ως απάντηση στα προπαγανδιστικά non papers της κυβέρνησης.

Β. Γιατί είναι πάντα υψηλή η συνολική δαπάνη για συντάξεις ;

Είναι βεβαίως γεγονός ότι παρά τις περικοπές που προηγήθηκαν η συνολική εθνική δαπάνη για συντάξεις ως ποσοστό του ΑΕΠ εξακολουθεί να είναι η υψηλότερη στην Ε.Ε. και να κινείται σε επίπεδα πολύ υψηλότερα του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Αυτό συμβαίνει γιατί αυξήθηκε τα τελευταία χρόνια ο αριθμός των συνταξιούχων ενώ μειώθηκε το ΑΕΠ. Μόνο που και σε απόλυτους αριθμούς η συνολική δαπάνη για συντάξεις ήταν 29,4 δις ευρώ το 2014, έναντι 30,9 δις το 2010 και 29,7 δις το 2008. Οι δε περικοπές συντάξεων της περιόδου 2010-2013 – όπως έχει δείξει ο Γ. Στρατόπουλος με τις εύστοχες αναλύσεις του – στην πραγματικότητα αφορούν τις αυξήσεις της περιόδου 2007-2009 δηλαδή μιας περιόδου κατά την οποία η χώρα βρισκόταν ήδη σε ύφεση χωρίς να το έχει συνειδητοποιήσει.

Γ. Τα κυβερνητικά ψεύδη ως προς τη σχέση ασφαλιστικού και δημόσιου χρέους

Η κυβέρνηση προωθεί το σχέδιο της για το ασφαλιστικό λέγοντας ότι αυτό συνιστά προϋπόθεση προκειμένου μετά να συζητηθεί με τους εταίρους και δανειστές η περαιτέρω μείωση του ελληνικού δημοσίου χρέους. Μείωση σε παρούσα αξία. Όχι με κούρεμα στην ονομαστική αξία γιατί αυτό αποκλείεται ρητά με τη συμφωνία της 12.7.2015 και το τρίτο μνημόνιο. Άρα αυτό που περιμένει η κυβέρνηση είναι αυτό που έχει ήδη συμφωνηθεί το 2012 και τώρα πρέπει να επιβεβαιωθεί: παράταση της περιόδου χάριτος, επέκταση του χρόνου αποπληρωμής, εξομάλυνση των χρεολυσίων και σταθεροποίηση των κυμαινόμενων επιτοκίων στα τρέχοντα χαμηλά επίπεδα τους. Μας λέει συνεπώς η κυβέρνηση ότι στόχος της είναι να κινηθεί στο πλαίσιο της μεγάλης αναδιάρθρωσης που έγινε στο χρέος το 2012 και είχε δυο πυλώνες: το μεγάλο ονομαστικό κούρεμα 100 περίπου δις χρέους ( 50% του τότε ΑΕΠ) μέσω του PSI και τη ριζική μείωση της παρούσας αξίας του χρέους λόγω εξαιρετικά ευνοϊκών όρων δανεισμού από το EFSF/ ESM που συνιστά ένα μεγάλο OSI ( official sector involvement ) το οποίο υπολογίζεται από τον ESM σε άλλο ένα 50 % του ελληνικού ΑΕΠ του 2013. Τώρα η κυβέρνηση ξέχασε τι έλεγε για το χρέος και γλύφει εκεί που έφτυνε.

