Κυριακή 4 Δεκέμβριος 2016 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

O Καραγκιόζης και τα μνημόνια

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Του Χρήστου ΓκίμτσαΓΚΜΙΤΣΑΣ

(Έργο αντιστασιακό και πατριωτικό  σε μία σκηνή και μία πράξη)
Παίζουν οι λαϊκοί  ήρωες:Καραγκιόζης (ΚΑΡ), Χατζιαβάτης (ΧΑΤΖ),Κολλητήρι (ΚΟΛ), Μπάρμπα-Γιώργος (Μ.Γ.)

Δεξιά  το Σαράι του Πασά αριστερά η καλύβα  του Καραγκιόζη.

Εμφανίζεται στην σκηνή ο ΧΑΤΖ. φωνάζων:
ΧΑΤΖ: Καραγκιόζη, Καραγκιόζη, που είσαι βρε και σε ψάχνω;

(Ακούγεται η φωνή του Κολλητηριού που είναι κρυμμένο πάνω στα κεραμίδια της παράγκας).

ΚΟΛ: Μπαμπάκο, εχθρός. Να του ρίξω μία με την σφεντόνα ανάμεσα στα μάτια;

ΚΑΡ: (Μέσα από την καλύβα). Περίμενε, βρε άτιμο, να πλησιάσει και να κάνω αναγνώριση.

(Ο ΧΑΤΖ πλησιάζει την καλύβα)

ΧΑΤΖ: Που είσαι, βρε Καραγκιόζη, βγες να σε δω λιγάκι.

(Ο ΚΑΡ βγαίνει σιγά -σιγά κρατώντας τουφέκι)

ΚΑΡ: Αλτ τις ει;

ΧΑΤ: Εγώ είμαι βρε, δεν με γνωρίζεις; Ο Χατζιαβάτης.

ΚΑΡ: Πες το σύνθημα.

ΧΑΤ: Ποιο σύνθημα και χαζομάρες… Δεν με γνωρίζεις, βρε λιγούρη, Εγώ ο Χατζιαβάτης, σου λέω.

ΚΑΡ: Δεν είναι το σύνθημα «ο λιγούρης». Πες το σωστό γιατί  σου την άναψα.

ΚΟΛ: (Από τα κεραμίδια). Μπαμπάκο,  μην τον λυπάσαι, ρίξτου  και  γω θα ψάξω τις τσέπες για καμιά  καραμέλα, τίποτα  πασατέμπο, κανένα γρόσι.

ΚΑΡ: (Επαναλαμβάνει): Αλτ, τις  ει; Μήπως είσαι εφοριακός, αστυνομικός, δικαστικός κλητήρας, ταχυδρόμος, φως, νερό, τηλέφωνο, ο Βαρουφάκης , ο Τσακαλώτος, ο Παπαντρέου ο Σαμαράς, ο Τσίπρας;

ΧΑΤΖ: Τι είναι αυτά που βλέπω και ακούω βρω αχαΐρευτε. Εγώ είμαι ο Χατζιαβάτης. Δεν με γνωρίζεις;
(ο ΚΑΡ. που κοιτούσε με τα κιάλια, αναγνωρίζει επιτέλους τον ΧΑΤΖ.)

ΚΑΡ: Χατζατζάρη, μόλις την γλύτωσες, θα σου την άναβα. Είχες μπει στην επικίνδυνη ζώνη. Πάλι καλά που δεν πάτησες καμιά από τις νάρκες που έβαλα γύρω από την παράγκα.

ΧΑΤΖ: Γιατί τα κάνεις όλα αυτά βρε ματάκια μου; Τι όπλα βλέπω και για ποιες νάρκες ακούω;

(Καθώς ο Χατζιαβάτης πλησιάζει, ο Καραγκιόζης απλώνει το χέρι του και του ρίχνει μία σφαλιάρα)

ΚΑΡ: Να, για να μάθεις να μην  μας τρομάζεις οικογενειακώς.

