Σάββατο 29 Ιουλίου 2017 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Προσοχή: Η υπερκατανάλωση γκάλοπ βλάπτει σοβαρά τη Δημοκρατία

Του Γ. Λακόπουλου

Αν πάρουμε τοις μετρητοίς μια δημοσκόπηση που παρουσιάσθηκε πρόσφατα σε περιφερειακό κανάλι δεν χρειάζεται να συνεχιστεί η πολιτική ζωή, ούτε να πάμε να ψηφίσουμε. Ή τουλάχιστον ξέρουμε τι μας περιμένει. Όλα έχουν ήδη κριθεί και δεν θα αλλάξουν.

Π.χ. ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι μακράν ο κυρίαρχος -και χαρισματικός -πολιτικός, η  ΝΔ πάει για αυτοδυναμία, η λεγόμενη Δημοκρατική Συμπαράταξη για τρίτο  κόμμα, ο Σταύρος Θεοδωράκης είναι το κρυφό αντικείμενο του πόθου για  τη …ΝΔ κ.λ.π.

Ακούστηκε ακόμη και ότι ο  Τσίπρας επιστρέφει στο 3% και ότι η Φώφη Γεννηματά ήταν …επιτυχημένη υπουργός , όταν δεν υπήρξε ποτέ υπουργός-μια θητεία υφυπουργού και δυο … αναπληρώτριας υπουργού χωρίς αρμοδιότητες είχε η γυναίκα.

Δεν ήταν η  εξαίρεση. Το φαινόμενο επαναλαμβάνεσαι τουλάχιστον δυο φορές την εβδομάδα πλέον. Σα να αντιγράφει ο  ένας τον άλλον. Σε διάφορα μέσα ενημέρωσης εμφανίζονται δημοσκοπήσεις που καθαρίζουν τις πολιτικές εξελίξεις: πάνω ο Μητσοτάκης, κάτω ο Τσίπρας και από εκεί και πέρα τα πράγματα παίζονται για τους υπολοίπους.

Σε γενικές γραμμές από αυτές τις δημοσκοπήσεις αναδεικνύεται το εξής παράλογο: η φθορά της κυβέρνησης μεταφέρεται απευθείας στη ΝΔ -ενώ ο δικομματισμός αποδυναμώνεται και από άλλα «ευρήματα» στις ίδιες δημοσκοπήσεις προκύπτει επιφύλαξη για το πολιτικό σύστημα, αν όχι απόρριψη.

Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι ο θρίαμβος του «Κανένα» για την πρωθυπουργία που μεταφράζεται σε …επικράτηση του Μητσοτάκη σε βάρος του Τσίπρα. Λογικά το αντίθετο έπρεπε να συμβαίνει: όταν λέω ότι δεν μου κάνει ο σημερινός πρωθυπουργός και δεν βρίσκω κανέναν ικανό για τη θέση  του, τον πρώτο που απορρίπτω είναι ο ενδεχόμενος διάδοχός του.

Η φθορά του κυβερνώντος κόμματος βέβαια είναι οφθαλμοφανής και προέρχεται από την ασκούμενη κυβερνητική πολιτική. Το παράδοξο είναι ότι αν λάβουμε υπόψη τις δημοσκοπήσεις συμβαίνουν δυο πράγματα:

Το πρώτο είναι ότι οι πολίτες δεν αντιλαμβάνονται ότι την ίδια πολιτική θα ασκούσε και η ΝΔ αν ήταν στα πράγματα – άλλωστε το ίδιο Μνημόνιο με τον ΣΥΡΙΖΑ και το ΠΑΣΟΚ υπέγραψε, ενώ την έχει ασκήσει και στο παρελθόν με τα .. δικά της Μνημόνια!

Το δεύτερο είναι ότι ο όποιος ψηφοφόρος -προφανώς αντιδεξιάς πολιτικής κουλτούρας- εμπιστεύθηκε τον ΣΥΡΙΖΑ, επειδή είχε ελπίδες στην Αριστερά, τώρα θα εμπιστευτεί τη ΝΔ, επειδή έχει ελπίδες στη …Δεξιά.  Ήτοι, αν είσαι αριστερός η κριτική που κάνεις στην κυβέρνηση είναι …από τα δεξιά- π.χ. είσαι κατά του Μνημονίου, θέλεις …περισσότερο Μνημόνιο-και θα ψηφίσεις στη ΝΔ. Ούτε  καν το ΠΑΣΟΚ  από το οποίο κατά  κύριο λόγο προέρχεσαι.

Υπάρχει και κάτι ακόμη. Όλες οι δημοσκοπήσεις εμφανίζονται να καταγράφουν -όπως καταγράφουν- τις διαθέσεις των πολιτών με διάφορα κριτήρια, τα οποία απολήγουν -υποτίθεται- στην πρόθεση ψήφου, την παράσταση νίκης υπέρ της Δεξιάς.

