
Του Κώστα Βαξεβάνη
O Μητσοτάκης φιλοδοξεί να συσπειρώσει το εκλογικό σώµα µε τον µπαµπούλα του Τσίπρα και να κυβερνήσει για τρίτη τετραετία.
Είτε οι δηµοσκοπήσεις είναι πραγµατικές είτε είναι εκτός πολιτικής πραγµατικότητας δεν έχει καµία σηµασία. Αφού δεν µπορούν να διαψευστούν διά στιγµιαίων εκλογών ή κάποιας έρευνας αξιοπιστίας, έχουν τη δυνατότητα να διαµορφώνουν την πολιτική σκηνή.
Η πεποίθηση που υπάρχει στον κόσµο αυτήν τη στιγµή είναι ότι ο Μητσοτάκης είναι πρώτος και ο Τσίπρας δεύτερος. Παρότι το σύστηµα των δηµοσκοπήσεων έχει διαψευστεί πολλές φορές, η συζήτηση από τα καφενεία έως και τη Βουλή πλέον γίνεται µε βάση την απονοµή ποσοστών των δηµοσκοπήσεων.
Ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας αναγόρευσε τον εαυτό του σε αξιωµατική αντιπολίτευση, δηµοσκοπική αδεία, ενώ δεν έχει δοκιµαστεί καν εκλογικά.
Αν πιστέψουµε ωστόσο τις δηµοσκοπήσεις, τότε εκτός από την κατάταξη (πρώτος ο Μητσοτάκης, δεύτερος ο Τσίπρας) αναδεικνύεται και ένα άλλο στοιχείο. Η εµφάνιση της ΕΛΑΣ ανέβασε τον Μητσοτάκη κατά δύο µονάδες, ενώ αντίστοιχα ευνοηµένος εµφανίζεται και ο Τσίπρας. Η σύγκρουση λειτουργεί για να καθιερωθεί ένας νέος δικοµµατισµός.
Ο πρωθυπουργός βρίσκει στο πρόσωπο του πρώην πρωθυπουργού τον τέλειο αντίπαλο. Μπορεί να εκφοβίσει το πολιτικό του ακροατήριο µε το φάντασµα του Τσίπρα, µπορεί εύκολα να τον ενοχοποιήσει για τα πάντα, ακόµη και για την τροµοκρατία, και να συσπειρώσει ψηφοφόρους ελπίζοντας µάλιστα να τους αποτρέψει από το να στραφούν στο κόµµα του Αντώνη Σαµαρά µπροστά στον επερχόµενο κίνδυνο.
Από την άλλη πλευρά, ο σφυροκοπηµένος Τσίπρας αποκτά προφίλ µοναδικού πραγµατικού αντιπάλου του Μητσοτάκη. Χαρακτηριστική είναι η επίθεση στον Τσίπρα µε βάση την τροµοκρατική επίθεση της Θεσσαλονίκης, όπου ο ανιστόρητος Κωνσταντίνος Κυρανάκης ενέπλεξε και την ονοµασία του κόµµατος ΕΛΑΣ. Με τη σειρά του ο κεντρικός τραπεζίτης Γιάννης Στουρνάρας κατηγόρησε τον Αλέξη Τσίπρα για όσα είπε για τον αναβαλλόµενο φόρο των τραπεζών, εµφανίζοντάς τον ως εχθρό του τραπεζικού συστήµατος.
Ο Τσίπρας µπορεί αυτήν τη στιγµή να είναι υπεράνω κάθε υποψίας για σύγκρουση µε τις τράπεζες, αλλά ο Στουρνάρας τεχνητά έστω τον φιλοτέχνησε ως τέτοιο. Εδώ υπάρχει και άλλη µια λεπτοµέρεια, καθότι ο Γιώργος Χουλιαράκης, ο οποίος είναι ταυτόχρονα σύµβουλος του Στουρνάρα και του Τσίπρα, κάποιον έχει συµβουλέψει λάθος από τους δύο ή είναι υπό πολιτική σχιζοφρένεια.