Χωρίς PSI και αναδιάρθρωση του χρέους το 2012 δεν θα υπήρχαν καν ταμεία, γιατί δεν θα υπήρχε ελληνική οικονομία.
Παρόλα αυτά, με το παλιό δημαγωγικό της θράσος, εξακολουθεί να λέει ότι το PSI έβλαψε δήθεν τα ασφαλιστικά ταμεία αφαιρώντας τους 13 δις ευρώ από τα αποθεματικά τους. Πάλι καλά. Μέχρι πριν λίγες εβδομάδες ο κ. Τσίπρας έλεγε πως αφαιρέθηκαν 25 δις. Αναρωτιέμαι αν αυτά τα περί PSI και ταμείων θα τα πει η κυβέρνηση στους εταίρους και δανειστές όταν αρχίσει η συζήτηση περί χρέους. Αν θα τους πει ότι το PSI έβλαψε τα ταμεία. Έφτασε ευτυχώς η ώρα όπου όλα θα πάρουν τα κανονικά τους μεγέθη. Το δημόσιο χρέος κάθε χώρας υπολογίζεται σε επίπεδο γενικής κυβέρνησης. Στη σχέση κράτους ( κεντρικής κυβέρνησης ) και ταμείων που ανήκουν στη γενική κυβέρνηση, το PSI λειτούργησε συμψηφιστικά για λόγους καθαρά νομικούς. Το κράτος το 2012 διέγραψε λογιστικά χρέος προς τα ταμεία ύψους 13 δις. Από το 2009 έως το 2015 το κράτος έδωσε όμως στα ταμεία 106 δις. Παράλληλα τα ταμεία που διαχειρίστηκαν σωστά το χαρτοφυλάκιο τους, όπως το ΙΚΑ, δεν έχασαν τίποτα ούτε ονομαστικά από το PSI. Η επανάληψη του χυδαίου ψεύδους περί PSI και ταμείων από την κυβέρνηση ακόμη και τώρα δείχνει τον κυνισμό της. Την απουσία κάθε ηθικοπολιτικού ερείσματος στα όσα λέει για τη στάση της αντιπολίτευσης. Χωρίς PSI και αναδιάρθρωση του χρέους το 2012 δεν θα υπήρχαν καν ταμεία, γιατί δεν θα υπήρχε ελληνική οικονομία.

Δ. Τα προβλήματα του κυβερνητικού σχεδίου

Πέραν όμως όλων αυτών το σχέδιο της κυβέρνησης (θα δούμε την τελική συμφωνία με την τρόικα που διαφαίνεται χειρότερη) πάσχει από τεράστια προβλήματα επί της ουσίας:

Εν έτει 2016 και με τόσες διεθνείς εμπειρίες η κυβέρνηση προωθεί ένα ασφαλιστικό νομοθέτημα που δεν ανοίγει καν τη συζήτηση για τον τρίτο πυλώνα, αυτόν των επαγγελματικών ταμείων ως πρόσθετο μηχανισμό ασφάλισης και συμπλήρωσης της σύνταξης, δηλαδή του ποσοστού αναπλήρωσης που μειώνεται δραστικά στους πυλώνες της κύριας και της επικουρικής σύνταξης.
Το κυβερνητικό σχέδιο δεν προβλέπει τίποτα για τη σύνδεση ασφαλιστικού και φορολογικού συστήματος με την έννοια τουλάχιστον της ευνοϊκότερης μεταχείρισης των επιχειρήσεων έντασης εργασίας σε σχέση με την κερδοφορία των επιχειρήσεων έντασης κεφαλαίου.
Το κυβερνητικό σχέδιο δεν λαμβάνει υπόψη τα πορίσματα της νομολογίας του ΣτΕ και του ΕΣ της τελευταίας πενταετίας. Νομολογία που υποδέχθηκαν με αντιμνημονιακές ιαχές τα σημερινά κυβερνητικά στελέχη. Η νομολογία απαιτεί πλήρη οικονομική αιτιολογία κάθε νόμου συνταξιοδοτικού και κοινωνικοασφαλιστικού που μειώνει συντάξεις. Η νομολογία απαιτεί να προηγείται μελέτη που να τεκμηριώνει ότι η νομοθετική περικοπή των συντάξεων:
  • είναι αναγκαία και πρόσφορη
  • είναι η ηπιότερη δυνατή
  • διασφαλίζει αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης του συνταξιούχου σε σχέση με το επίπεδο ζωής του ως εργαζομένου