Παραδόξως σ’ αυτά τα κριτήρια δεν συμπεριλαμβάνονται η διαπλοκή, το κομματικό παρελθόν της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, η προηγηθείσα λεηλασία του δημοσίου πλούτου, τα σκάνδαλα, η ευθύνη για τη χρεοκοπία. Αυτά δεν μετρώνται.  Ίσως γιατί θα έβγαζε μάτι να ψηφίζουν οι πολίτες εκείνους για τους οποίους έχουν πλήρη εικόνα και εμπειρία πώς πολιτεύτηκαν.

Έτσι δημοσκοπικώς καταδικάζεται ο ΣΥΡΙΖΑ, γιατί δεν μπορεί να λύσει τα προβλήματα που παρέλαβε, αλλά όχι και εκείνοι που τα δημιούργησαν. Αντίθετα προβάλλουν ως αυτοί που θα τα λύσουν. Κάτ’ αντίστοιχο τρόπο καταδικάζεται ο νεποτισμός και η οικογενειοκρατία, αλλά θα υπερψηφιστεί ο εκπρόσωπος μιας δυναστείας. Με όχι και τόσο καλό όνομα -εδώ που τα λέμε- η δυναστεία. Μυστήρια πράγματα.

Το αυγό του Κολόμβου και η άγνοια του Νίκου Παππά

Μυστήρια; Όχι και τόσο. Απλώς η υπόθεση των δημοσκοπήσεων στην Ελλάδα παρά έχει γίνει …ελληνική υπόθεση. Αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι παγκοσμίως η δημοσκοπική επιστήμη και τεχνική περνάει κρίση και δεν μπορεί να κάνει πλέον σωστές προβλέψεις, αντιλαμβάνεται κανείς τι συμβαίνει στη νότια πλευρά της Βαλκανικής.

Εδώ το θέμα των δημοσκοπήσεων και των αποτελεσμάτων τους θυμίσει το αυγό το Κολόμβου: προσπαθούν να καταγράφουν τις διαθέσεις των πολιτικών ή να τις διαμορφώσουν; Είναι εργαλεία ανάλυσης ή εργαλεία επιβολής; Είναι πολιτική επιστήμη ή πολιτική προπαγάνδα;

Η αναζήτηση της απάντησης θα ήταν απλή, αν δεν συνέβαινε ο Νίκος Παππάς, ως αρμόδιος υπουργός, να μην έχει την ίδια άγνοια που έδειξε στη διαχείριση της αδειοδότησης τω καναλιών με αποτέλεσμα να τον καταπιεί το εγχείρημά του.

Για τις δημοσκοπήσεις κάποιες χρήσιμες γενικές παρατηρήσεις  για όποιον ενδιαφέρεται να καταλάβει τι γίνεται:

Πρώτο. Σε μια περίοδο οικονομικής συρρίκνωσης -και ενώ σε όλους τους κλάδους ο αριθμός των επιχειρήσεων μειώνεται- οι δημοσκόποι… αυξάνονται και η επαγγελματική του οργάνωση πλησιάζει -ζωή να έχουν- τα …25 μέλη.

Η παρατήρηση αποκτά μεγαλύτερη αξία αν συμπληρωθεί με την απορία για την οικονομική τους επιβίωση καθώς και στον ιδιωτικό  και στον δημόσιο τομέα –πολύ περισσότερο τον κομματικό- τα λεφτά που διατίθεται για «έρευνες» μειώνονται δραματικά. Πώς επιβιώνουν, λοιπόν, αυτές οι επιχειρήσεις; Γιατί για επιχειρήσεις πρόκειται. Ποιος πληρώνει γι’ αυτές τις δραστηριότητες τελικά;

Δεύτερο. Πριν από μερικά χρόνια οι εταιρίες μέτρησης των συμπεριφορών της κοινής γνώμης ήταν μετρημένες στα δάκτυλα, επώνυμες , ελεγχόμενες και έγκυρες. Η οικονομική ευρωστία τους βασιζόταν κυρίως στις έρευνες που έκαναν για λογαριασμό επιχειρήσεων και προϊόντων.Οι πολιτικές δημοσκοπήσεις ήταν δευτερεύουσα- και πάντως σε καμία περίπτωση αποκλειστική- δραστηριότητα. Σήμερα αυτές οι  εταιρίες είναι επιφυλακτικές στις μετρήσεις τους.

