Ο Κ. Σημίτης και η απορία γιατί κανείς πια δεν τον υπερασπίζεται

Του Γ. Λακόπουλου

Αχ, μωρέ Μιχάλη, τι κόλλημα κι αυτό; 

Η καλύτερη πένα της εποχής, ο Μιχάλης Μητσός παγιδευμένος πάντα σε μια επίμονη σημιτολατρεία, παραπονέθηκε από τη στήλη του στα ΝΕΑ γιατί κανείς  από τους Κεντροαριστερούς που σπεύδουν στον ΣΥΡΙΖΑ δεν υπερασπίσθηκε τον Σιμίτη, στον οποίο- κατά την κρίση του-η ο Τσίπρας έριξε ευθύνες για την κριση.

Ωραίο ερώτημα. Γιατί άραγε κανείς δεν υπερασπίζεται τον Σημίτη και το έργο του πλην ελάχιστων;  Όχι τώρα. Από χρόνια. Π.χ. όταν ο Γ. Παπανδρέου τον πέταξε από την Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΠΑΣΟΚ με εξευτελιστικό τρόπο, ούτε καν τα εξαπτέρυγα και  αυτοί που είχε μπουκώσει με αξιώματα δεν έβγαλαν κιχ. Έκανε μια δήλωση η κουμπάρα του Σούλα Μερεντίτη  και – για λόγους τάξης-  ο Αλέκος Παπαδόπουλος.

Οι άλλοι μόκο- μην τους κακοχαρακτηρίσει ο ΓΑΠ. Και όταν ο τότε πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ τον έκοψε απερίσκεπτα από τον ψηφοδέλτιο του 2009 και στέρησε την Βουλή από τη χρήσιμη παρουσία  του- δεν γράφτηκε ούτε μια αράδα. 

Αν δεχθούμε ότι «η Ελλάδα του χρωστάει», όπως έγραψε κάποιος, αποδείχθηκε αχάριστη. Αλλά «αυτή είναι η Ελλάδα», όπως θα έλεγε ο ίδιος.

Αυτή η Ελλάδα όμως δεν κατάπιε το παραμύθι ότι ο Σημίτης ήταν «ηγέτης  μακράς πνοής» όπως τον έλεγε ο Λαλιώτης όταν ήταν στα μέλια τους -και πριν τον αποκεφαλίσει από γραμματέα για χάρη του Χρυσοχοΐδη. 

Ούτε πως ο «εκσυγχρονισμός» του ήταν τίποτε περισσότερο από όχημα επικράτησης ενός συστήματος συμφερόντων που λεηλάτησε τη χώρα. Που λειτούργησε και ως ασανσέρ ανόδου  μετριοτήτων, που αργότερα σαγηνεύθηκαν από τον Γ. Παπανδρέου και τον Κυρ. Μητσοτάκη.

Ο Σημίτης είναι σοβαρός άνθρωπος και ευπρεπής  πολιτικός. Αλλά δεν υπήρξε ποτέ ηγέτης του ΠΑΣΟΚ. Με την έννοιά του επικεφαλής που το οδηγεί από την αντιπολίτευση στη κυβέρνηση. Αυτό τον έκαναν μόνο οι Παπανδρέου. Ο  Σημίτης το παρέλαβε στην κυβέρνηση το 1996 με τη συνδρομή  κρατικοδίαιτων οικονομικών παραγόντων.

Στην κυβέρνηση επέστρεψε χάρη  στον Ανδρέα Παπανδρέου παρά τις  προσπάθειες του  ίδιου του Σημίτη μεταξύ 1989-93 να μην το καταφέρει.

Ο ίδιος το 1996 παρέλαβε πρώτα ο κράτος και με τους μηχανισμούς του κράτους και πήρε στη συνέχεια και το κόμμα. Το οποίο ο ίδιος μετέτρεψε σε ομοσπονδία με ποσοστώσεις μεταξύ του ιδίου του Άκη και του Αρσένη.

 Μόνο στους συνδικαλιστές του Δημοσίου είχε ισχύ. Για χάρη τους απέπεμψε το 2001 τον Τάσο Γιαννίτση από το υπουργείο Εργασίας και ακύρωσε την ασφαλιστική μεταρρύθμιση που θα έσωζε τις συντάξεις και ίσως θα μας έσωσε από την κρίση.

Τα υπόλοιπα περί «εκσυγχρονισμού» είναι κολοκυθοκορφάδες.  Στα οκτώ χρόνια της πρωθυπουργίας του ο Σημίτης δεν εκσυγχρόνισε τίποτε. Όπως τα βρήκε, έτσι τα παρέδωσε. Ούτε μια μεγάλη αλλαγή.