Μόνο η αντιμετώπιση των περικοπών των συντάξεων των ίδιων των δικαστικών λειτουργών σε σχέση με τις εν ενέργεια αποδοχές τους αρκεί για να φανούν τα δικαστικά εμπόδια στα οποία θα προσκρούσει η νέα νομοθετική παρέμβαση.
Το κυβερνητικό σχέδιο παραβιάζει προδήλως την αρχή της αναλογικής ισότητας.
Το κυβερνητικό σχέδιο παραβιάζει προδήλως την αρχή της αναλογικής ισότητας. Αυτό συμβαίνει γιατί από ένα σημείο και μετά οι αποδοχές δεν επιβαρύνονται με εισφορές και γιατί από ένα σημείο και μετά οι επιπλέον εισφορές δεν οδηγούν σε επιπλέον παροχές. Παραλλήλως δεν προβλέπεται η λύση των επαγγελματικών ταμείων ή ακόμη και της ιδιωτικής ασφάλισης τουλάχιστον για το τμήμα των αποδοχών που είναι «αδιάφορο» για το δημόσιο ασφαλιστικό σύστημα.

Ένα σύστημα όμως που δεν ενθαρρύνει την αύξηση των αποδοχών και των εισφορών, αυτοϋπονομεύεται. Πριμοδοτεί την εισφοροδιαφυγή, αλλά και την αδήλωτη εργασία ή την ύπαρξη αδήλωτου τμήματος των αποδοχών. Όταν ένας ασφαλισμένος με είκοσι χρόνια ασφαλιστικού βίου σε σαράντα χρόνια εργασιακού βίου δεν έχει κίνητρο να εξισώσει τα χρόνια ασφάλισης και τα χρόνια εργασίας, το σύστημα λειτουργεί αντιαναπτυξιακά και ακυρώνει τον αναδιανεμητικό του χαρακτήρα. Η πλειονότητα των σημερινών χαμηλοσυνταξιούχων έχει μικρό ασφαλιστικό βίο ( συνήθως μόνο 15 χρόνια) σε μια διάρκεια ζωής που κανονικά σημαίνει πολύ μεγαλύτερο ( 35 με 40 χρόνια) εργασιακό ( αλλά ανασφάλιστο) βίο.
Ένα σύστημα που δεν ενθαρρύνει την αύξηση των αποδοχών και των εισφορών, αυτοϋπονομεύεται.
Ενώ εδώ και εικοσιπέντε χρόνια το ελληνικό κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα βασίζεται σταθερά στη διάκριση των ασφαλισμένων σε αυτούς που εντάχθηκαν στο σύστημα πριν και μετά το 1993, τώρα η διάκριση αυτή αντικαθίσταται από τη διάκριση των ήδη συνταξιούχων που υπάγονται στο καθεστώς της σταδιακά μειούμενης προσωπικής διαφοράς που διατηρείται μέχρι το 2018 και τους νέους συνταξιούχους, ανεξαρτήτως χρόνου ασφάλισης και τυχόν θεμελίωσης δικαιωμάτων.

Η επικουρική ασφάλιση αφήνεται στη νομική αβεβαιότητα υπουργικών αποφάσεων που θα ρυθμίσουν τα θεμελιώδη στοιχεία της κατά παράβαση και του άρθρου 43 του Συντάγματος περί νομοθετικών εξουσιοδοτήσεων. Δεν αναφέρομαι δε καν σε ορισμένα ιδιόρρυθμα, ως προς το νομικό τους χαρακτήρα, ταμεία που συλλήβδην θεωρούνται επικουρικά, ενώ υπάρχουν σοβαρά ζητήματα σχετικά με τη συλλογική τους αυτονομία και την προστασία της περιουσίας τους. Ζητήματα που θα μπορούσαν να αντιμετωπισθούν μέσα από τον πυλώνα της επαγγελματικής ασφάλισης.

