Γιατί δεν «πετάει» ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ απέναντι σε μια κυβέρνηση που σέρνεται: Το «Αυγό του Κολόμβου», η δημοκρατία των δημοσκόπων και οι έξωθεν παρεμβάσεις

Του Γ. Λακόπουλου


Το ακούει κανείς και στο τελευταίο καφενείο. «Με άλλη αντιπολίτευση, αυτή η κυβέρνηση θα είχε ήδη απέλθει». Ή στην εκδοχή: » με αυτή την κυβέρνηση η αντιπολίτευση έπρεπε να πετάει».

Ως αντιπολίτευση εν προκειμένω νοείται η μείζων. Δηλαδή ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ . Και κατά γενική  διαπίστωση, δεν πετάει.  

Έτσι φτάνουμε στο εξής: πλειοψηφία του πληθυσμού δεν θα ξαναδεί το «σύστημα Μητσοτάκη«, που την εξαπάτησε και ταυτόχρονα δεν παίρνει αποστάσεις από την ιδέα της επιστροφής Τσίπρα.

Οι λόγοι είναι εμφανείς και  ας δούμε μερικούς:

 Η πολιτική από τον ανταγωνιστικό χαρακτήρα της λειτουργεί με τη αρχιτεκτονική του εκκρεμούς ή της τραμπάλας.  Ειδικά στα  δικομματικά- ή έστω διπολικά -πολιτικά συστήματα. Για να φύγει ο ένας πρέπει να έρχεται άλλος.

Πρακτικά για να διώξουν οι πολίτες την κυβέρνηση Μητσοτάκη και το τσίρκο που ενσωματώσει,  πρέπει να έχουν καθαρό ποια ακριβώς κυβέρνηση έρχεται. 

Στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ ο μόνος είναι αποδεκτός είναι ο Αλέξης Τσίπρας.

Από εκεί και πέρα όταν αναζητούνται οι ενδεχόμενοι υπουργοί του και είτε δεν υπάρχουν, είτε αυτοί που διεκδικούν τους ρόλους δεν πείθουν, «δεν αρέσουν»  και σε κάποιες περιπτώσεις απωθούν. 

 Με αυτούς στο κάδρο ο Τσίπρας δεν θα κερδίσει εκλογές, ακόμη και αν περπατήσει επί των κυμάτων.

 Ακριβώς επειδή ακόμη δεν έχει εμφανίσει ούτε καν το είδος των στελεχών με τα οποία θα κυβερνήσει, πόσο μάλλον τα πρόσωπά τους, μένει καθηλωμένος.

Όχι δημοσκοπικά. Όποιος ξέρει πρόσωπα και πράγματα στην «πιάτσα» αντιλαμβάνεται τη διαφορά ανάμεσα στην αποτύπωση της συγκυρίας και τις αυτοεκπληρούμενες προφητείες.  

Στην κατάσταση που βρίσκονται σήμερα όλες οι εταιρείες, το κράτος είναι η σανίδα σωτηρίας τους.  

Τα υπόλοιπα ως ευκόλως εννοούμενα δεν παραλείπονται. Απλώς συνιστούν μια ακόμη δυσχέρεια για τον Τσίπρα. Γιατί υποδηλώνουν ότι ο πραγματικός αντίπαλός του δεν είναι ο Μητσοτάκης- τον «έχει για πρωινό». 

Είναι οι εξωτερικές παρεμβάσεις από μιντιακούς και οικονομικούς παράγοντες. Μετά τα διαλείμματα Καραμανλή και Τσίπρα χειραγωγούν εκ νέου την πολιτική ζωή. 

Πολιτική για τη χώρα και την κοινωνία

Τα τελευταία χρόνια η Γ΄ Ελληνική Δημοκρατία έχει εκφυλιστεί σε κληρονομική, σε δημοσκοπική και τηλεοπτική δημοκρατία. Αυτός είναι ο δεύτερος παράγοντας της «κακομεταχείρισης» του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ. 

Σε ό,τι αφορά την τηλεόραση αυτοκαταδικάσθηκε στο περιθώριο. Ενώ ως κυβέρνηση ορθά ρύθμισε το τηλεοπτικό τοπίο- για τον έλεγχο του οποίου έχασε την αναμέτρηση με τους «νταβατζήδες» ο Καραμανλής-  στην πράξη έκανε ό,τι μπορούσε εις βάρος του.

Δεν θεμελίωσε την ανεξαρτησία της ΕΡΤ, προσπάθησε να βρει μοίρα στον τηλεοπτικό ήλιο με τον Καλογρίτσα και άλλους χειρότερους και παρέδωσε τις συχνότητες σε όσους «έχουν γερό πορτοφόλι«, όπως έλεγε ο αρμόδιος υπουργός του.