Το μόνο του «επίτευγμα» ήταν η απάλειψη του θρησκεύματος στις ταυτότητες. Στα υπόλοιπα δεν τόλμησε: ούτε το κόμμα του άλλαξε, ούτε το κράτος, ούτε τα επιμέρους συστήματα. Και βέβαια όχι μόνο δεν άγγιξε, αλλά εξέθρεψε τη διαπλοκή.

Με κορωνίδα το κόλπο του χρηματιστηρίου -που στήθηκε από τους ανθρώπους του -επί των ημερών του η διαφθορά χτύπησε κόκκινο.  Πολλοί  από όσους έπαιρναν δημόσιο αξίωμα ως πρώτο μέλημα είχαν να πλουτίσουν. 

Ο  Σημίτης απλώς παρακολουθούσε και όταν έσκασαν στην αυλή του τα πρώτα σκάνδαλα η μόνη αντίδρασή του ήταν του τύπου «Μπα; Συνέβαιναν τέτοια πράγματα;». Σαν να μην διόριζε αυτός τους  υπουργού και τους αξιωματούχους. Και σαν να μην ήτα ο τελικός αρμόδιος για τη χώρα. 

Μάλλον δεν ήταν- αφού το 2004 δεν πήγε καν στην κάλπη ώστε να δώσει λογαριασμό για την εντολή που πήρε το 2000. Ακόμη και το ΠΑΣΟΚ σε ένα διαμέρισμα το …μεταβίβασε.  Για μην θυμηθούμε πώς το πήρε.

Ποιος δεν γνωρίζει ότι η περίοδος Σημίτη ήταν περίοδος τεχνητής ευημερίας και η  ανάπτυξη  που εμφάνισε ήταν προϊόν δημιουργικής λογιστικής, κοινοτικών πόρων, φτηνής εργασίας των μεταναστών και δάνειων; 

Όπως ποιος δεν γνωρίζει ότι επί των ημερών του δημιουργήθηκε μια κλεπτοκρατική κάστα νεόπλουτων από το Χρηματιστήριο ως τις μίζες, τις κρατικές προμήθειες και την διασπάθιση -και από πολιτικούς- του χρήματος του κράτους, των τραπεζών, των κοινοτικών ταμείων και δια της Σοφοκλέους και των ιδιωτών;

Για όλα αυτά ούτε είδε, ούτε άκουσε.

Ποιος δεν γνωρίζει ότι η επικράτηση Σημίτη στηρίχθηκε στη διαπλοκή  και σε οικονομικούς και εκδοτικούς παράγοντες στους οποίους ανταπέδωσε  πειθήνια, αποδεχόμενος ακόμα και υποδείξεις διακυβέρνησης;

Ποιος δεν ξέρει πώς διογκώθηκε το κόστος των Ολυμπιακών Αγώνων υπέρ των εργολάβων; Ή ότι αν το 2000 δεν αναλάμβανε τη διοργάνωση που όδευε προς ναυάγιο η Γιάννα Αγγελοπούλου- στην οποία είχε γυρίσει την πλάτη, παρότι το 1997 έφερε τους Αγώνες κατά παράκληση του -αντί για  θρίαμβο  το 2004 , θα είχαμε νωρίτερα ανυπολόγιστο κόστος;

Και η ΟΝΕ; Εδώ έχουμε το μεγαλύτερο προπαγανδιστικό  κατασκεύασμα. Η ΟΝΕ ως στρατηγική της χώρας δεν αποφασίσθηκε από τον Σημίτη, αλλά από την κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου.

 Ο  Σημίτης απλώς τη διαχειρίστηκε μετά το 1996 και την  κακομεταχειρίσθηκε. Προσπαθώντας να κερδοσκοπήσει πολιτικά και έβαλε τη χώρα στην Ευρωζώνη με ξύλινα πόδια και μπαλαμούτι. Το «The game is over» του Γιούνκερ το 2009 αφορούσε και τις κυβερνήσεις Σημίτη.

Ναι, αλλά την Κύπρο τη έβαλε στην Ευρωπαϊκή Ένωση.  Όχι ακριβώς. Ήταν μια ώριμη εξέλιξη την οποία διαχειρίστηκε περισσότερο ο Γ. Παπανδρέου  ως υπουργός Εξωτερικών παρά ο Σημίτης. Ως Πρωθυπουργός υπέγραψε μόνο τα ανταλλάγματα: τη Μαδρίτη και την αρχή του 4ου Χρηματοδοτικού Πρωτοκόλλου Ένωσης-Τουρκίας.

Μετά από όλα αυτά εξηγείται γιατί κανείς δεν υπερασπίζεται τον Σημίτη. Εδώ ο ίδιος δεν μπορεί να υπερασπιστεί τη διακυβέρνησή του: οσάκις μιλάει, ή γράφει, δείχνει να μην θυμάται ότι υπήρξε πρωθυπουργός.