Η αύξηση των εισφορών και το ζήτημα του μη μισθολογικού κόστους εργασίας για τις επιχειρήσεις, αλλά και του τελικά διαθέσιμου εισοδήματος για τους μισθωτούς, τους αυτοαπασχολούμενους και αγρότες δεν τίθεται σε κανένα οικονομικό πλαίσιο πλην του στενά ταμειακού: πόσα έσοδα μπορεί να φέρει στα ταμεία η αύξηση των εισφορών και για εργοδότες και για μισθωτούς και για αυτοαπασχολούμενους. Η αύξηση όμως των εργοδοτικών εισφορών μετά τις μειώσεις που με μεγάλο κόπο έγιναν το 2013-14 λειτουργεί εχθρικά για τους ανέργους. Η αύξηση των εισφορών των εργαζομένων ( έχει ήδη αυξηθεί η εισφορά στον κλάδο υγείας) μειώνει το διαθέσιμο εισόδημα. Η δε συνολική επιβάρυνση, ασφαλιστική και φορολογική, του εισοδήματος των αυτοαπασχολούμενων, ελεύθερων επαγγελματιών αλλά και των αγροτών προσλαμβάνει χαρακτηριστικά ιδεοληπτικά.

Η κυβέρνηση θεωρεί ότι επιτελεί το επικοινωνιακό της καθήκον, εάν δεν μειωθούν ονομαστικά μέχρι το 2018 οι κύριες συντάξεις των σημερινών συνταξιούχων. Όμως αυτό είναι πρόσχημα. Δεν συνιστά σύστημα αρχών για τη συγκρότηση ενός πραγματικού κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος βασισμένου στην ύπαρξη εθνικής σύνταξης, κύριας αναλογικής σύνταξης και επικουρικής όχι αναλογικής αλλά «αναλόγως των δυνατοτήτων» της οικονομίας (μια που η συκοφαντημένη ρήτρα μηδενικού ελλείμματος όχι μόνο δεν καταργείται αλλά μετατρέπεται πλέον σε ρήτρα βιωσιμότητας του κλάδου επικουρικής ασφάλισης ή μάλλον σε ρήτρα «δυνατοτήτων της οικονομίας»).

Ούτε νοερή κεφαλαιοποίηση υπάρχει ούτε τίποτα άλλο πραγματικά καινοτομικό. Κατά μείζονα λόγο δεν υπάρχουν σοβαρές προβλέψεις για χρηματοδότηση του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος με πόρους ( θεμιτούς κατά το ευρωπαϊκό δίκαιο) εκτός του συστήματος, όπως τα έσοδα από την αξιοποίηση φυσικού πλούτου ή της περιουσίας της γενικής κυβέρνησης που είναι αναλογικά κοινή περιουσία δημοσίου και ασφαλιστικών ταμείων.

Ε. Οι βασικές πτυχές μιας ολοκληρωμένης πρότασης για το ασφαλιστικό

Μια ολοκληρωμένη και σοβαρή παρέμβαση στο ασφαλιστικό σύστημα πρέπει όμως και μπορεί να δίνει απάντηση σε όλες τις παραπάνω πτυχές :