Ωστόσο ο Τσίπρας ως ταλαντούχος πολιτικός σαν τον Ανδρέα Παπανδρέου θα είχε κατανικήσει αυτό το σύστημα, όπως έκανε και το 2015, αν είχε διαμορφώσει τρεις προϋποθέσεις:

Πρώτα η πολιτική. Είναι πάνω από όλα στην αναμέτρηση για τη διακυβέρνηση. Για να κερδίσεις στην κάλπη πρέπει να τεθείς επικεφαλής μιας πολιτικής για τη χώρα και την κοινωνία. Με αναγνωρίσιμο τρόπο. 

Π.χ. ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν επικεφαλής της «Αλλαγής», ο Σημίτης του «Εκσυγχρονισμού», ο Καραμανλής της «ανασυγκρότησης του κράτους και καταπολέμησής της διαφθοράς». Ο Τσίπρας το 2015 της «απομνημονιοποιησης».

Η «κωδική ονομασία» της σημερινής πολιτικής Τσίπρα ποια είναι; Η «δεύτερη φορά Αριστερά» του Τσακαλώτου, ή το «ξανάρθουμε και θα είναι αλλιώς» του Πολάκη;

Η δεύτερη προϋπόθεση είναι το κόμμα. Με διακριτή ιδεολογία, οργανωτικό ιστό, οργανώσεις βάσης,  λειτουργίες σύνδεσης με την κοινωνία. Αλλιώς πως: μετεξέλιξη.

Ποιος ακριβώς είναι το κόμμα του οποίου ηγείται σήμερα ο Τσίπρας; Ποιος είναι ο τίτλος του, τα ηγετικά όργανα, το καταστατικό του; Ο ευρών αμοιφθήσεται.

Τρίτο, αυτό που μας γυρίζει στην αρχή: τα πρόσωπα. Με ποιους θα κυβερνήσει; Ποιος θα διαδεχθεί ποιον αν κερδίσει τις εκλογές; 

 Ο ίδιος θα πάρει τη θέση του Μητσοτάκη. Μέσα. Ποιος θα πάρει τη θέση του Σταϊκούρα, του Δένδια, του Άδωνι, του Πλεύρη, της Μενδώνη, του Γεραπετρίτη και των άλλων των παιδιών του Νεομητσοτακισμού;

Προφανώς δεν χρειάζεται να δώσει ονόματα και διευθύνσεις. Οφείλει όμως να δώσει προδιαγραφές και προσόντα.  Και να μην οδηγούν σε κάποιους από τους προηγούμενους υπουργούς του. Ανανέωση λέγεται.

Πρακτικά σημαίνει: άλλη εποχή, άλλοι πρωταγωνιστές.  

Αλλά οι υπουργοί της ήττας είναι πάντα πρώτο τραπέζι πίστα. Ο άνθρωπος που κατέστρεψε τον Τσίπρα στην Αυτοδιοίκηση διορίστηκε κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του Τσίπρα.

Το κόμμα του 32% εκπροσωπείται στο μαζικό  χώρο- τα συνδικάτα και τις κοινωνικές οργανώσεις, από μειοψηφικές  φιγούρες. Παράδειγμα ο Δικηγορικός Σύλλογος της Αθήνας.

Οι προϋποθέσεις της νίκης

Χωρίς σύγχρονες και αποδεκτές προδιαγραφές ακροατήριο δεν υπάρχει. Μερικοί από τον ΣΥΡΙΖΑ ψάχνουν για κορόιδα. Να τους ψηφίσουν και αυτοι να κυβερνούν κατά βούληση. 

Ατύχησαν. Καθαρές κουβέντες, καθαρές σχέσεις: χωρίς τις προηγούμενες προϋποθέσεις ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ δεν μπορεί να χτυπήσει τις εκλογές. Είναι στο χέρι του Τσίπρα να τις δημιουργήσει. 

 Οι εν δυνάμει ψηφοφόροι του που τον πήγαν -μετακινούμενοι από το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου και του Σημίτη- από το 3% στο 36% τον  εκλιπαρούν να το κάνει. 

Δηλαδή του ζητούν να δώσει απάντηση στο εσωτερικό αυγό του Κολόμβου, σε ό,τι αφορά την κυβερνώσα υπόσταση του κόμματος: ο ΣΥΡΙΖΑ γέννησε τον Τσίπρα ή ο Τσίπρας τον ΣΥΡΙΖΑ; Για πόσο ακόμη; 

ΥΓ: Κάποιοι σχολίασαν ότι η χθεσινή αναφορά στις πιθανότητες των σεναρίων «40-40-30» βγάζει πάνω από 100. Προφανώς δεν κατάλαβαν…