Πέμπτη 27 Ιουλίου 2017 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Το Σιτροέν του Μίκη

Toυ Πέτρου Σατραζάνη

Αφορμή του κειμένου τούτου στάθηκε ο Ιούνης. Η επέτειος του θανάτου του Μάνου Χατζιδάκι, η συναυλία με έργα του Μίκη Θεοδωράκη και η κυκλοφορία νέου δίσκο από τον Σταύρο Ξαρχάκο. Και το μυαλό μου τρυφερά θυμάται μια φωτογραφία, ιστορική θα την έλεγες, όπου στο Σιτροέν του Μίκη στα μέσα της δεκαετίας του 60’ συνυπάρχουν μαζί του οι Μάνος Χατζιδάκις και Σταύρος Ξαρχάκος.

Και ξεκινά η διευρυμένη μου αναζήτηση που έχει απαρχή της το επικαιρικό αυτό κάλεσμα των καιρών. Τη μεγάλη συναυλία του Μίκη στο Καλλιμάρμαρο επικύρωσαν οι δημοσιογραφικοί μαντατοφόροι σε δόκιμο και σύνηθες δακρύβρεχτο ύφος παρουσίασης. Και να μην ξεχάσουμε να αναφέρουμε τη συχνή αναφορά της φράσης ‘’Ο μεγαλύτερος Έλληνας’’.

Το δραματικό της υπόθεσης είναι πως, η παραδοχή του ‘’μεγαλύτερου Έλληνα’’ συνεπάγεται και το ότι δεν θα υπάρχει κανείς για να υπερασπιστεί το ρόλο και την ευθύνη της μεγαλοσύνης αυτής στο μέλλον. Είναι πασιφανές ότι σύσσωμη η κοινωνία της τηλεθέασης ορέγεται κι αρέσκεται στο διθυραμβικό στολισμό μιας προσωπικότητας. ‘’Δάκρυσε !’’, ‘’ Λύγισε !’’ ‘’Σηκώθηκε !’’ και όλα αυτά τα εύκολα και νόστιμα που παραπέμπουν σε εικόνα κάποιου Αγίου σε νησιωτικό παρεκκλήσι που ενώ αναπαυόταν σκίρτησε κατά τα θαυματουργικά πρότυπα ης Ορθοδόξου πίστεως.

Σοκαριστικό ήταν και ένα ποστ που ανάφερε ότι ο Μίκης Θεοδωράκης που δεν λύγισε επί Γερμανικής Κατοχής και επέζησε των βασανιστηρίων του Εμφύλιου πολέμου, λύγισε στο Καλλιμάρμαρο διότι..ακούμπησε στο χέρι του στο μέτωπό του από την κούραση. Δίχως να έχω πρόθεση να υπερβάλλω, στέκομαι ακροθιγώς στην ειδική φρασεολογία εκείνων που με ειδικότητα την επεξήγηση φωτογραφίας , μας υποδεικνύουν ποια φωτογραφία είναι η συγκινητική και ποιου είδους σημειολογία εμφορείται από το ηθικό βάρος της λαχτάρας του Μίκη να διευθύνει.

Ο Μάνος Χατζιδάκις δεν ζει. Ο Σταύρος Ξαρχάκος κυκλοφόρησε 7 νέα τραγούδια που τραγουδά ο ίδιος. Η τριάδα του θρυλικού Σιτροέν, ξαναχτυπά και ( με έναν βασικό απόντα ) δηλώνει ξεκάθαρα ότι η ζέση της μουσικής πνοής της,  παρούσα στο σήμερα, εξακολουθεί να συγκινεί. Οι δυο εναπομείναντες όμορφα γερασμένοι συνθέτες δείχνουν σίγουροι και τρομαγμένοι μπροστά στο επίμονα φρικιαστικό παρόν.

Το κείμενο του Σταύρο Ξαρχάκου στο ένθετο του δίσκου του ξεχειλίζει αμήχανη αγωνιστικότητα . Ένα έντιμο κείμενο περισσότερο σαν δήλωση μιας γενιάς λεηλατημένης ανθρωπιάς, που ανησυχεί για το παρόν και το μέλλον και παρά την καταληκτική του φράση ότι ‘ο Παπανδρέου πέθανε αλλά ο Βαμβακάρης ζει ‘’ διαπιστώνουμε ότι ο Βαμβακάρης… επιβιώνει με σουίνγκ διασκευές και ο…Παπανδρέου ακμαίος στα μετόπισθεν ζει έχοντας ιδρύσει το μετα-Πασόκ ή αλλιώς ΚΙΔΗΣΟ.

Το κυνήγι της αποκλειστικότητας, κάνει τη δημοσιοποίηση μια άκομψη μανιέρα και ένα δόλιο υποτιθέμενο βιογραφικό στα χέρια οποιουδήποτε παρατρεχάμενου ‘’δηλώνει ‘’ ό,τι θελει. Ο Μίκης Θεοδωράκης, των Λαμπράκηδων της ‘’Λύσης Καραμανλή΄΄ της εξορίας του στη Ζάτουνα, του Ωρωπού, της συμμετοχής του στη Μητσοτακική κυβέρνηση και της τεράστιας εργογραφίας του, αυτής που τον εκτινάσσει δικαίως σε ένα διηνεκές άχρονο και πλήρως ασυντόνιστο με τη δική μας χωροχρονική βουβαμάρα, ίσως χρειαστεί πολλά χρόνια για να διαυγαστεί επαρκώς.

Ο Μάνος Χατζιδάκις δεν ζει. Ο Σταύρος Ξαρχάκος κυκλοφόρησε 7 νέα τραγούδια που τραγουδά ο ίδιος. Η τριάδα του θρυλικού Σιτροέν, ξαναχτυπά και ( με έναν βασικό απόντα ) δηλώνει ξεκάθαρα ότι η ζέση της μουσικής πνοής της,  παρούσα στο σήμερα, εξακολουθεί να συγκινεί. Οι δυο εναπομείναντες όμορφα γερασμένοι συνθέτες δείχνουν σίγουροι και τρομαγμένοι μπροστά στο επίμονα φρικιαστικό παρόν.

Μέχρι τότε τα αφιερώματα σε δέκα τραγούδια του, θα δίνουν και θα παίρνουν. Πρέπει όμως να σταθεί κανείς σε μια τέτοια κορυφή για να δει τα πράματα στο ίδιο ύψος και βάθος, ώστε να αναλογιστεί τα πως τα γιατί και τα αν που τον προβλημάτισαν. Νέες γενιές μαθαίνουν τα τραγούδια του σε σχολεία από το τιουμπ και απ’ τους γονείς τους-όσους τον γνωρίζουν.

Η μουσική όμως δε χάνεται. Η δυναμική του αισθητικού εκτοπίσματός της δεν εξορίζεται, μόνο λοιδορείται και παραφράζεται σε καιρούς ύποπτους όπου όλοι χρειάζονται έναν παράξενο ψηλό ασπρομάλλη γέροντα 92 ετών συντεταγμένο και καθορισμένο στα δικά τους μέτρα.

Άφησα το Χατζιδάκι για το τέλος, αυτόν τον τρυφερό γόη με την ιδιαίτερη και προσωπική σε βαθμό αινιγματικότητας προσέγγιση, στο λαϊκό και το αστικό στοιχείο. Λείπει, είναι δεδομένο. Μα τα όσα προσέφερε είναι πάντα εκεί. Για όσους θέλουν, ξέρουν και επιδιώκουν να τα δουν και να ζήσουν.