Εκφάνσεις του φασιστικού φαινομένου

Του Σωκράτη Αργύρη

Όπου καίνε βιβλία, στο τέλος καίνε και ανθρώπους.
– Heinrich Heine

Ο  φασισμός, σύμφωνα με τον σαφή ορισμό που δίνει ο Ζέεβ Στέρνχελ, ήταν καθηγητής του Πανεπιστημίου της Ιερουσαλήμ, ένας από τους κορυφαίους και τους πλέον καινοτόμους μελετητές του φασιστικού πολιτικού φαινομένου, είναι μία ιδεολογία, όχι μορφή καθεστώτος, που θεωρεί το έθνος, όχι το άτομο, ως την σχεδόν οργανική, σχεδόν ζώσα υπερ-ενότητα. Το έθνος είναι σαν ένα δέντρο και οι άνθρωποι δεν είναι τίποτε περισσότερο από τα φύλλα του, με πενιχρά δικαιώματα.

Για να δοξάσει και να διατηρήσει την υπεροχή του έθνους, ο φασισμός χρειάζεται ένα πόλεμο εναντίον του διαφωτισμού, της φιλελεύθερης δημοκρατίας, των ατομικών δικαιωμάτων και του καθολικού ανθρωπισμού.

Στο φασισμό η δημοκρατία δεν είναι μια δομή αξιών αλλά μόνο μια «αερόβια» νομοθετική τεχνική ενώ ο πολιτισμός υπάρχει αποκλειστικά για να ενδυναμώνει το πνεύμα του έθνους. Ο ρατσισμός, η βία, η κτηνωδία και όλες οι υπόλοιπες δικτατορικές ευχαριστήσεις είναι απλά παρενέργειες της εφαρμογής της φασιστικής ιδεολογίας.

Ο Ζέεβ Στέρνχελ έχει απορρίψει τις μέχρι τότε τετριμμένες ερμηνείες, μαρξιστικές και φιλελεύθερες, που αντιμετώπιζαν αντιστοίχως τον φασισμό είτε ως ένα κίνημα της αστικής αντίδρασης κατά του κομμουνισμού, είτε ως μία αυταρχική δημαγωγική και μιλιταριστική πολιτική, και να ανατρέξει στις αυθεντικές καταβολές του.

Ο Στέρνχελ ανέλυσε με υποδειγματική επιστημονική ευσυνειδησία τον φασισμό ως μία ιδιαίτερη ιδεολογία, με τις δικές της αρχές και άξιες, με την δικιά της κοσμοαντίληψη, η οποία μπορεί να σταθεί ανέτως δίπλα στις μεγάλες ιδεολογίες του νεωτέρου και του σύγχρονου κόσμου. Αντιμετώπισε τον φασισμό κατ’ αρχάς ως ένα πολιτιστικό φαινόμενο που αργότερα διαμόρφωσε τα χαρακτηριστικά του ως ιδεολογία και εξελίχθη σε ριζοσπαστικό πολιτικό κίνημα καταδεικνύοντας ως το πρώτο εργαστήριο του φασισμού την Γαλλία στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα.
Ο Στέρνχελ διαχωρίζει ρητά τον φασισμό ως πολιτικό κίνημα και τον φασισμό στην εξουσία, καθώς για να μπορέσει να ανέλθει και να διατηρηθεί στην εξουσία χρειάσθηκε να προβεί σε συμβιβασμούς με το πολιτικό, οικονομικό, στρατιωτικό και θρησκευτικό κατεστημένο. Επομένως, αν θέλουμε να δούμε και να εξετάσουμε τον φασισμό στην «καθαρή» του μορφή, θα πρέπει να πάμε στην Γαλλία, όπου εκεί το φασιστικό κίνημα δεν έφθασε στην εξουσία και άρα δεν χρειάσθηκε να προβεί στους αναγκαίους συμβιβασμούς.  

