Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2018 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Συνέδριο Ποταμιού: Ο Σταύρος Θεοδωράκης, η Δημοκρατική παράταξη και το δικαίωμα στη δεύτερη ευκαιρία  

ΦΩΤΟ: ΘΟΔΩΡΗΣ ΜΑΝΩΛΟΠΟΥΛΟΣ

Του Γ. Λακόπουλου

«Μια τηλεοπτική εκπομπή που προσπαθεί να γίνει  κόμμα» ήταν το σχόλιο του Βαγγέλη Βενιζέλου, όταν ο Σταύρος Θεοδωράκης ανήγγειλε ότι ιδρύει το «Ποτάμι». Ήταν μια βιαστική απόφαση που υπέκυψε σ’ αυτό που έλεγε ο Αμερικάνος προπονητής του μπάσκετ: «Η αποτυχία της προετοιμασίας είναι η προετοιμασία της αποτυχίας».

Σ’ αυτό προστέθηκε και η ευκολία με την οποία ο Σταύρος έβαλε στο κόμμα του και στα ψηφοδέλτιά του επωνύμους και «προσωπικότητες». Ίσως αν είχε εμφανιστεί μόνος του εν μέσω αγνώστων, αλλά με  δυναμική να είχε καλύτερη τύχη. Η «επωνυμία» των στελεχών του κόμματος  συμπαρέσυρε το βασικό του πλεονέκτημα: τη φρεσκαδούρα.

Ο ίδιος ήταν γνωστός, αλλά άπειρος από πολιτικές διεργασίες και προσπάθησε να το υποκαταστήσει με την επαγγελματική εμπειρία του στην τηλεόραση σκηνοθετώντας τη δημόσια παρουσία του σαν να ήταν εκπομπή. Έτσι όμως έχασε την ουσία της πολιτικής: την ιδεολογία και την πολιτική, αλλά και το είδος της οργάνωσης -που απορρέει από αυτήν.

Αυτό το κενό κάλυπταν διάφοροι μιντιακοί και γενικώς «καθεστωτικοί» παράγοντες που σχεδίαζαν να τον ενσωματώσουν στις παραδοσιακές πρακτικές τους έναντι του πολιτικού συστήματος. Έτσι όμως δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι τον έχουν ενσωματώσει ήδη, αν δεν τον έχουν υποκινήσει κιόλας.

Ο Θεοδωράκης δεν το διάβασε σωστά και βρέθηκε αλλού από εκεί που θα έπρεπε να είναι σαν νεοφερμένος στην πολιτική αγορά που θέλει να ορθοτομήσει το νέο, το ανατρεπτικό  και το επόμενο. Π.χ. θεωρούσε ότι η εύνοια του Σημίτη στο κόμμα του είναι προσόν, ενώ ήταν εμφανώς αρνητικό στοιχείο.

Η παρουσία του Μητσοτάκη στο συνέδριο του και ο πατερναλισμός που εξέπεμψε του έκλεισε διόδους προς το προοδευτικό ακροατήριο. Μετά ήλθε το μπέρδεμα με τη Γεννηματά που ξεκίνησε από τη συνέργεια και κατέληξε στη συνένωση.

Προφανώς ο Σταύρος είχε συναίσθηση ότι μεταξύ τους αυτός ήταν το νέο και η Φώφη το παλιό. Και μπήκε στο πείραμα του «νέου φορέα» ελπίζοντας να αναδειχθεί επικεφαλής του. Αλλιώς να πάρει το καπελάκι του και να φύγει.

Αυτό μάλλον κατέστη πιο αναγκαίο και από όσο υπολόγισε. Η Φώφη κέρδισε την  εκλογή κινητοποιώντας ότι πιο παλιό απέμεινε στο χώρο που κάλυπτε κάποτε το ΠΑΣΟΚ, με επιδίωξη να διαλύσει το ΠΑΣΟΚ και να γίνει… ιδρύτρια κόμματος.

Η αλαζονεία της έναντι του Θεοδωράκη ήταν εξ αρχής ορατή, αλλά πρακτικά του βγήκε σε καλό. Της γύρισε την πλάτη επάνω που τον θεωρούσε προίκα της σε δυο θέματα: Πρώτα στο Σκοπιανό και δεύτερο τον προσανατολισμό της προς τον Μητσοτάκη.

Το πρώτο θα ήταν αβάσταχτο για ένα κόμμα σαν το Ποτάμι. Στο δεύτερο, αν ο Θεοδωράκης ήθελε να πάει τον Μητσοτάκη, πήγαινε μόνος του, δεν ήταν ανάγκη να τον πάρει σαν βαλίτσα η Γεννηματά.Έτσι της κούνησε το μαντήλι, απελευθερώθηκε και άρχισε να ανιχνεύει τα όριά του.

Όπως ήταν φυσικό αυτό τον έφερε σε μια διεργασία επαφής με τον Αλέξη Τσίπρα- στο βαθμό που ο πρωθυπουργός θα  απομάκρυνε το Καμμένο και θα ανακήρυσσε τον εαυτό του επικεφαλής της εγχώριας Κεντροαριστεράς. Ο Σταύρος είχε δικαιωματικά διακριτό ρόλο σ’ αυτό το σχήμα και έκανε κινήσεις που έδειχναν ότι το κατάλαβε κι ότι ήταν διατεθειμένος να το στηρίξει και κοινοβουλευτικά.