ΧΑΤ: Τι με δέρνεις βρε, που κακό χρόνο  νάχεις; Αλλά φταίω εγώ που σου χτυπάω την πόρτα και σου λέω μια καλημέρα, που πέρασα να σου πω  χρόνια πολλά και ευτυχισμένος ο καινούργιος χρόνος και με υγεία.

ΚΑΡ: Ούτε καλημέρα θέλω, ούτε καληνύχτα, ούτε χρόνια πολλά, ούτε ευχές, ούτε χτυπήματα στην πόρτα.

ΧΑΤ: Γιατί βρέ, τι έπαθες και αμπαρώθηκες έτσι, λες και είσαι στο Σούλι;

ΚΑΡ: Τι θες να κάνω, βρε μαλαγάνα; Εδώ μας ξελίγωσαν στην σφαλιάρα.  Κάθε μέρα περνάνε δυο, τρεις και δώστου να μου ζητούν  φόρους πάνω στους φόρους.  Άστα σου λέω. Και με την καινούργια χρονιά προβλέπω  να μου παίρνουν  και το σώβρακο και θα τρομάξει ο κόσμος απ’ αυτά που θα  δει.

ΧΑΤΖ: Βρε αθεόφοβε, εσύ δεν έχεις ούτε σπίτια ούτε ηλεκτρικό, ούτε νερό, ούτε αυτοκίνητο. Τίποτα δεν έχεις, τι φόρους να σου βάλουν;

ΚΑΡ: Με προσβάλεις Χατζατζάρη και θα σε ξαναδείρω. Η καλύβα δεν είναι ακίνητο; Φαπ στο σβέρκο ένα  ΕΜΦΙΑ…  Το κοτέτσι που έχω πίσω από την παράγκα, τι είναι; δεν είναι ακίνητο; Άλλη ΕΜΦΙΑ  αυτό. Ύστερα οι κακούργοι που ψηφίσαμε, που κακό ψόφο νάχουν, σκέφτονται να φορολογήσουν  την γκαζόλαμπα, το κερί και το βροχόνερο που μαζεύει η Αγλαΐα από τα κεραμίδια για την μπουγάδα.  Άστα σου λέω.

ΧΑΤ: Αλήθεια βρε ασχημομούρη, έβαλαν και σε εσένα τον φουκαρά τόσους φόρους; Τι μου λες…

ΚΑΡ: Τι; Ψέματα; Γι’ αυτό έβαλα σκοπιά το Κολλητήρι, έβαλα νάρκες γύρω από την παράγκα, έπιασα το τουφέκι και όποιον πάρει ο χάρος. Δεν τους αντέχω άλλο τους φοροεισπράκτορες.

ΧΑΤ: Σα να έχεις  δίκαιο, βρε ματάκια μου. Να δείς και μένα πόσα γρόσια μου ζητάνε. Ένα σπιτάκι έχω και κοντεύουν να μου πάρουν μέχρι και τα σοβατίσματα.  Και εκείνο το χωραφάκι που μου άφησε ο μακαρίτης ο πατέρας μου στο χωριό, μου το φορολόγησαν λες και είναι η πλατεία Συντάγματος. Άσε που η μανούλα μου κοντεύει να χάσει μία ψωροσύνταξη που  παίρνει.

(Εκείνη την στιγμή ακούγεται ένα βλάχικο τραγούδι):

«Είνι τα χέρια σ΄ άσπρα σαν του γάλα

μα δεν  μ’ αφίνς να  στα χαϊδέψου μια  στάλα»

(Εμφανίζεται στην σκηνή ο Μπάρμπα-Γιώργος)

ΚΑΡ: Καλώς τον βλάχο. Στα κέφια σε βλέπω.

Μ.Γ.: Ουρε ανιψούδι, ισένα ψάχνου που είσι γραμματισμένου. Για τήρα τούτα τα χαρτιά που μι στείλαν απου του Σαράι κι πέσμι τι λεν.

(Γυρίζει προς τον  Χατζιαβάτη και του λέει):

Μ.Γ: Τήρα κι σύ πιδάκι μ’, γιατί τούτου του ζαγάρι ούλο  χνέρια  μι κάνει. Μπουρεί άλλα να διαβάζει κι άλλα να μι λέει κι να μι γιλάσει.

