Οι νέες δεξιές ειδησεογραφικές ιστοσελίδες της Γερμανίας

Του Guy Chazan (*)


«Δολοφονία στο Κέμνιτς: δυστυχώς δεν πρόκειται για μεμονωμένη περίπτωση». «Αριστερός εξτρεμιστής διατηρείται στη θέση του σε νηπιαγωγείο». «Η Ελλάδα γιορτάζει, ενώ οι γερμανοί επενδυτές υποφέρουν». «Πώς η Γερμανία χρηματοδοτεί την αραβική τρομοκρατία».

Αυτοί είναι μερικοί από τους τίτλους στην ιστοσελίδα Tichys Einblick («Η ματιά του Τίσι»), που είναι ιδιαίτερα δημοφιλής μεταξύ των Γερμανών συντηρητικών. Ο άνθρωπος πίσω από την ιστοσελίδα αυτή είναι ο Ρόλαντ Τίσι, πρώην διευθυντής του οικονομικού περιοδικού Wirtschaftswoche, που βρίσκεται στο στόχαστρο της πολιτικά ορθής γερμανικής δημοσιογραφίας.

Η ιστοσελίδα δημιουργήθηκε το 2014, υποστηρίζει ότι έχει σχεδόν ένα εκατομμύριο επισκέπτες τον μήνα και αποτελεί «must» για τη γερμανική ελίτ, ώστε να γνωρίζει πώς σκέπτεται ο εχθρός. «Πολλοί δεν μας συμπαθούν, ξέρουν όμως ότι πρέπει να μας διαβάζουν», είπε ο Τίσι σε μια συνέντευξη.

Έρευνα του Πανεπιστημίου του Μάιντς δείχνει ότι το 17% των Γερμανών δεν εμπιστεύονται καθόλου τα μέσα ενημέρωσης.

Ο Ντέτλεφ Χούμπνερ, ένας επιχειρηματίας από το Χόφχαϊμ κοντά στη Φραγκφούρτη, είναι ένθερμος οπαδός της ιστοσελίδας. «Οι συντηρητικές φωνές γίνονται σιγά-σιγά μειοψηφία στο γερμανικό ειδησεογραφικό τοπίο, το οποίο είναι όλο και πιο αριστερό και πράσινο», ισχυρίζεται.

Νέα μέσα ενημέρωσης όπως το Tichys Einblick αναπτύσσονται όλο και περισσότερο στον δυτικό κόσμο. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, μέσα της «εναλλακτικής Δεξιάς» όπως το Breitbart και το Fox News έχουν μεγάλη απήχηση στους οπαδούς του Τραμπ οι οποίοι θεωρούν ότι τα «μέσα του κατεστημένου» είναι αριστερά.

Το ειδησεογραφικό τοπίο της Γερμανίας είναι λιγότερο πολωμένο: πάνω από 10 εκατομμύρια άνθρωποι, ή το 12% του πληθυσμού, εξακολουθούν να βλέπουν κάθε βράδυ το Tagesschau, το ειδησεογραφικό πρόγραμμα του καναλιούARD.

Μια μειονότητα όμως αισθάνεται ότι τα μεγάλα μέσα ενημέρωσης είναι υπερβολικά φιλοκυβερνητικά, και αυτό έγινε ιδιαίτερα αισθητό στην προσφυγική κρίση του 2015, όταν οι περισσότερες εφημερίδες και ραδιοτηλεοπτικοί σταθμοί υποστήριξαν την απόφαση της καγκελαρίου Μέρκελ να κρατήσει τα σύνορα ανοιχτά.

Μια μελέτη της Σχολής Μέσων Ενημέρωσης του Αμβούργου και του Πανεπιστημίου της Λειψίας που δόθηκε πέρυσι στη δημοσιότητα επισημαίνει ότι η κρίση καλύφθηκε χωρίς ιδιαίτερα κριτικά σχόλια. Και αυτό συνέβαλε στην αύξηση της δυσπιστίας απέναντι στα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης. Έρευνα του Πανεπιστημίου του Μάιντς δείχνει ότι το 17% των Γερμανών δεν εμπιστεύονται καθόλου τα μέσα ενημέρωσης.

Οι απόψεις αυτές εξαπλώνονται. «Η υποψία ότι η κοινή γνώμη χειραγωγείται από τα δημόσια μέσα και τους υποτιθέμενους πανίσχυρους δημοσιογράφους έχει μετακινηθεί από τα δεξιά στο κέντρο της κοινωνίας», έγραψε πέρυσι ο καθηγητής Μπέρναρντ Πέρκσεν στην Die Zeit.

Τα παλιότερα μέσα, που υποφέρουν ήδη από την πτώση της κυκλοφορίας τους, έχουν περάσει στην άμυνα. Όταν το περιοδικό Der Spiegel ζήτησε πρόσφατα τη γνώμη των αναγνωστών του για τον δημοσιογραφικό του χαρακτήρα, πολλοί από τους 3.000 που απάντησαν υπήρξαν ιδιαίτερα επικριτικοί.

«Η αίσθηση ήταν ότι εσείς οι άνθρωποι των μέσων ενημέρωσης ζείτε σε ένα φιλελεύθερο περιβάλλον και υπάρχουν πράγματα που δεν συζητάτε ποτέ, όπως το αν η ΕΕ είναι καλή ή κακή», λέει η Ιζαμπέλ Χούλσεν, μια δημοσιογράφος του περιοδικού που ανέλυσε τις απαντήσεις. «Πολλοί μας είπαν ότι είναι ευκολότερο να μιλάμε με τη διευθύντρια του ΔΝΤ απ΄ ό,τι με τον απλό άνθρωπο σε μια παμπ της ανατολικής Γερμανίας».

Ο επιχειρηματίας Ντέτλεφ Χούμπνερ δεν διαβάζει πάντως μόνο την ιστοσελίδα του Τίσι. Κάθε μέρα «ξεφυλλίζει» τοSpiegel Online, το BBC News, την ελβετική Neue Zurcher Zeitung και τη Frankfurter Allgemeine Zeitung. Όπως λέει όμως, «ένα ειδησεογραφικό τοπίο χωρίς το Tichy θα ήταν σαν μια ορχήστρα χωρίς τρομπέτα. Η χώρα αυτή έχει ανάγκη από ποικιλία».

(*) Ο Γκι Τσέιζαν είναι ανταποκριτής των Financial Times στο Βερολίνο

(Πηγή: Financial Times- ΑΠΕ ΜΠΕ)