Αν χάλασε, συνέβη από τη πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ, όχι από τη δική του. Αν και όλοι διακρίνουν ότι μένει εν ενεργεία αυτό το ενδεχόμενο και θα αναζωπυρωθεί. Άλλωστε ο Τσίπρας πάντα του έκανε «πάσες»,  όταν π..χ έσπευδε στη Βουλή να απαντήσει τις ερωτήσεις του. Έχουν καλή χημεία.

Σ’ αυτό το διάστημα το  Ποτάμι λεηλατήθηκε και από τον Μητσοτάκη και το Φώφη και προφανώς αυτό τον έκανε να συνειδητοποιήσει με ποιους έχει να κάνει.  Έχοντας όμως χάσει χρόνο και ευκαιρίες -αλλά και στήριξη στο «σύστημα»- άρχισε να να χάνει ακροατήριο και έδαφος.

Οι  δημοσκόποι, από τη στιγμή που δεν ακολούθησε τη μοίρα του ως συμπλήρωμα του Μητσοτάκη και της  Γεννηματά, τον «θέτουν» εκτός Βουλής.  Το καλό είναι ότι έτσι ξεχώρισε η ήρα από το στάρι στην Κοινοβουλευτική Ομάδα του. Ίσως αυτό ήταν το καλύτερο μάθημα που πήρε. Ωρίμασε, απέχτησε εμπειρία από τις συμπεριφορές και τα κόλπα, είδε πολλά και έμαθε περισσότερα και επανεκτίμησε προσωπα και σχέσεις. Τώρα είναι κανονικός πολιτικός.

Αυτές τις μέρες οδηγεί το κόμμα του σε ένα συνέδριο που υπό προϋποθέσεις μπορεί να αποκτήσει πραγματικά ιδρυτικά χαρακτηριστικά. Η επανίδρυση -που θα έλεγε και ο Λαλιώτης- είναι η πρόκληση που αντιμετωπίζει .Ο Μητσοτάκης με τη Γεννηματά, επιδιώκοντας να τον τιμωρήσουν, του έκαναν ένα δώρο: την απουσία τους. Το ίδιο δώρο παίρνει και από διάφορους «παράγοντες» που δημιουργούσαν γύρω του την αχλή της συμπαιγνίας με τη διαπλοκή.

Ο Θεοδωράκης καλείται να ασκήσει το δικαίωμά του στη δεύτερη ευκαιρία. Μόνος, αλλά καλύτερος από τη πρώτη φορά. Να ξαναπάρει τα πράγματα από την αρχή, να φωτίσει μόνος του τον εαυτό του και να μην περιμένει τα φώτα των άλλων. Να διαμορφώσει το ιδεολογικό πλαίσιο του κόμματός του και να εμπνεύσει όσους θέλουν να τον ακολουθήσουν. Να πει τι είναι και όχι τι θέλουν οι άλλοι να είναι και γιατί τον προορίζουν.

Ο Σταύρος θα μηδενίσει το κοντέρ και θα πάρει την κούρσα από την αρχή, αν σ΄αυτό το συνέδριο αναδείξει εναργώς την πολιτική του κάνοντας στο κόμμα του τμήμα της ευρύτερης Δημοκρατική παράταξη, με αντιδεξιό πρόσημο.

Θα αναβαθμίσει την παρουσία του στην πολιτική σκηνή και θα τον προσέξει εκ νέου η κοινωνία και ιδίως οι άστεγοι πολίτες αν δηλώσει καθαρά με ποιους θα πάει και ποιους θα αφήσει εγκαταλείποντας τις πολιτικές των ίσων αποστάσεων, την προβολής ιδεών αντί ιδεολογίας και της αποσπασματικής παρέμβασης με κοινοτοπίες.

Αν δεν θέλει να αποδειχθεί διάττων, όπως και άλλοι, θα πρέπει να μιλήσει από το βήμα αυτού του συνεδρίου καθαρά, να  οργανώσει την εκπροσώπηση του κόμματος του με συγκροτημένη προσωπικότητα όχι με «βεντέτες» και να δεσμευτεί ότι θα κινηθεί προς το μέλλον με βάση τα πραγματικά συμφέροντα της χώρας και τις ανάγκες των πολιτών και όχι με τους  σχεδιασμούς των κληρονόμων και των συμφερόντων που τους στηρίζουν.

Ίσως είναι ο μόνος πολιτικός αυτή τη στιγμή που δεν έχει τίποτε να χάσει. Αντίθετα μπορεί να εξελιχθεί σε καταλύτη   αναδιαμόρφωσης των κοινοβουλευτικών συσχετισμών στη σημερινή Βουλή. Και πιονέρο της μετεκλογικής προοπτικής της κυβερνώσας Δημοκρατικής  παράταξης με τον ίδιο και το κόμμα του σε  ουσιαστικό ρόλο.