Τα επαγγελματικά ταμεία ως τρίτο πυλώνα που μπορεί να συμπληρώνει τα ποσοστά αναπλήρωσης που προκύπτουν αθροιστικά από την κυρία και την επικουρική ασφάλιση.
Τον σεβασμό της αναλογικής ισότητας και άρα της σχέσης αποδοχών – εισφορών – παροχών που προστατεύει ουσιαστικά τον αναδιανεμητικό χαρακτήρα του συστήματος.
Η ισοπέδωση των συνταξιούχων σε ένα αναγκαστικό «σοσιαλισμό» της τρίτης ηλικίας με χαμηλές ή μικρομεσαίες συντάξεις θα οδηγήσει σε αδιέξοδο όλο το σύστημα επαναπροσδιορίζοντας τις συμπεριφορές της κοινωνίας.
Τα κίνητρα αποθάρρυνσης της αδήλωτης εργασίας ή της απόκρυψης του τμήματος των αποδοχών που δεν θα είναι πλέον ασφαλιστικά κρίσιμο και όχι μόνο της μη καταβολής βεβαιωμένων εισφορών. Η ισοπέδωση των συνταξιούχων σε ένα αναγκαστικό «σοσιαλισμό» της τρίτης ηλικίας με χαμηλές ή μικρομεσαίες συντάξεις ανεξαρτήτως του επιπέδου των αποδοχών ή των εισοδημάτων τους όσο ήσαν εν ενέργεια και ανεξαρτήτως του συνολικού ύψους των εισφορών τους, θα οδηγήσει σε αδιέξοδο όλο το σύστημα επαναπροσδιορίζοντας τις συμπεριφορές της κοινωνίας.
Την αξιοποίηση της σύνδεσης φορολογικής και ασφαλιστικής μεταχείρισης των επιχειρήσεων έντασης εργασίας και έντασης κεφαλαίου με φορολογικά κίνητρα για τη πρώτη κατηγορία.
Τους πρόσθετους πόρους του συστήματος πέραν των εισφορών, όχι με την επάνοδο του λεγόμενου κοινωνικού πόρου αλλά μέσω της περιουσίας της γενικής κυβέρνησης στην οποία ανήκει και το δημόσιο κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα.
Τη μέριμνα να μη αυξηθεί το μη μισθολογικό κόστος εργασίας σε βάρος της προοπτικής δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας και να μη μειωθεί δραστικά το διαθέσιμο εισόδημα μισθωτών, αυτοαπασχολούμενων και αγροτών.
Μόνο με τον τρόπο αυτό διασφαλίζονται πραγματικά οι συντάξεις και η προοπτική τους και όχι με την προσωρινή και μειούμενη «προσωπική διαφορά» των σημερινών κύριων συντάξεων.

ΣΤ. Οι καλοπροαίρετες προσκλήσεις προς την αντιπολίτευση για συναίνεση

Υπάρχουν παρόλα αυτά καλοπροαίρετες φωνές που λένε ότι κάποια σκληρή παρέμβαση θα γινόταν, ούτως ή άλλως, στο ασφαλιστικό. Έτυχε το βάρος στη σημερινή κυβέρνηση, λένε. Το νομοσχέδιο όταν συμφωνηθεί με τους εταίρους και δανειστές δεν μπορεί να καταψηφιστεί. Η χώρα δεν αντέχει ούτε κρίση με τους δανειστές ούτε κρίση κυβερνητική και νέες εκλογές, λένε. Άρα η αντιπολίτευση πρέπει να ψηφίσει ή έστω να είναι έτοιμη να ψηφίσει αν υπάρξει οπωσδήποτε διαταραχή στην κυβερνητική πλειοψηφία, όπως με εθνική υπευθυνότητα έκανε και τον Ιούλιο – Αύγουστο με το τρίτο μνημόνιο, λένε.

Η χώρα δεν χρειάζεται οποιαδήποτε παρέμβαση στο ασφαλιστικό αλλά μια δίκαιη κοινωνικά, διορατική αναπτυξιακά και αποτελεσματική δημοσιονομικά μεταρρύθμιση.
Η χώρα δεν χρειάζεται όμως οποιαδήποτε παρέμβαση στο ασφαλιστικό αλλά μια δίκαιη κοινωνικά, διορατική αναπτυξιακά και αποτελεσματική δημοσιονομικά μεταρρύθμιση. Μια μεταρρύθμιση τεκμηριωμένη, που δεν θα οδηγήσει σε αλυσίδα δικαστικών αμφισβητήσεων. Μια μεταρρύθμιση σωστά επεξεργασμένη σε συνεργασία με την τρόικα που να μπορεί να τοποθετηθεί σε ένα αισιόδοξο μακροοικονομικό πλαίσιο και να πείσει τους κοινωνικούς εταίρους χωρίς τη σύμπραξη των οποίων δεν υπάρχει προοπτική κινητοποίησης των δημιουργικών δυνάμεων της παραγωγής και της κοινωνίας με στόχο την ανασυγκρότηση της χώρας.