Η φασίζουσα εθνικιστική αντίληψη αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της ευρωπαϊκής κουλτούρας και προέρχεται από την παράδοση της αντιπαλότητας στο διαφωτισμό. Επίσης κατά την αναφορά του στον φασισμό, ο Jan-Werner Müller, είναι Γερμανός πολιτικός φιλόσοφος και ιστορικός πολιτικών ιδεών που εργάζεται στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον πολύ σωστά τονίζει την τεράστια επίδραση που είχαν οι ιδέες του φιλοσόφου Ζορζ Σορέλ στον Μουσολίνι και στη γαλλική ριζοσπαστική δεξιά, και ειδικότερα η αντίληψή του ότι η μαζική πολιτική δράση είναι εξαρτημένη από έναν «κοινωνικό μύθο».

 Όπως κατέδειξε ο ιστορικός Ζέεφ Στέρνχελ, οι εθνικιστικοί μύθοι έδωσαν περιεχόμενο και κίνητρα στις ξεριζωμένες μάζες, που ένιωσαν αποξενωμένες από τις επίσημες θεσμικές δομές των σύγχρονων δημοκρατιών. Αυτή η λαϊκή βάση διέκρινε τη φασιστική μυθολογία από τον ελιτίστικο παραδοσιακό συντηρητισμό, κάτι που πολλοί φιλελεύθεροι και μαρξιστές δεν μπόρεσαν να αντιληφθούν.

Ο Zeev Sternhell στο βιβλίο του ο Αντί- διαφωτισμος γράφει: «Ο φασισμός αποτελεί μία οξεία μορφή της αντί-διαφωτιστικής παράδοσης, ο ναζισμός είναι μία ολική επίθεση κατά του ανθρώπινου γένους.»

Το 1929 ο Καρλ Μάνχαϊμ υποστήριξε στο βιβλίο του «Ιδεολογία και Ουτοπία» ότι η συντηρητική πολιτική δεν μπορεί να παράγει ουτοπικό λόγο, αφού ο συντηρητικός άνθρωπος, ενταγμένος ομαλά και ευχάριστα στην ισχύουσα τάξη πραγμάτων, δεν επιθυμεί την αναμόρφωση της κοινωνίας στο μέλλον. Κατά τον Μάνχαϊμ, εξαίρεση σε αυτό αποτελεί η συντηρητική ουτοπία που επαγγέλλεται την επιστροφή σε έναν χαμένο παράδεισο από τον οποίο ο σύγχρονος άνθρωπος έχει εκδιωχθεί λόγω των λανθασμένων πολιτικών επιλογών κυρίως των προοδευτικών δυνάμεων της κοινωνίας.

O Βίλχεμ Ράιχ, στο έργο του «Η Μαζική Ψυχολογία του Φασισμού» που μελέτησε επίσης το φαινόμενο, έγραψε: «Ο Φασισμός δεν θα ηττηθεί ποτέ με πολιτικούς ελιγμούς. Θα υποκύψει μόνο στην παγκόσμια φυσική οργάνωση της εργασίας, της αγάπης και της γνώσης.  

Επειδή ο Φασισμός εμφανίζεται παντού και πάντοτε σαν κίνημα στηριζόμενο σε ανθρώπινες μάζες, παρουσιάζει όλα τα γνωρίσματα και τις αντιφάσεις της χαρακτηροδομής του αγελαίου ανθρώπου: δεν είναι ο φασισμός, όπως πιστεύεται γενικά, ένα καθαρά αντιδραστικό κίνημα, αλλά ένα αμάλγαμα από αντάρτικα συναισθήματα και αντιδραστικές κοινωνικές ιδέες.

Φασισμός είναι στη καθαρή μορφή του το άθροισμα απ’ όλες τις άλογες αντιδράσεις του μέσου ανθρώπινου χαρακτήρα. Όταν ακούμε κάποιον Φασίστα, οποιασδήποτε απόχρωσης, να βγάζει κήρυγμα για την «τιμή του έθνους» (αντί για την τιμή του ανθρώπου), για τη «σωτηρία της αγίας οικογένειας και της φυλής» (αντί της κοινωνίας και της εργαζόμενης ανθρωπότητας), όταν φουσκώνει και κορδώνεται κι έχει το ρύγχος του γεμάτο συναισθήματα, ας τον ρωτήσουμε δημόσια, ήρεμα και απλά: «Τι κάνεις στην πράξη για να ταΐσεις το έθνος, χωρίς να δολοφονήσεις άλλα έθνη; Τι κάνεις ως γιατρός για να καταπολεμήσεις τις χρόνιες αρρώστιες, τι ως παιδαγωγός για ν’ απεργαστείς την ευτυχία του παιδιού, τί ως οικονομολόγος για να εξουδετερώσεις τη φτώχεια, τι ως κοινωνικός λειτουργός για ν’ αποσοβήσεις τη συντριβή πολύτεκνων μητέρων, τί ως αρχιτέκτονας για να βελτιώσεις την υγιεινή της κατοικίας.»
Ιστορικά βέβαια ο φασισμός επιβλήθηκε με διάφορες μορφές.