Ο Μητσοτάκης φαίνεται ότι παραµένει πρώτος στην κατάταξη του νέου δικοµµατισµού. Οι βασικοί λόγοι είναι δύο. Καταρχάς ο Μητσοτάκης στα χρόνια διακυβέρνησής του και ειδικά µετά το 2023 δεν υπέστη το βάρος της πραγµατικής αντιπολίτευσης. Τα δύο τελευταία χρόνια µάλιστα ο new entry αντίπαλός του από τα παλιά δεν συµµετείχε στη Βουλή σε κανενός είδους αντιπαράθεση µαζί του. Αρα επέτρεψε την κυριαρχία του.
Ο δεύτερος λόγος είναι ότι τον κατέστησαν κυρίαρχο, ανίκητο και ακατανίκητο µε τις δηλώσεις τους. Από τα πρώτα επιχειρήµατα που χρησιµοποίησε ο Αλέξης Τσίπρας, πριν από τη δηµιουργία του κόµµατός του, ήταν πως χρειάζεται η ενότητα των προοδευτικών δυνάµεων για να ηττηθεί ο Μητσοτάκης, γιατί δεν γίνεται να ηττηθεί διαφορετικά. Αντί να κάνει παρουσίαση θέσεων για να νικηθούν ο Μητσοτάκης και η πολιτική του, χρησιµοποίησε το επιχείρηµα του ανίκητου µπαµπούλα Μητσοτάκη. Εκανε έτσι παραδοχή της κυριαρχίας του µε κριτήρια που δεν ωφελούσαν την πραγµατική πολιτική.
Ως βασιλικότερος του βασιλέως ο Σωκράτης Φάµελλος χρησιµοποίησε κατά κόρον το επιχείρηµα «του Μητσοτάκη που δεν µπορεί να νικηθεί», για να εµφανίσει ως αναγκαία τη δηµιουργία ενός µετώπου, που τελικώς υπέπεσε στο απογοητευτικό σενάριο αυτοδιάλυσης του ΣΥΡΙΖΑ.
Τελικώς ούτε η αρχική τοποθέτηση του Τσίπρα ούτε και η απέλπιδα προσπάθεια του Φάµελλου για επιβίωση είχαν καµία πρακτική σηµασία. Ο Αλέξης Τσίπρας, για πρώτη φορά, πορεύεται µε τρόπο που δεν εµπεριέχει αµφισηµίες, αφού όπως σωστά και προφητικά διατύπωσε ο Σταµάτης Κραουνάκης «ο Τσίπρας δεν θέλει να κάνει κόµµα, θέλει να γίνει πρωθυπουργός».
Αυτός ο σαφής στόχος υπαγορεύει την τακτική του. ∆εν απολογείται σε πολιτικές δεσµεύσεις ούτε έχει πρόβληµα να επιλέξει θέσεις αν αποδειχτεί ότι βολεύουν. Ενα µεγάλο ποσοστό των συνεργατών του όχι µόνο δεν έχει καµία σχέση µε την Αριστερά και τη συσπείρωσή της, αλλά υπήρξαν υβριστές του και δολοφονούσαν την προσωπικότητά του επί χρόνια. Προφανώς η επίτευξη του στόχου µε κάθε µέσο είναι αυτό που τον κάνει να παραβλέπει όσα του έκαναν και το ποιοι είναι. Αλλά αυτό δεν είναι πολιτική, είναι τυχοδιωκτισµός και υστεροβουλία.