Για παράδειγμα ένας από τους «πατριάρχες» της ερευνών κοινής γνώμης στην Ελλάδα, ο Ντίνος Ρουτζούνης με τηνKapa-Research, κοινοποιεί μετρήσεις σε αραιά διαστήματα και το βασανίζει πολύ προτού καταλήξει σε συμπεράσματα. Με την εμπειρία του διαβλέπει τις δυσκολίες και το μετακινούμενο έδαφος. Οι νεότεροι δείχνουν πολύ μεγάλο ενθουσιασμό και μερικοί εμφανίζουν μετρήσεις …δυο φορές το μήνα!

Τρίτο. Ένα στοιχείο που πρέπει να συνοδεύει μια δημοσκόπηση που δημοσιεύεται -και πρέπει να εμφανίζονται στην ταυτότητα της, πέραν της μεθοδολογίας -είναι ο πελάτης. Για λογαριασμό τίνος έγινε.

Πελάτης συχνά εμφανίζεται- συνήθως το μέσο στο οποίο θα δημοσιευτεί η δημοσκόπηση. Αφού όμως είναι πελάτης σημαίνει και ότι πλήρωσε την εταιρία. Αναζήτησε ποτέ κανείς τα παραστατικά αυτής της συναλλαγής;  Από το ύψος και το είδος της αμοιβής μπορεί να προκύψει και το είδος της δημοσκόπησης.

Με τον ίδιο τρόπο οι εταιρίες οφείλουν να διατηρούν το σώμα των δημοσκοπήσεων τους. Δηλαδή τα ερωτηματολόγια που συμπληρώνουν οι ερευνητές της. Αναζήτησε ποτέ κανείς αυτά τα σώματα ή αρκεί η διαβεβαίωση των εταιριών ότι συμπλήρωσαν τόσα ερωτηματολόγια με αυτή τη μέθοδο και τα υπόλοιπα εναπόκεινται στα καλά μαθηματικά, τις σταθμίσεις και τις αναγωγές τους; Με αλλά λόγια, έχει ερευνηθεί ποτέ η επιστημονικότατα αυτών των δημοσκοπήσεων;

Τέταρτο. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι σε καθεστώς ελεύθερης οικονομίας οι δημοσκοπήσεις είναι εμπόρευμα και ως εμπόρευμα κρίνονται από τον καταναλωτή. Όποιος λοιπόν δεν κάνεις σωστές δημοσκοπήσεις δεν θα επιβιώσει.   

Αν είναι έτσι η Πολιτεία οφείλει να ελέγχει τις συνθήκες παραγωγής και την ποιότητα των προϊόντων. Πόσο μάλλον στην περίπτωση των δημοσκοπήσεων που προορίζονται για δημόσια κατανάλωση: αν είναι ελαττωματικές απειλείται η πολιτική υγεία των πολιτών. Έχει υπάρξει ποτέ ανάλογος έλεγχος; Ειδικά σε μια περίοδο που κυκλοφορεί ότι κάποιες εταιρίες τιμολογούν τον πελάτη με … 150 ευρώ την ερώτηση;

Αν τα προϊόντα χωρίς έλεγχο νοθεύονται εύκολα και μπορούν να βλάψουν την υγεία, οι ανέλεγκτοι δημοσκόποι μπορούν να βλάψουν τη Δημοκρατία.

Επίλογος: Ας θεωρήσουμε ότι όλοι οι δημοσκόποι έχουν καλές προθέσεις και οι δημοσκοπήσεις που δημοσιεύονται -για όσες προορίζονται για ιδιωτική κατανάλωση δεν μας πέφτει λόγος- παρουσιάζουν με εντιμότητα τα στοιχεία που συλλέγουν με αποδεκτή μέθοδο συλλογής. Ακόμη και σ’ αυτή την περίπτωση υπάρχει ένα θέμα που είναι εναντίον της εγκυρότητας των δημοσκοπήσεων: η άρνηση των πολιτών να μετάσχουν στη διενέργειά τους.

Υπολογίζεται ότι ο ένας στους δυο  ερωτώμενους αρνείται να απαντήσει.  Από εκεί και πέρα, με τον μισό πληθυσμό έξω από το πεδίο της έρευνας, το αποτέλεσμα εξ ορισμού πάσχει.

Το πρόβλημα δεν αντιμετωπίζεται με μεθόδους όπως είναι  η διεύρυνση της «δεξαμενής των αναποφάσιστων» , ή της «γκρίζας ζώνης» και  η άνοδος του στατιστικού λάθους  στο «συν πλην 3,5%» πλέον, που χρησιμοποιούν- στα ψιλά γράμματα- όσες εταιρείες προσπαθούν να βρουν άλλοθι που θα προστατεύσει την αξιοπιστία τους. Γιατί, εν τω μεταξύ, η απάντηση στο αυγό του Κολόμβου έχει δοθεί  ήδη με ένα συγκεκριμένο τρόπο: αυτόν που βλέπουμε.