Στην Γερμανία της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης ανήλθε στην εξουσία με κοινοβουλευτική διαδικασία (θεωρείται αυτό ως επιχείρημα του κάθε είδους ακροδεξιού) αλλά κανείς δεν λέει από αυτούς ότι ποτέ δεν ξαναέκανε εκλογές ο Χίτλερ, όπως και εδώ στην Ελλάδα ο Μεταξάς ως Πρωθυπουργός μετά τον αιφνίδιο θάνατο του Δεμερτζή, που ήταν Πρωθυπουργός και που είχε σχηματίσει την «άχρουν κυβέρνηση», διαδεχόμενος τον Γεώργιο Κονδύλη.

Απεναντίας στην Ιταλία η  ανάληψη της εξουσίας από τους φασίστες του Μουσολίνι έγινε μεταξύ 27 και 30 Οκτωβρίου 1922. Στις 27 Οκτωβρίου πολυάριθμες συμμορίες φασιστών τραμπούκων κατέλαβαν τα κτίρια της τοπικής διοίκησης και χιλιάδες οπαδοί του Μουσολίνι συγκεντρώθηκαν στις πύλες της Ρώμης. Ο βασιλιάς Βίκτωρ Εμμανουήλ Γ’ απαγόρευσε στο στρατό να δράσει κατά των φασιστών και διόρισε τον Μουσολίνι επικεφαλής της κυβέρνησης.[Παρόμοια προσπάθεια έγινε στη Γαλλία στις 6 Φεβρουαρίου του 1934 όταν πάνω από 20 χιλιάδες ένοπλοι φασίστες προσπάθησαν να καταλάβουν τη Βουλή και άλλα κυβερνητικά κτίρια στο Παρίσι. Αλλά τότε η κυβέρνηση Νταλαντιέ αντέδρασε ακαριαία εναντίων τους.]Έτσι η Ιταλία μετατράπηκε σε δικτατορία. Το 1924 ο Μουσολίνι κέρδισε τις εκλογές με συντριπτική πλειοψηφία και δύο χρόνια αργότερα τα άλλα κόμματα απαγορεύτηκαν. Για περίπου δύο δεκαετίες κυβέρνησε.  

Για την Ισπανία και Πορτογαλία είναι γνωστά πώς ανέβηκαν στην εξουσία τα φασιστικά καθεστώτα του Φράνκο και του Σαλαζάρ αντίστοιχα και πόσο πολύ διάρκεσαν.

Άξια λόγου είναι η μελέτη του Πάξτον «Η Ανατομία του Φασισμού» για το δωσιλογικό καθεστώς του Βισί στην Γαλλία στη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, που θεωρήθηκε «αιρετική» και ενοχλητική γιατί συγκρουόταν με δυο μύθους. Ότι το Βισί έκανε «παθητική αντίσταση», προστατεύοντας τον πληθυσμό από τις χειρότερες πλευρές της ναζιστικής κατοχής και ότι ήταν ένα περιθωριακό φαινόμενο που αφορούσε μια χούφτα προδοτών. Όμως το καθεστώς του Βισί σηματοδοτούσε την επικράτηση ενός ισχυρού γαλλικού φασισμού.

Το βασικό πλεονέκτημα της μεθόδου του Πάξτον είναι η επιμονή να εξεταστεί ο φασισμός με βάση «περισσότερο τις πράξεις παρά τα λόγια» του. Δηλαδή, περισσότερο από το τι έκαναν τα φασιστικά κινήματα πριν και μετά την κατάληψη της εξουσίας παρά από την «ιδεολογία τους, το παρδαλό μίγμα ιδεών και εικόνων που προβάλλουν και άλλαζε με ταχύτητα».  