Δεν θα αναφερθώ σε ηθικοπολιτικά ζητήματα σχετικά με το τι έγινε στη χώρα τα προηγούμενα έξι χρόνια και το τι έλεγε και έκανε κάθε κόμμα και κάθε πρόσωπο. Ούτε στην ανάγκη παραδοχής της αλήθειας και εγκατάλειψης των δημαγωγικών αντιμνημονιακών στερεοτύπων και των αριθμητικών έστω ψευδών.

Η κυβέρνηση μας λέει ότι νιώθει κοινοβουλευτικά ασφαλής και επαρκής. Καταγγέλλει κάθε ιδέα ευρύτερης κυβέρνησης συνεργασίας με τη συμμετοχή όλων των δημοκρατικών φιλοευρωπαικών δυνάμεων. Χαρακτηρίζει τελικά αστείο ακόμη και το σενάριο με επίκεντρο την Ένωση Κεντρώων που η ίδια η κυβέρνηση τροφοδότησε. Ο κ. Τσίπρας θέλει τελικά μόνο πρόθυμα πρόσωπα του «σοσιαλδημοκρατικού» χώρου που θα προσχωρήσουν στην ομάδα του και θα τον βοηθήσουν στις δημόσιες σχέσεις του με Ευρωπαίους σοσιαλιστές και δημοκράτες.

Αν η κυβέρνηση δεν έχει πλειοψηφία για το ασφαλιστικό δεν χρειάζεται τη συναίνεση της αντιπολίτευσης, αλλά μια διαφορετική κυβερνητική πλειοψηφία που σημαίνει άλλη κυβέρνηση. Αυτή θα έχει και την ευθύνη του δικού της σχεδίου περί ασφαλιστικού.
Άρα προς τι η πολιτική ανησυχία για το ασφαλιστικό; Η κοινοβουλευτικά «επαρκής και ασφαλής» κυβέρνηση μπορεί να καταστήσει το προϊόν της αποκλειστικά δικής της επεξεργασίας και διαπραγμάτευσης με την τρόικα, νόμο του κράτους. Αν δεν έχει τη δυνατότητα αυτή και λέει ανακρίβειες, το ζήτημα δεν είναι η συναίνεση της αντιπολίτευσης αλλά η διαμόρφωση άλλης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και άλλης κυβέρνησης με προγραμματικό πλαίσιο και θεσμικές εγγυήσεις. Αυτή θα έχει και την ευθύνη του δικού της σχεδίου περί ασφαλιστικού που θα το διαμορφώσει με την αναγκαία ταχύτητα αλλά και πληρότητα.

Όποιος νομίζει ότι θα κυβερνά το σχήμα Τσίπρα – Καμμένου και θα ψηφίζει στα δύσκολα η δημοκρατική αντιπολίτευση ώστε οι δυο κυβερνητικοί συνεταίροι να απευθύνονται άνετοι στα εκατέρωθεν ακραία ακροατήρια τους άλλοτε για την ιθαγένεια και το σύμφωνο συμβίωσης και άλλοτε για το ασφαλιστικό, κάνει λάθος και υποτιμά την επιβάρυνση που προκαλεί στον τόπο η παρούσα κυβέρνηση.

Όποιοι νομίζουν ότι η κυβέρνηση πρέπει να βοηθηθεί να λύσει δύσκολα προβλήματα με αναλογικά μικρές κοινωνικές αντιδράσεις γιατί το «αριστερό» της παρελθόν, η διείσδυση της στην αντιμνημονιακή δεξιά, η αμφιθυμία και οι αντιφάσεις της μαζί με τον κυνισμό της παραπλανούν ένα μέρος της κοινής γνώμης, δεν υπολογίζουν σωστά τα προβλήματα που δημιουργεί αντί να λύνει η κυβέρνηση. Δεν κατανοούν ότι ήδη χάθηκε και εξακολουθεί να χάνεται πολύτιμος χρόνος που μεταφράζεται σε μεγάλο δημοσιονομικό, αναπτυξιακό, θεσμικό και αισθητικό κόστος για τη χώρα».

 

 

To άρθρο δημοσιεύτηκε στο e-kyklos

LinkedIn