(Ο Καραγκιόζης  παίρνει τα χαρτιά και τα διαβάζει)

ΚΑΡ: Βρε μπάρμπα, τι  είναι  αυτά εδώ όλα;  Εχεις εσύ τόσα χρέη; Εδώ λέει πως χρωστάς ακόμα και το φέσι που φοράς.

Μ.Γ: Δεν είπα ιγώ ότι θα μι κοροϊδέψει;

(Σηκώνει το χέρι και ρίχνει μια σφαλιάρα στον  Καραγκιόζη.)

Μ.Γ: Να για να μαθς’.

ΚΑΡ: Μην βαράς ρε  βλάχο, αλήθεια λέω. Πώς να σου το πω, είναι  τα χρέη  από τους οι νέους νόμους, τα χαράτσια και τα μνημόνια.

Μ.Γ: Για εξηγείς’ καλύτερα ουρέ  σακατιμένου, για τι μνημόσυνα μι λές;

ΚΑΡ: Να: Ενας φόρος για το μαντρί, ένας φόρος για το κοπάδι και  ένας φόρος για το λιβάδι  που βόσκουν τα ζωντανά. Να και  ένας φόρος για το γάλα, το τυρί και το γιαούρτι.

(Κατ’ ιδίαν: Ε, ρε, και νάχαμε λίγο απ’ αυτά!).

Να ακόμα  ένας φόρος πολυτελείας για το γαϊδούρι…

Μ.Γ: Τι λες ουρέ. ΚΙ αν δεν πάου να τα πληρώσου στουν βεζίρη όλα αυτά που μι λές, τι θα πάθου ουρέ  ανιψούδι;

ΚΑΡ: Θα σου πάρουν τα γρόσια που έχεις κάτω από το στρώμα, την στάνη, ακόμα και  την γίδα την κατσικογέννα, για να εξοφλήσεις.

Μ.Γ: Τι μι λες ουρέ. Τώρα θα δεις τι θα πάθουν οι λουμπουδίτες που θα μι πάρουν την γίδα την κατσικογέννα που είνι το καμάρι σι όλη την Πίνδου. Θα τσι φάου τη σπλήνα!

(Αρχίζει να απομακρύνεται   κουνώντας στο αέρα  την γκλίτσα. Απομένουν στην σκηνή ο Καραγκιόζης και ο  Χατζιαβάτης)

ΚΑΡ: Είδες Χατζατζάρη; Ο  βλάχος αγρίεψε και πάει να τους κάνει  τουλούμι στο ξύλο. Εμείς τι καθόμαστε;

ΧΑΤΖ: Και τι θέλεις να κάνουμε που κακόχρονο νάχεις;

ΚΑΡ: Δεν πάμε και εμείς μαζί του; Όσο ξύλο μας  δώσουν,  τόσο θα φάμε. Στο κάτω – κάτω  της γραφής να καταλάβουν ότι τους πήραμε χαμπάρι. Πως ξέρουμε ότι μας κλέβουν και μας δουλεύουν και ότι δεν θα  είμαστε συνέχεια τα κορόιδα.

ΧΑΤΖ: ( Μετά από λίγη σκέψη). Άντε, βρε καμπούρη, πάμε. Ξέρω ότι θα φάμε πάλι ξύλο,  αλλά που θα πάει, δεν θα προλάβω να δώσω και γω καμία  ανάποδη; Θα προλάβω.

(Φωνάζει:)

ΧΑΤ: Μπάρμα –Γιώργο, περίμενε, ερχόμαστε και εμείς . Να τους πούμε  όλοι μαζί τα κάλαντα

(Φεύγουν ακολουθώντας τον  Μπάρμπα –Γιώργο, και από πίσω τους τρέχει και το κολλητήρι κρατώντας την σφεντόνα.)
ΚΟΛ:  Ωρέ μανούλα μου, γλέντι που έχει να γίνει! Ο βλάχος θα μας  κεράσει σπλήνα!

 

Ο Χρήστος Γκίμτσας είναι γιατρός και συγγραφέας.

[email protected]   facebook: Χρήστος Γκίμτσας

LinkedIn