Ο Πάξτον κάνει την παρατήρηση ότι η δίψα για επιβολή, κυριαρχία και βία είναι στην ουσία ο ιδεολογικός πυρήνας του φασισμού: θυμίζει τη δήλωση του Μουσολίνι «οι δημοκράτες του il Mondo θέλουν να μάθουν το πρόγραμμά μας; Ε, λοιπόν το πρόγραμμά μας είναι να σπάσουμε τα κόκκαλα των δημοκρατών του il Mondo. Κι όσο νωρίτερα, τόσο το καλύτερο».Αναφέρει χαρακτηριστικά επίσης:

“Ωστόσο ακόμα και στην πιο  ακραία της μορφή, η αντικαπιταλιστική ρητορεία των φασιστών ήταν επιλεκτική. Όταν αποδοκίμαζαν την αστική τάξη το έκαναν γιατί ήταν πολύ υποτονική και ατομιστική για να ενδυναμώσει ένα έθνος κι όχι επειδή έκλεβε από τους εργάτες την υπεραξία της εργασίας τους. Στον καπιταλισμό έστρεψαν την κριτική τους όχι στην εκμετάλλευση που ασκούσε αλλά για τον υλισμό του, για την αδιαφορία του απέναντι στο έθνος, για την ανικανότητά του να συγκινήσει τις ψυχές των απλών ανθρώπων”.

Έχουμε και είχαμε φασιστικά καθεστώτα τόσο στην Αμερικάνικη ήπειρο, στην Αφρική και Ασία αλλά και εδώ στην γειτονική Ιταλία (άσχετα που ουδείς το αναφέρει στην ΕΕ) ή στην Ουγγαρία. Βλέπουμε λοιπόν πώς ιστορικά κατόρθωσε ο Φασισμός να ανέβει στην εξουσία είτε με την κοινοβουλευτική διαδικασία είτε με πραξικοματικά στρατιωτικά μέσα.

Βέβαια μη ξεχνάμε και το κόμμα Ε.Π.ΕΝ. (Εθνική Πολιτική Ένωσις) στη μεταπολίτευση, που τον Γενάρη του 1984 είχε ιδρυτή και «πνευματικό» ηγέτη τον έγκλειστο στις φυλακές Κορυδαλλού, δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο. Στις 4 Απριλίου 1984, ο Παπαδόπουλος παραιτήθηκε της αρχηγίας της Ε.Π.ΕΝ., και στις ευρωεκλογές του 1984  λαμβάνοντας το 2,3% των ψήφων, της έδωσε μία από τις 24 έδρες που κατείχε η Ελλάδα με τον νόμιμα δηλωμένο ως αρχηγό της Χρύσανθο Δημητριάδη.

Γιατί μη ξεχνάμε την γνώμη του Μοντεσκιέ: «Η τυραννία ενός ηγεμόνα σε μια ολιγαρχία δεν είναι τόσο επικίνδυνη για το κοινό καλό όσο η απάθεια των πολιτών σε μια δημοκρατία.»

  Θα κλείσουμε με τον Ζέεφ Στέρνχελ, που στο έργο του «Αντι-διαφωτισμός» ορίζει την γεωμετρία της δημοκρατίας γράφοντας χαρακτηριστικά: «Ο θρίαμβος της νεοσυντηρητικής σκέψης έγκειται στο ότι κατόρθωσε να πείσει ότι τα κοινωνικά ζητήματα είναι και ηθικά ζητήματα. Η εθνικιστική δεξιά μετέχει σ’ αυτό το λαϊκίστικο κίνημα που μάχεται τον Διαφωτισμό.

Ο Αντι-διαφωτισμός υπάρχει και κατά τα φαινόμενα θα υπάρχει. Αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να υπερασπιζόμαστε τον ορθολογισμό, τις οικουμενικές αξίες, τον ανθρωπισμό, την ελευθερία και την αυτονομία του ατόμου».