Ο νέος δικοµµατισµός έχει πολύ δυσδιάκριτες διαχωριστικές γραµµές. Θα καταφεύγει στον εµπειρικό διαχωρισµό «καλός» και «κακός», µε στοιχεία επικοινωνιακής ή προσωπικής γοητείας και συµπάθειας. Είναι ήδη διακριτό ότι υπάρχει αντιπαλότητα για πτυχές των προβληµάτων, αλλά όχι για όσα τα γεννούν. Ο εντοπισµός και η αντιµετώπιση των αιτιών των προβληµάτων ήταν πάντα το χαρακτηριστικό της Αριστεράς. Ετσι το παιχνίδι της κολοκυθιάς για το ποσοστό της φορολόγησης των µερισµάτων ή για την αύξηση του κατώτατου µισθού αντικαθιστά τη σοβαρή πολιτική αρχή ότι τα προβλήµατα τα γεννούν οι πολιτικές επιλογές που γίνονται. Ο πλειοδότης των µέτρων και των υποσχέσεων φιλοδοξεί να γίνει πρωθυπουργός.
Το ουσιαστικό θέµα που έβαζε πάντα η Αριστερά «ποιον συµφέρει και τι» µετατρέπεται σε τεχνοκρατικά διλήµµατα του επιπέδου «το πρόγραµµά σας δεν είναι κοστολογηµένο». Οι εφοπλιστές καλούνται να προσφέρουν εθελοντικά ό,τι έχουν ευχαρίστηση για το εθνικό ταµείο και οι τράπεζες να συµµορφωθούν µε κανόνες. Τα κοινωνικά θέµατα, τα συµφέροντα των κοινωνικών τάξεων, η ουσιαστική πραγµατική κοινωνική εκπροσώπηση εξαφανίζονται. Τη θέση τους παίρνει η απαρίθµηση βελτιωτικών µέτρων που υιοθετούνται όπως ακριβώς συµβαίνει µε τα συµπληρώµατα διατροφής. Με ένα χάπι-µέτρο παραπάνω δηµιουργείται πολιτικό πλεονέκτηµα.
Το τραγικό είναι ότι η συντηρητική παράταξη αποδεικνύεται πιο αποτελεσµατική στο να απευθύνεται στον κόσµο της για να τον κινητοποιήσει µε µορφές φυσικής παρουσίας. Από τις εκδηλώσεις της Οµάδας Αλήθειας όπου εµφανίζονται χιλιάδες έως τις διαµαρτυρίες για την επίθεση στη Θεσσαλονίκη όπου σε λίγες ώρες µαζεύονται οργανωµένα και µε τυπωµένα µπλουζάκια τα µέλη του κόµµατος, είναι φανερό ότι η Ν∆ εµφανίζει «κινηµατικές» διαδικασίες αντίδρασης. Στην άλλη όχθη η Αριστερά διυλίζει θεωρίες και γράφει λόγους προς κατανάλωση.
Στη διαδικασία της εντός ορίων νεοδικοµµατικής αντιπαλότητας ο Μητσοτάκης φιλοδοξεί να συσπειρώσει το εκλογικό σώµα µε τον µπαµπούλα του Τσίπρα και να κυβερνήσει για τρίτη τετραετία. Στη συνέχεια µπορεί να οργανώσει την έξοδό του µε τους δικούς του όρους, ορίζοντας τον διάδοχο. Εχει ήδη καλύψει τα νώτα του διορίζοντας την επιθυµητή ηγεσία των ανώτατων δικαστηρίων για κάθε κακό ενδεχόµενο. Από την πλευρά του ο Αλέξης Τσίπρας περιµένει να έρθει η σειρά του. Για δεύτερη φορά µετά την τετραετία 2019-23 ακολουθεί τη θεωρία του ώριµου φρούτου. Αυτήν τη φορά βέβαια έχει άλλες εγγυήσεις και στήριξη από συγκροτήµατα και επιχειρηµατίες, αλλά του διαφεύγει ότι η πολιτική είναι γεµάτη από απρόβλεπτες καταστάσεις που εµφανίζονται ως βεβαιότητες.
ΑΠΟ ΤΟ DOCUMENTO

